17 Δεκ 2009

Γαλλία 2006: τι σήμαιναν οι κινητοποιήσεις ενάντια στοCPE;

Τον Φεβρουάριο του 2006 αρχίζουν κινητοποιήσεις στα Πανεπιστήμια της Γαλλίας. Το κλίμα είναι ήδη φορτισμένο, μετά από τις εξεγέρσεις νέων στα προάστια, τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 2005. Από τον Φεβρουάριο ως τον Απρίλιο του 2006 αρχικά οι φοιτητές και σιγά-σιγά και οι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι διεκδικούν τη μη ψήφιση –και στη συνέχεια, αφού ψηφίστηκε, την κατάργηση- του «νόμου για την ισότητα των ευκαιριών» και κυρίως της Σύμβασης Πρώτης Πρόσληψης (ΣΠΠ) την οποία αυτός περιελάμβανε. Οι μεγαλύτερες διαδήλωσεις ήταν αυτές της 28ης Μαρτίου. Αμέσως μετά, η κυβέρνηση (πρόεδρος τότε ήταν ο Ζακ Σιράκ και πρωθυπουργός ο Ντομινίκ ντε Βιλπέν) ανακοίνωσε ότι ο νόμος θα ετίθετο μεν σε εφαρμογή, αλλά θα ψηφιζόταν αμέσως κι ένας καινούριος νόμος, που θα τροποποιούσε τις «προβληματικές» διατάξεις. Γι’αυτό τον λόγο, παρόλο που δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως τα αιτήματα των φοιτητών και των εργαζομένων, οι κινητοποιήσεις θεωρήθηκαν πετυχημένες. Η κυβέρνηση προσπάθησε βέβαια να τις παρουσιάσει απλώς σαν μια έκφραση των «ανησυχιών» των νέων και των γονιών τους, αλλά κατά τη γνωμή μου είχαν πολύ σημαντική πολιτική δυναμική.

Αυτό περίπου γράφω στο κείμενο που ακολουθεί, το οποίο έγραψα τον Απρίλιο του 2006 (εδώ με ελάχιστες συντομεύσεις και αλλαγές, κυρίως στην αρχή). Προς το τέλος του κειμένου προσπαθώ να θέσω το ζήτημα και σε μια ιστορική προοπτική.


Χάρτης της συμμετοχής στις πορείες (με μπλε τα νούμερα που έδινε η αστυνομία, με κόκκινο αυτά που έδιναν οι οργανώσεις)


Τι σημαίνουν οι τελευταίες κινητοποιήσεις της Γαλλίας; Είναι μια χωρίς πολιτική σημασία εξέγερση των νέων; Σίγουρα αυτό θα ήθελε να πιστέψει η γαλλική κυβέρνηση. Όμως οι κινητοποιήσεις δεν είναι κινητοποιήσεις μόνο των νέων και έχουν σαφώς πολιτικό χαρακτήρα. Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να παραβλέψει τη λαϊκή αντίδραση για να επιβάλει μια συγκεκριμένη οικονομική πολιτική, όσοι συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις διεκδικούν το δικαίωμα στην πολιτική έκφραση και το δικαίωμα να εκφράζουν μια διαφορετική αντίληψη της κοινωνίας και της πολιτικής.

