31 Αυγ 2009

Η νηστεία και το νταούλι

Τζαμί στην παλιά πόλη της Άγκυρας


Άρχισε πριν από λίγες μέρες η νηστεία του ραμαζανιού (κινητή γιορτή, μη σας κάνει εντύπωση που κάθε χρόνο είναι σε εντελώς διαφορετική εποχή). Η νηστεία στο Ισλάμ είναι διαφορετική απ’ό,τι στον Χριστιανισμό: οι πιστοί απλώς απαγορεύεται να τρώνε οτιδήποτε όσο ο ήλιος είναι στον ουρανό. Πρέπει δηλαδή να τρώνε μετά τη Δύση του ηλίου και πριν την Ανατολή. Αυτό φυσικά σημαίνει ότι αν η νηστεία πέσει χειμώνα, παλεύεται: ο ήλιος δύει νωρίς, κι είναι περισσότερες οι ώρες που επιτρέπεται το φαγητό. Αν πέσει καλοκαίρι, δύσκολα τα πράγματα...


Τέλος πάντων, το έθιμο (τουλάχιστον στην Τουρκία) λέει ότι η πιστοί τρώνε δύο γεύματα τις μέρες της νηστείας: ένα αμέσως μετά τη Δύση του ήλιου κι ένα λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος. Πρέπει δηλαδή να σηκωθούν γύρω στις 4 με 5 το πρωί για να φάνε κάτι, ώστε να μπορέσουν να κρατηθούν ως τη Δύση του ήλιου. Τον παλιό καιρό, που δεν υπήρχαν ξυπνητήρια κι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχαν καν ρολόγια, κάπως έπρεπε να ξυπνάνε οι πιστοί. Έτσι λοιπόν κάθε χωριό ή γειτονιά επέλεγε για το ραμαζάνι ένα «νταβουλτζή». Ο νταβουλτζής ήταν επιφορτισμένος να περνάει την προκαθορισμένη ώρα απ’όλα τα σοκάκια χτυπώντας ένα νταούλι για να ξυπνήσει τους πιστούς.


Παρόλο που τη σήμερον ημέρα όλοι, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Τουρκίας, έχουν ρολόγια, ξυπνητήρια, τηλέφωνα κι άλλα τέτοια σατανικά γκάτζετ, το έθιμο συνεχίζεται. Ο μουχτάρης του χωριού ή της γειτονιάς (σημ. ο μουχτάρης είναι αιρετός αξιωματούχος που έχει μερικά διοικητικά καθήκοντα, όπως για παράδειγμα να πιστοποιεί τον τόπο κατοικίας κάποιου όταν αυτό του ζητείται από δημόσιες υπηρεσίες – θυμίζει κάπως τον γραμματικό που είχαν – έχουν; – τα χωριά) ορίζει έναν νταβουλτζή. Αυτό γίνεται γιατί στο τέλος της νηστείας ο νταβουλτζής περνάει απ’όλα τα σπίτια του χωριού ή της γειτονιάς και ζητάει χρήματα από τους πιστούς για την υπηρεσία που πρόσφερε. Για να μην εμφανίζεται λοιπόν όποιος νά’ναι (και για να μη βγαίνουν κάμια δεκαριά νταούλια), ο νταβουλτζής έχει ένα πιστοποιητικό από τον μουχτάρη. Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, το καθήκον του νταβουλτζή είναι αρκετά ενοχλητικό για όσους δεν τηρούν τη νηστεία. Ουκ ολίγες φορές τον σιχτίρισα από μέσα μου – αν κι απέξω μου, το ομολογώ, του έδινα και το κατιτίς μου όταν μου χτυπούσε την πόρτα: ντρεπόμουνα να του πω «δεν είμαι μουσουλμάνα, δεν νηστεύω, μου έσπασες τα νεύρα ένα μήνα και θες και λεφτά;».


Άποψη της Άγκυρας από το κάστρο (διακρίνεται και το μαυσωλείο του Ατατούρκ)


Διάβασα λοιπόν το εξής ωραίο σε μια εφημερίδα, πριν από μερικές μέρες: ο δήμος μιας περιοχής της Άγκυρας (του Τσάνκαγια, της περιοχής όπου βρίσκεται και το προεδρικό μέγαρο) απαγόρευσε τα νταούλια, με το σκεπτικό ότι όσοι νηστεύουν και θέλουν να ξυπνήσουν ξυπνάνε από μόνοι τους, ενώ οι υπόλοιποι απλώς ενοχλούνται. Το διασκεδαστικό ήταν τα σχόλια των αναγνωστών στην είδηση. Το κοινό της εφημερίδας όπου τη διάβασα (της Ραντικάλ) είναι κατά κύριο λόγο μορφωμένο, μάλλον δημοκρατικό, ενίοτε και αριστερό, πάντως όχι ιδιαίτερα θρήσκο. Έτσι, αν και μερικοί λένε «ωραίο το έθιμό μας με τα νταούλια», οι περισσότεροι που σχολιάζουν λένε «άντε, πότε θα ακολουθήσουν το παράδειγμα του Τσάνκαγια κι άλλοι δήμοι» ή ακόμα και «ας σταματήσουν επιτέλους κι οι μουεζίνηδες που καλούν τον κόσμο στην προσευχή».


