18 Μαρ 2009

Ήταν 12 του Μάρτη...

... στην Άγκυρα, όταν ο τουρκικός στρατός ανακοίνωσε το τελεσίγραφό του προς τα πολιτικά κόμματα, το 1971. Ήταν το δεύτερο στρατιωτικό πραξικόπημα στην ιστορία της Τουρκίας.

Ο Μπασκίν Οράν είναι πολιτικός επιστήμονας, μέχρι πρόσφατα καθηγητής διεθνών σχέσεων, με σημαντική παρουσία στον δημόσιο χώρο: πρωτοστατεί στο ζήτημα της μελέτης στην Τουρκία της γενοκτονίας των Αρμενίων και στις βουλευτικές εκλογές του 2002 ήταν ένας από αυτούς που ξεκίνησαν την εκστρατεία για την εκλογή αριστέρων βουλευτών ως ανεξάρτητων, ώστε να παρακαμφθεί το όριο του 10% εξαιτίας του οποίου η τουρκική αριστερά δεν εκπροσωπείται στη Βουλή (βλ. την ιστοσελίδα του). Το 1971 ήταν βοηθός στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών της Άγκυρας. Φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του σε «διαδήλωση χωρίς άδεια», τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Όπως ο ίδιος λέει, επειδή φυλακίστηκε για έναν τόσο χαζό λόγο δεν περάσε βασανιστήρια (όπως τόσοι άλλοι εκείνη την περίοδο) και εξέτισε την ποινή του σε μια φυλακή με κρατούμενους του κοινού ποινικού δικαίου. Έτσι, τα απομνημονεύματά του από τη φυλακή (ο τίτλος, σε ελεύθερη μετάφραση: «Αχ, εκείνες οι παλιές φυλακές!» - εδώ έκδοση και λοιπά στοιχεία) είναι μάλλον διασκεδαστικά, καθώς μεταφέρει όλα τα ευτράπελα της φυλακής. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τον πρόλογό του:


Το εξώφυλλο του βιβλίου


Το πρωί της 12ης Μαρτίου 1971 μου τηλεφώνησε ο αδελφός μου ο Τασκίν. Ήταν πολύ χαρούμενος: «Με το καλό, αρχίζουν μεταρρυθμίσεις!» μου είπε. [...]

Θυμάμαι ότι ήμουν επιφυλακτικός και είπα: «Μη βιαζόμαστε, περίμενε να δούμε τι θα γίνει.»

Πολύ θα ήθελα να είχα σφάλει και να είχε δίκιο ο αδελφός μου, αλλά δεν έγινε έτσι.


Στην πραγματικότητα, ήταν πολύ φυσιολογικό να μπερδευτεί ο αδελφός μου. Και εξηγώ.

Εκείνη την εποχή υπήρχε στην Τουρκία μια μεγάλη κοινωνική αναταραχή. Αυτή η αναταραχή είχε γεννηθεί από μια μεγάλη προσδοκία που δημιουργήθηκε μετά την 27η Μαΐου.

Κατά έναν πολύ αντιφατικό τρόπο, το Σύνταγμα του 1961, που θεσπίστηκε ως αποτέλεσμα του κινήματος της 27ης Μαΐου 1960, του πρώτου στρατιωτικού πραξικοπήματος στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, είχε δημιουργήσει, για πρώτη φορά από την ίδρυση της Δημοκρατίας, ένα δημοκρατικό περιβάλλον. Ακόμα κι αν δεν ήταν όλα, πάντως πολλά πράγματα μπορούσαν πια να συζητηθούν.

Πολλά μπορούσαν να συζητηθούν, αλλά η κατάσταση στη Βουλή, όπως αντανακλούσε την ισορροπία (ή καλύτερα την ανισορροπία) δυνάμεων στην Τουρκία, έδειχνε ότι στην πραγματικότητα δεν άλλαζε τίποτα κι ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα άλλαζε.

Τελικά, αφού το 1965 ο Μπουλέντ Ετζεβίτ λανσάρισε στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα [CHP] την Αριστερά του Κέντρου και το σύνθημα «Αυτή η τάξη πρέπει να αλλάξει», άρχισε να κυκλοφορεί πολύ ένα αστείο που έλεγε «Η τάξη αλλάζει, αυτός που τακτοποιούν δεν αλλάζει» [Düzen değişiyor, ama düzülen değişmiyor” – κυριολεκτικά: «η τάξη αλλάζει αλλά αυτός που πηδάνε δεν αλλάζει»] – με το συμπάθειο για την αθυροστομία της έκφρασης αλλά η ιστοριογραφική ανάγκη θα με συγχωρήσει που το γράφω ανοιχτά.