Κατ’αρχάς, δεν διεκδικείται η κατάργηση μόνο της σύμβασης πρώτης πρόσληψης – που επιτρέπει την απόλυση ενός εργαζόμενου ως 26 ετών κατά τα δύο πρώτα χρόνια από την πρόσληψή του χωρίς αιτιολόγηση και με μικρότερη αποζημίωση – αλλά ολόκληρου του «νόμου για την ισότητα των ευκαιριών» της οποίας είναι μέρος. Ο νόμος αυτός, με τις ετερόκλητες διατάξεις του, επιχειρεί να δώσει απάντηση στην αυξανόμενη περιοθωριοποιήση των νέων. Παρά το εύηχο όνομά του, ο νόμος αυτός είναι καρπός μιας συγκεκριμένης αντίληψης, που θεωρεί τις ανισότητες αναπόφευκτες και, αντί να τις εξαλείψει, επιδιώκει απλώς να τις «διαχειριστεί», ώστε να αποφεύγονται εκρήξεις όπως αυτή του περασμένου Νοεμβρίου. Δύο παραδείγματα αυτής της λογικής είναι η περίοδος «μαθητείας» σε επιχειρήσεις για μαθητές της τρίτης γυμνασίου που προβλέπει ο νόμος (κατεβάζοντας έτσι την ηλικία νόμιμης εργασίας στα 14 χρόνια) και το «συμβόλαιο γονικής ευθύνης», που, ως μέτρο για να συνετίσει τα «προβληματικά» ως προς τη συμπεριφορά τους παιδιά και τους γονείς τους, προβλέπει το πάγωμα των οικογενειακών επιδομάτων που δικαιούνται οι οικογένειές τους. Η λογική της κυβέρνησης, λογική που στοχεύει στη συγκάλυψη των προβλημάτων κι όχι στη λύση τους, είναι εμφανής και σε δύο άλλα αμφιλεγόμενα νομοσχέδια, αυτό της μετανάστευσης και παροχής ασύλου και το νομοσχέδιο για την πρόληψη της εγκληματικότητας.

Ως προς το οικονομικό σκέλος αυτής της πολιτικής: και πάλι, ο στόχος φαίνεται να είναι – στην καλύτερη περίπτωση – η διαχείριση μιας κατάστασης που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη. Έτσι λοιπόν, αν ο σύνδεσμος εργοδοτών επιχαίρει για την εγκατάλειψη της έννοιας του κράτους πρόνοιας και ζητεί να θεωρείται ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μια καθαρά οικονομική και όχι πολιτική απόφαση (όλα αυτά περιλαμβάνονται στην ομιλία που εκφώνησε η πρόεδρος του κυριότερου συνδέσμου εργοδοτών, του MEDEF, στη γενική του συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου), η κυβέρνηση θεωρεί ότι τέτοιου είδους εξελίξεις είναι, αν όχι απαραιτήτως ευκταίες, τουλάχιστον αναπόφευκτες. Αυτή λοιπόν είναι η μία από τις δύο πολιτικές που συγκρούονται. Πρόκειται για την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η Γαλλία, για να αντεπεξέλθει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, πρέπει να κάνει μεταρρυθμίσεις που σχετίζονται κυρίως με τη μεγαλύτερη «ευελιξία» της εργασίας και με την αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους. Η περίπτωση της ΣΠΠ είναι χαρακτηριστική: ως απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας των νέων δεν προτείνεται η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά η «ανακύκλωση» των θέσεων εργασίας μεταξύ όσο το δυνατόν περισσότερων εργαζομένων σε όσο το δυνατόν μικρότερο χρονικό διάστημα ∙ εν ολίγοις, αντί να λυθεί το πρόβλημα, επιχειρείται να διαμοιραστεί η ανεργία και η ανέχεια στην κοινωνία, ώστε να αποφευχθεί η πλήρης περιθωριοποίηση ενός μέρους του λαού.

Το κυριότερο επιχείρημα υπέρ αυτής της πολιτικής είναι η αναγκαιότητα: ακόμα κι αν τα προτεινόμενα μέτρα είναι επώδυνα για την κοινωνία και αποδοκιμάζονται από ένα μεγάλο μέρος του λαού, ωστόσο πρέπει να επιβληθούν, καθώς στον σύγχρονο κόσμο δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πολιτική. Μ’αυτή τη λογική, η κυβέρνηση από την αρχή έδειξε να αγνοεί επιδεικτικά τις αντιδράσεις: δεν διαπραγματεύτηκε με τα συνδικάτα πριν τη θέσπιση του επίμαχου νόμου και προχώρησε στην ψήφισή του στη βουλή σύμφωνα με την επείγουσα διαδικασία που προβλέπει το σύνταγμα στο άρθρο 49, παρ. 3. Στη συνέχεια, κι ενώ η αντίδραση κλιμακωνόταν, προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει την πολιτική της σημασία, αμφισβήτησε την αντιπροσωπευτικότητα των φοιτητικών και εργατικών συνδικάτων και επιχείρησε να διασπάσει την ενότητά τους. Το επιχείρημα ήταν απλό: ο νόμος έχει ψηφιστεί από μια δημοκρατικά εκλεγμένη βουλή και όσοι αντιτίθενται σ’αυτόν δεν εκπροσωπούν παρά μια θορυβώδη μειοψηφία.

Η αντίληψη σύμφωνα με την οποία ορισμένες μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες και πρέπει να επιβληθούν παρόλο που ο λαός δεν τις «καταλαβαίνει» είναι σαφώς ελιτιστική. Ακριβώς σ’αυτό το σημείο είναι που φαίνεται ξεκάθαρα η συγγένεια της κυβέρνησης με πολιτικούς και διανοούμενους και από άλλους πολιτικούς χώρους. Πολλοί επικριτές της ΣΠΠ και των χειρισμών της κυβέρνησης (ορισμένα στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος, για παράδειγμα) δεν κάνουν κριτική επί της ουσίας. Υποστηρίζουν ότι η σύμβαση πρώτης πρόσληψης δεν είναι αποτελεσματικό μέτρο (χωρίς να αποδοκιμάζουν τη λογική της, λογική «ευελιξίας» της εργασίας) ή ότι η κυβέρνηση δεν είχε προετοιμάσει κατάλληλα την κοινή γνώμη. Δύο είναι οι ερμηνευτικές γραμμές που προτείνουν για να εξηγήσουν την κρίση: σύμφωνα με την πρώτη, οι «ελίτ» έχουν έναν «παιδαγωγικό» ρόλο, τον οποίο και πρέπει να ασκούν πιο αποτελεσματικά, ώστε να πείσουν τον λαό για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις ∙ η δεύτερη γραμμή στηρίζεται σε μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της ιστορίας σύμφωνα με την οποία η γαλλική κοινωνία είναι ανίκανη για συμβιβασμούς και σταδιακές μεταρρυθμίσεις και ο γαλλικός λαός είχε «πάντα» (και χωρίς λόγο, προφανώς) μια τάση στις εμφύλιες διαμάχες.

Αν λοιπόν δούμε λίγο πέρα από την επιφάνεια, διαπιστώνουμε ότι η μία από τις δύο πλευρές της παρούσας διαμάχης συνενώνει και άλλα στοιχεία, εκτός από το κυβερνών κόμμα. Όσο κι αν διαφωνούν σε συγκεκριμένα μέτρα ή μεθόδους, οι εργοδότες κι ένα μεγάλο μέρος των γαλλικών ελίτ συμμερίζονται την αντίληψη ότι υπάρχει μία και μόνο δυνατή πολιτική, η οποία πρέπει να επιβληθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά σχόλια, ήδη από το περυσινό δημοψήφισμα για το ευρωπαϊκό σύνταγμα, έκαναν λόγο για ένα χάσμα μεταξύ των ελίτ κι ενός μεγάλου μέρους του γαλλικού λαού. Ένα άλλο μέρος του γαλλικού λαού, βέβαια, συμφωνεί μ’αυτή τη λογική και θεωρεί την ακολουθούμενη πολιτική απαραίτητη ή, τουλάχιστον, πιστεύει ότι οι διαμαρτυρίες είναι ανώφελες.


Ήμουνα κι εγώ εκεί: το πανώ της σχολής μας μόλις έχει ολοκληρωθεί. Έπρεπε να γράφει "Grève action contre la précarisation" (Απεργία, δράση ενάντια στην "επισφαλοποίηση";;), αλλά ξεχάσαμε το "la"...