Σ’αυτή την ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και ταυτόχρονης ελπίδας κι απελπισίας, εμφανίστηκαν δυναμικά οι αριστεροί νέοι, που ανυπομονούσαν για την άμεση απελευθέρωση από τη μια «των υπο εκμετάλλευση μαζών» κι από την άλλη «της υπό εκμετάλλευση Τουρκίας». Μερικοί από αυτούς, με την επιρροή και εκδόσεων όπως το περιοδικό Επανάσταση του Ντογάν Αβτζίογλου, είχαν κατά νου μια «παράκαμψη» και έφταναν στο συμπέρασμα ότι οι επιθυμούμενες μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να υλοποιηθούν μόνο από αυτούς που είχαν το χέρι στη σκανδάλη. Δηλαδή, οι μεταρρυθμιστές είχαν παρακλάδια και μέσα στον Στρατό. [...]

Το σημαντικό στοιχείο ήταν ότι το «αντάρτικο πόλεων» των αριστερών νέων, το οποίο λήστευε και τράπεζες, είχε προκαλέσει πανικό στον συντηρητικό Στρατό, ενώ οι καταλήψεις εργοστασίων από το DİSK (Συνομοσπονδία Επαναστατικών Εργατικών Συνδικάτων) είχαν πανικοβάλει τη μεγαλοαστική τάξη της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, είχε δημιουργηθεί μια φυσική αντιαριστερή συμμαχία ανάμεσα σ’αυτά τα δύο πιο σημαντικά κέντρα δύναμης της Τουρκίας.

Σ’αυτή την ατμόσφαιρα αναταραχής ανακοινώθηκε από το κρατικό ραδιόφωνο το «τελεσίγραφο» της 12ης Μαρτίου και γέννησε μεγάλες ελπίδες. Ο αδελφός μου λοιπόν, και πολλοί άλλοι, ήταν ανάμεσα σ’αυτούς που έλπιζαν. Κι αυτό γιατί αυτά που έλεγε η ανακοίνωση μπορούσαν να μπερδέψουν ακόμα κι αυτούς που παρακολουθούσαν τα γεγονόταν από κοντά και περίμεναν ένα «προοδευτικό» στρατιωτικό πραξικόπημα: πρέπει να δοθεί τέλος στην εμφύλια διαμάχη και στην αναταραχή, πρέπει να σχηματιστεί μια κυβέρνηση με πειθώ και δύναμη για να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπει το Σύνταγμα, αυτές οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να εξεταστούν αμέσως στη Βουλή με υπερκομματική συναίνεση. Σε περίπτωση που δεν ξεκινούσαν αμέσως τα βήματα προς τις μεταρρυθμίσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, υπακούοντας στο καθήκον επαγρύπνησης και προστασίας που τους έδιναν οι νόμοι, μπορούσαν να αναλάβουν απευθείας την εξουσία.

Δηλαδή, ο Στρατός πίεζε και μάλιστα απειλούσε για μεταρρυθμίσεις.


Τι είχε γίνει; Πώς ο Στρατός, γνωστός ως συντηρητικός, είχε εκδώσει μια τέτοια ανακοίνωση για «Μεταρρυθμίσεις, Αμέσως!»; [...]

Την είχε εκδώσει, γιατί είχε ειδοποιηθεί ότι τα «ριζοσπαστικά παρακλάδια» που, όπως προανέφερα, υπήρχαν μέσα στον Στρατό, θα πραγματοποιούσαν τη νύχτα της 8ης – 9ης Μαρτίου ένα «ριζοσπαστικό πραξικόπημα». Χρειαζόταν μια τέτοια πρωτοβουλία, ώστε και να εμποδιστεί αυτό το πραξικόπημα και να μην προκληθεί η αντίδραση των ριζοσπαστών.

Πρώτα εμποδίστηκε το πραξικόπημα της 8ης – 9ης Μαρτίου. Οι μονάδες που έπρεπε εκείνο το βράδυ να κινηθούν σταμάτησαν, επειδή οι διοικητές των Όπλων που θεωρούνταν «ριζοσπάστες» – και ιδίως οι Μπατούρ και Γκιουρλέρ – άλλαξαν γνώμη.

Οι στρατηγοί άλλαξαν γνώμη γιατί, πρώτον, υπολόγισαν ότι θα δημιουργούνταν απέναντί τους ένα δυνατό μέτωπο αντίστασης. [...]

Δεύτερον, οι στρατηγοί υπολόγισαν ότι μετά το πραξικόπημα οι «κατώτερες βαθμίδες» θα τους έστελναν στην αποστρατεία. Έτσι είχε γίνει και στην αιγυπτιακή επανάσταση, όπου ο στρατηγός Νετζίπ είχε αποστρατευθεί από τον συνταγματάρχη Νάσερ.