Στην άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής τοποθετούνται όσοι πιστεύουν ότι υπάρχει εναλλακτική πολιτική, ότι οφείλουν να διαμαρτυρηθούν και να αποτρέψουν την επιβολή μιας τέτοιας λογικής. Το πρώτο που διεκδικούν οι «κινητοποιημένοι» μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι είναι το δικαίωμα λόγου, δικαίωμα που τους αρνείται η ελιτιστική λογική που περιγράψαμε. Αν οι πρυτάνεις και διευθυντές, στο επίδεδο των λυκείων και σχολών, και η κυβέρνηση, στο κρατικό επίπεδο, θεωρούν ότι οι αποφάσεις για τις κινητοποιήσεις λαμβάνονται από μια μειοψηφία, οι φοιτητές και μαθητές αντιτάσσουν τον δημοκρατικό χαρακτήρα και την αντιπροσωπευτικότητα (αφού είναι ανοιχτές σε όλους) των γενικών συνελεύσεών τους. Σε γενικές συνελεύσεις αποφασίζονται τα αιτήματα, τα συνθήματα και οι μορφές της κινητοποίησης: αποχές, καταλήψεις, πορείες. Όσο η κυβέρνηση υποβάθμιζε τις αντιδράσεις, τόσο οι πορείες γίνονταν μεγαλύτερες. Κι όσο ο Βιλπέν αδιαφορούσε μπροστά στις οργανωμένες πορείες, τόσο οι φοιτητές ριζοσπατικοποιούνταν και δοκίμαζαν νέες μορφές αντίδρασης: αυθόρμητες «δράσεις», χωρίς την άδεια της αστυνομίας, που μπλοκάρουν οδικές αρτηρίες και σταθμούς για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους και να ακουστεί η φωνή τους. Οι κινητοποιήσεις αποκαλύπτουν λοιπόν μια μεγάλη ζωντάνια και διάθεση αντίδρασης στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο.

Οι συζητήσεις και τα συνθήματα, ακόμα και μεταξύ των μαθητών (οι οποίοι άλλωστε είχαν κινητοποιηθεί και πέρυσι, εναντίον της μεταρρύθμισης του γαλλικού απολυτηρίου, του baccalauréat), δείχνουν ότι οι κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται από ανθρώπους συνειδητοποιημένους, που θεωρούν ότι έχουν δικαιώματα – και κυρίως το δικαίωμα στην πολιτική έκφραση – τα οποία και οφείλουν να υπερασπιστούν. Αυτό είναι που τους ενώνει: η πεποίθηση ότι έχουν το δικαίωμα να αξιώνουν την ουσιαστική επίλυση των προβλημάτων τους. Η οργή μπροστά στην αυξάνομενη ανεργία και ανέχεια και την έλλειψη εναλλακτικής, οργή που εδώ και καιρό εκφράζεται στη γαλλική κοινωνία, φαίνεται να παίρνει πολιτική μορφή κι ο λαός αρχίζει και πάλι να πιστεύει ότι υπάρχουν πολιτικές εναλλακτικές.

Υπάρχουν, όμως; Αυτό είναι το στοίχημα των κινητοποιήσεων εναντίον της ΣΠΠ. Αν κατάφεραν να αποκρυσταλλώσουν την αντίδραση, να συνενώσουν συνδικάτα, κόμματα, μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενους γύρω από κοινά αιτήματα, δεν είχαν να προτείνουν μια συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση. Η συναίνεση μεταξύ των «κινητοποιημένων» σταματά στη διαπίστωση ότι υπάρχει ένα πολιτικό πρόβλημα, μια συγκεκριμένη πολιτική την οποία όλοι απορρίπτουν. Τι έχουν όμως να αντιπροτείνουν; Μπορεί αυτό το κίνημα να έχει μια συνέχεια; Τα συνδικάτα και κόμματα που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις (από το Σοσιαλιστικό Κόμμα ως την Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα και τους αναρχικούς) έχουν το καθένα τις δικές του προτάσεις, καμία από τις οποίες, όμως, δεν φαίνεται να πείθει ένα αρκετά μεγάλο μέρος του γαλλικού λαού. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, για παράδειγμα, το μόνο απ’αυτά τα κόμματα που είναι κόμμα εξουσίας, αμφιταλαντεύεται ακόμα (όπως φάνηκε κι από τον διχασμό του κατά το δημοψήφισμα για το ευρωπαϊκό σύνταγμα) ανάμεσα στην αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και την προσπάθεια έκφρασης της λαϊκής δυσαρέσκειας εναντίον αυτής της πολιτικής – δυσαρέσκεια την οποία φαίνεται ότι αισθάνονται και πολλοί από τους ψηφοφόρους του.

Πάντως, είναι θετικό ότι ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του γαλλικού λαού πολιτικοποιείται και ριζοσπαστικοποιείται, κι έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες να διατυπωθεί μια πειστική πρόταση. Ενδεικτικό ως προς αυτό είναι το γεγονός ότι πρωταγωνιστές του κινήματος είναι οι φοιτητές, αυτά τα παιδιά των μεσαίων τάξεων, που σε άλλες συνθήκες θα ήταν οι εκκολαπτόμενες ελίτ. Εδώ εντοπίζεται και η διαφορά τους από τους νέους του 1968: οι τελευταίοι, ακόμα κι αν προέρχονταν από κατώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, ζούσαν σε μια εποχή ταχείας οικονομικής ανάπτυξης που τους επέτρεψε να ανέλθουν κοινωνικά ∙ οι σημερινοί νεοί, αντιθέτως, ενώ πολλοί από αυτούς προέρχονται από ένα περιβάλλον που τους επέτρεπε να πιστεύουν ότι θα κατακτούσαν σημαντικές θέσεις, βλέπουν ότι στην πράξη κινδυνεύουν ακόμα και να έχουν χαμηλότερο βιωτικό επίπεδο από αυτό των γονιών τους. Οι φοιτητές που σήμερα εξεγείρονται, παρά το υψηλό μορφωτικό τους επίπεδο, είναι αναγκασμένοι να κάνουν, κατά τη διάρκεια των σπουδών τους ή μετά από αυτές, πρακτική (δηλαδή μη αμειβόμενη ή χαμηλά αμειβόμενη εργασία) και να δεχτούν επισφαλείς θέσεις εργασίας. Τα προβλήματα αυτά εκφράζονται και σε κινήματα που προϋπήρχαν της τελευταίας κινητοποίησης, όπως οι Νέοι Ερευνητές Εναντίον της Επισφαλούς Εργασίας και το κίνημα των ασκούμενων.

Άρα, η οργή που εκφράζεται σήμερα, με πρωταγωνιστές τους φοιτητές, δεν είναι απολιτική. Είναι ενδεικτική (όπως άλλωστε, σ’ένα βαθμό, και η απόρριψη του ευρωπαϊκού συντάγματος) της σταδιακής ριζοσπαστικοποίησης των μεσαίων τάξεων, που νιώθουν ότι, όπως διαμορφώνονται τα πράγματα, δεν είναι πια σε θέση να συμμετέχουν στα οφέλη του καπιταλισμού. Ορίστε τι λέει μια ανακοίνωση της γενικής συνέλευσης των φοιτητών της Σορβόνης: «Ωστόσο υπάρχουν λύσεις που επιτρέπουν να αντιμετωπιστεί αυτή η φιλελεύθερη λογική την οποία μας επιβάλλουν οι κυβερνώντες. Γιατί χρήματα υπάρχουν. Είκοσι χρόνια χωρίς αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και των παιδιών τους ενώ οι μεγάλοι όμιλοι συσσωρεύουν κέρδη ρεκόρ.»

Αν ανεργία, ανέχεια και απελπισία υπήρχαν πάντα, το διαφορετικό είναι ότι τώρα αυξάνονται ανησυχητικά και απειλούν και τις μεσαίες τάξεις. Επιπλέον οι μεσαίες τάξεις νιώθουν ότι δεν υπάρχει καμία πολιτική δύναμη που να τις αντιπροσωπεύει – σ’αυτό οφείλεται και η όλο και μικρότερη συμμετοχή στις εκλογές ή η «ψήφος διαμαρτυρίας», που πάει ακόμα και στην ακροδεξιά. Γιατί με ποιον θα ταχθούν οι μεσαίες τάξεις, που μέχρι πρόσφατα έβλεπαν ότι ο καπιταλισμός τούς εξασφάλιζε οφέλη; Οι κομμουνιστικές και αναρχικές ομάδες, των οποίων η ιδεολογία βασίζεται στην κριτική του καπιταλισμού, είναι πολύ ριζοσπαστικές για αυτές. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα αμφιταλαντεύεται: από τη μία τείνει προς απόψεις που υποστηρίζουν την ανάγκη μεταρρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικού κράτους, από την άλλη επιθυμεί να εκφράσει τις ανησυχίες των ψηφοφόρων του – κι αυτό έκανε με την απόρριψη της ΣΠΠ.