Ώστόσο, έπρεπε να κατευνάσουν και τις κατώτερες βαθμίδες του Στρατού, που είχαν τόσο αναστατωθεί. Η λύση ήταν μια τέτοιου είδους ενέργεια που να δίνει την εντύπωση ότι το «ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό» πραξικόπημα που στήριζαν οι «προοδετικοί» και οι «επαναστάτες» είχε επιτέλους έρθει.

Κι έτσι, ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο το Τελεσίγραφο της 12ης Μαρτίου. Επιπλέον, φαινομενικά το Σύνταγμα δεν είχε παραβιαστεί: η Βουλή δεν είχε κλείσει, τα κόμματα συνέχιζαν να υπάρχουν, κανείς δεν είχε συλληφθεί. Απλώς, είχε προκληθεί η πτώση της κυβέρνησης Ντεμιρέλ, που ήταν στο στόχαστρο όλων. Είχε ανοίξει ο δρόμος για τις μεταρρυθμίσεις.


Η πρώτη δουλειά των ιθυνόντων της 12ης Μαρτίου ήταν να αποστρατεύσουν αμέσως τη «ριζοσπαστική» πτέρυγα του Στρατού [...].

Ωστόσο, το τιτίβισμα του φλύαρου αυτού πουλιού που λέγεται ελπίδα κατέπνιξε τις αμφιβολίες που προκάλεσε αυτή η εκκαθάριση. Κι αυτό γιατί, εκτός από το «μεταρρυθμιστικό» περιεχόμενο που είχε προστεθεί στο Τελεσίγραφο για να του προσδώσει νομιμοποίηση, στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τον πρώην καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Νιχάτ Ερίμ συμπεριλήφθηκαν και τεχνοκράτες υπουργοί που έγιναν γνωστοί ως «ομάδα μυαλών» και μερικοί από τους οποίους θεωρούνταν «αριστεροί» και «επαναστάτες» κι αυτό είχε δημιουργήσει ελπίδες. [...]

Το σημείο καμπής αυτής της στρατιωτικής επέμβασης υπήρξε η απαγωγή του Γενικού Προξένου του Ισραήλ, στις 17 Μαΐου του 1971. Η κυβέρνηση ξεκίνησε την «Επιχείρηση βαριοπούλα» εναντίον της αριστεράς.

Ακριβώς μετά από αυτό το γεγονός άρχισαν να συλλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλο – λες κι αυτοί διεύθυναν το «αντάρτικο πόλης» που έκαναν μερικές εκατοντάδες αριστεροί νέοι – όσοι επιστήμονες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, καθηγητές, καλλιτέχνες και άλλοι (οι περισσότεροι άνω των 60 ετών), θεωρήθηκε ότι ήταν συμπαθούντες της αριστεράς: Γιασάρ Κεμάλ, Τίλντα Κεμάλ, Αζρά Ερχάτ, Βεντάτ Γκιουνγιόλ, Σαμπαχατίν Εγιούμπογλου, Σεβγκί Σοϋσάλ, Μουμτάζ Σοϋσάλ, Μουαμέρ Ακσόυ, Τζαχίτ Ταλάς, Μπαχρί Σαβτζί, Μέτε Τούντσαϊ, η λίστα είναι ατελείωτη. Στη συνέχεια, πετσοκόβοντας το Σύνταγμα του 1961, που θεωρήθηκε «πολυτέλεια», περιορίστηκαν τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες.

Όμως, για την υπόθεση των «μεταρρυθμίσεων» δεν ακουγόταν κιχ. Τελικά, οι τεχνοκράτες υπουργοί που, όπως προανέφερα, με τα ονόματά τους είχαν προσδώσει νομιμοποίηση και ελπίδα στην επέμβαση της 12ης Μαρτίου (γνωστοί ως «οι 11») είδαν ότι κανείς δεν είχε σκοπό να κάνει οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις, αλλά αντιθέτως τα πράγματα συνέχιζαν ακριβώς όπως είχαν και μάλιστα είχε εγκαθιδρυθεί μια στρατιωτική δικτατορία. Στις 3 Δεκεμβρίου 1971 παραιτήθηκαν ομαδικά.

2 σχόλια:

krotkaya είπε...

να υποθέσω πως δεν υπάρχει το βιβλίο στα ελληνικά, ε?

στα αγγλικά ή γαλλικά παίζει να το βρούμε?

k2 είπε...

Κρότκαγια στα ελληνικά σίγουρα δεν υπάρχει και δεν νομίζω να έχει μεταφραστεί σε κάποια άλλη γλώσσα...
Γενικά τα περισσότερα τουρκικά βιβλία που κατά τη γνώμη μου αξίζουν δεν έχουν μεταφραστεί σε καμία γλώσσα, εκτός από αυτά του Ναζίμ Χικμέτ (άντε και του Αζίζ Νεσίν)...