Πάντως, αν οι μεσαίες τάξεις δεν είναι έτοιμες για μια συνολική κριτική και απόρριψη του καπιταλισμού, φαίνεται ότι απορρίπτουν τη σημερινή μορφή του. Πολλά σχόλια εντοπίζουν το πρόβλημα όχι στον καπιταλισμό εν γένει αλλά στα τελευταία 20 – 30 χρόνια, δηλαδή μετά τη λήξη της περιόδου οικονομικής ανάπτυξης – και συμμετοχής στα οφέλη της των μεσαίων τάξεων – που είχε ακολουθήσει τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πραγματικά, υπάρχουν ομάδες που καλούν σε μια συνεργασία όλων των αριστερών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων όσων στοιχείων του Σοσιαλιστικού Κόμματος απέρριψαν το ευρωπαϊκό σύνταγμα, και που κάνουν λόγο για τον καπιταλισμό των τελευταίων ετών, τον «χρηματιστηριακό καπιταλισμό», όπως τον αποκαλούν, ως «πολιτισμικό κίνδυνο». Αυτό που φαίνεται να αποζητούν είναι η συναίνεση, σε περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης, που είχε δημιουργηθεί μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Καταφέρονται εναντίον του «υπερφιλεύθερου μοντέλου του οποίου η εφαρμογή περνά από το ξήλωμα των υπολειμμάτων του κοινωνικού και ρεπουμπλικανικού συμφώνου που δημιουργήθηκε κατά την Απελευθέρωση.»

Εδώ συνενώνεται το οικονομικό διακύβευμα με το ζήτημα της δημοκρατίας και της συμμετοχής, που επίσης ήρθε στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια των τελευταίων κινητοποιήσεων. Ποιος εκφράζει τον λαό και τις ανησυχίες του; Οι εκλεγμένοι (με τη γνωστή μικρή συμμετοχή στις εκλογές) αντιπρόσωποί του που ψήφισαν στη βουλή τον «νόμο για την ισότητα των ευκαιριών» ή τα συνδικάτα (η συμμετοχή στα οποία είναι επίσης μικρή) και οι ογκώδεις διαδηλώσεις; Πώς μπορεί πια να λειτουργήσει η δημοκρατία τη στιγμή που όλοι διαπιστώνουν (αυτό άλλωστε δεν λένε και οι πολιτικές ελίτ όταν ισχυρίζονται ότι μία μόνο πολιτική είναι δυνατή;) ότι η οικονομία, που όλο και περισσότερο κυριαρχεί επί της κοινωνίας, έχει ξεφύγει από τον πολιτικό έλεγχο;


Αν οι μεσαίες τάξεις της Γαλλίας τοποθετούν την αρχή του προβλήματος στα τελευταία 20 – 30 χρόνια, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ζήτημα που υφίσταται ήδη από τον 19ο αιώνα, για το ζήτημα της δημοκρατίας και της ισότητας. Κατά τον 19ο αιώνα, με την κυριαρχία του καπιταλισμού και της αστικής τάξης, επικράτησε η ιδέα ότι το άτομο πρέπει να είναι ελεύθερο από κάθε υποχρέωση έναντι της κοινωνίας, ώστε, χρησιμοποιώντας τις ικανότητές του και κινούμενο σύμφωνα με το συμφέρον του, να παραγάγει πλούτο. Σύμφωνα με τους φιλελεύθερους, αυτό τελικά θα ωφελούσε την κοινωνία. Σύντομα όμως φάνηκε ότι αν αυτή η λογική, η αυτονόμηση της οικονομικής σφαίρας και η έλλειψη οποιουδήποτε ελέγχου της κοινωνίας επί της οικονομίας, αφηνόταν να φτάσει στα λογικά όριά της, οι ανισότητες θα διογκώνονταν, θα έπαυε να υφίσταται κοινωνία. Σ’αυτό το πρόβλημα επιχείρησαν να απαντήσουν, με διαφορετικούς τρόπους, φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές. Στις δυτικές κοινωνίες του 20ου αιώνα αυτό το πρόβλημα εν μέρει λύθηκε χάρη στη μεταπολεμική συναίνεση, με τον συνδυασμό αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και κοινωνικού κράτους. Σήμερα, με διαφορετικούς βέβαια όρους, τίθεται και πάλι.

Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα των σημερινών υπέρμαχων των μεταρρυθμίσεων στους τομείς των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικού κράτους θυμίζουν επιχειρήματα του 19ου αιώνα: τα επιχειρήματα των δυτικοευρωπαίων αστών που, τον 18ο και 19ο αιώνα, πρωτοστατούσαν στην ανάπτυξη του καπιταλισμού και ταυτόχρονα στην καταστροφή των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων ή, στα καθ’ημάς, τα επιχειρήματα των επίδοξων «εκσυγχρονιστών» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Τόσο για τους παλαιότερους όσο και για τους σημερινούς «εκσυγχρονιστές» ένα είναι το τελικό επιχείρημα για να νομιμοποιήσουν την πολιτική τους: ο επιβεβλημένος (για το κοινό καλό) εκσυγχρονισμός, τον οποίο μόνο αυτοί είναι ικανοί να φέρουν σε πέρας. Αυτή ακριβώς είναι η λογική της γαλλικής κυβέρνησης και των εργοδοτών, που κατηγορούν όσους αντιτίθενται στις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή αυτούς που δεν συμμερίζονται τη δική τους αντίληψη της νεωτερικότητας, για προσκόλληση στο παρελθόν.

Υπάρχει όμως μία και μόνο αντίληψη της νεωτερικότητας; Οι τελευταίες κινητοποιήσεις της Γαλλίας αποδεικνύουν πως όχι. Ο γαλλικός λαός διεκδικεί το δικαίωμα να δώσει τον δικό του ορισμό, που είναι διαμετρικά αντίθετος από τον ορισμό όσων υποστηρίζουν την κυριαρχία της οικονομίας επί της κοινωνίας και ισχυρίζονται ότι οι ανισότητες είναι αναπόφευκτες. Αυτό που παραμένει ζητούμενο είναι η συγκεκριμένη αντιπρόταση. Μένει λοιπόν να δούμε αν η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση θα συνεχιστεί, ώστε να αξιοποιηθούν τα δύο στοιχεία που αναδείχτηκαν χάρη στις κινητοποιήσεις: η απόρριψη της κυριαρχίας της οικονομίας και η συμμετοχή σ’αυτή την προσπάθεια ενός μεγάλου αριθμού πολιτών.


Μια σημείωση.

Υπάρχει ένα καταπληκτικό βιβλίο, από το οποίο κατάλαβα πολλά από τα πράγματα που αναφέρω εδώ:

Karl Polanyi, The Great Transformation, 1944 (εδώ πιο πρόσφατες εκδόσεις)


3 σχόλια:

Τουρνέ στα νησιά είπε...

πρέπει να είμαι και ο μόνος άνθρωπός που το διάβασε ολόκληρο (τρεις φόρες παρακαλώ) ;-)
Βλέπω πολλές διαφορές αλλά και ομοιότητες με την Ελληνική πραγματικότητα.
Θα κρατήσω μια φράση σου, που ισχύει και στις δύο χώρες, "Αυτό που παραμένει ζητούμενο είναι η συγκεκριμένη αντιπρόταση."

k2 είπε...

@ Τουρνέ,
τρεις φορές;; Γιατί, καλέ; Φοβήθηκες μη σας βάλω απροειδοποίητο; :)

Τουρνέ στα νησιά είπε...

την πρώτη ήμουν μετά από τσίπουρα και δεν κατάλαβα τίποτα.
την δεύτερη (νηφάλιος) όταν τελείωσα το κείμενο (τον ατελείωτο είχε) είχα ξεχάσει τι είχες γράψει στην αρχή και το ξαναδιάβασα (τρίτη φορά).

Υ.γ καλά βρε παιδί μου δεν μπορούσες να το βγάλεις σε συνέχειες όπως το οδοιπορικό στον Πόντο?