Η αλήθεια είναι ότι η σχέση των Τούρκων με τη θρησκεία είναι αρκετά περίπλοκη. Δεν θα μπω στο θέμα της θέσης της θρησκείας στην Τουρκία, γιατί είναι πολύ δύσκολο και θέλει σοβαρή ανάλυση. Πάντως στην Τουρκία μπορείς να δεις τα πάντα: υπάρχουν γυναίκες καλυμμένες από την κορφή ως τα νύχια με μαύρη κελεμπία, όπως υπάρχουν και άνθρωποι που, ακολουθώντας πιστά την κεμαλιστική παράδοση, απεχθάνονται τη θρησκεία. Ανάμεσα σ’αυτά τα δύο άκρα υπάρχουν βέβαια και πάρα πολλοί που η σχέση τους με το Ισλάμ μοιάζει με τη σχέση πολλών Ελλήνων με τη θρησκεία: πιστεύουν περίπου από συνήθεια, μερικοί νηστεύουν (ίσως όχι κάθε χρόνο), τελικά ασχολούνται με τη θρησκεία περισσότερο γιατί τη θεωρούν μέρος της παράδοσής τους κι όχι από βαθιά πίστη.


Όσο για τις δημόσιες εκφράσεις της θρησκείας, κι αυτό είναι μεγάλη ιστορία, όπως και η σχέση του τουρκικού κράτους με τη θρησκεία. Σε ορισμένα ζητήματα το κράτος είναι αυστηρά κοσμικό: για παράδειγμα ο θρησκευτικός γάμος δεν έχει ισχύ ∙ όποιος το επιθυμεί μπορεί να κάνει και θρησκευτικό γαμό, αλλά για να είναι έγκυρος ο γάμος πρέπει να γίνει και πολιτικός. Από την άλλη, όπως και στην Ελλάδα, οι κυριότερες θρησκευτικές γιορτές είναι αργίες και οι πολιτικοί αρχηγοί δεν παραλείπουν να ευχηθούν στους πιστούς. Ακόμα, η περίοδος της νηστείας επηρεάζει κάπως τους ρυθμούς, ακόμα και στις δημόσιες υπηρεσίες: ενώ κανονικά κλείνουν στις 5 μ.μ., στην περίοδο της νηστείας (αν είναι χειμώνας, δεν ξέρω για το καλοκαίρι που ο ήλιος δύει αργότερα) κλείνουν μία ώρα νωρίτερα ώστε να προλάβουν οι πιστοί να είναι στα σπίτια τους για το γεύμα αμέσως μετά τη Δύση του ήλιου.


Επειδή πάντως μερικοί Τούρκοι θέλουν να εκπληρώνουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα όπου κι αν βρίσκονται, έχω αυτή τη φωτογραφία ενός εξαιρετικού mescit (το μουσουλμανικό αντίστοιχό του παρεκκλησιού), που βρίσκεται σ’ένα βενζινάδικο κάπου στον δρόμο από την Αμάσεια προς την Άγκυρα:




28 Αυγ 2009

Το δράμα μιας άπιστης

Να μια ωραία εκκλησία: ερειπωμένη

Κατά τη διάρκεια των διακοπών τα κουπέπκια βρέθηκαν σ’ένα ωραιότατο, γραφικότατο, καταπράσινο χωριουδάκι της λεβεντομάνας Κρήτης. Όλα καλά κι όλα ωραία (όπως τραγουδάγαμε και στο αυτοκίνητο καθώς πηγαίναμε) ∙ μέχρι που ήρθε το πρωί της αποφράδας ημέρας Κυριακής... Το σπίτι που είχαμε μετατρέψει σε στρατώνα (ήμασταν και 10 άνθρωποι, ζωή νά’χουμε!) έχει την κακή τύχη να βρίσκεται δίπλα στην (τεραστίων διαστάσεων) εκκλησία του χωριού... Άντε, να χτυπήσουν οι καμπάνες δεν πειράζει και τόσο (θα προτιμούσα να το αποφεύγαμε κι αυτό, αλλά τέλος πάντων). Έλα όμως που η εκκλησία έχει μικροφωνική εγκατάσταση! Όλο το χωριό ακούει δυόμισι ωρών λειτουργία (η οποία, για όσους αντίχριστους δεν το έχουν υπόψη τους, ξεκινάει στις 8 το πρωί)! Φυσικά ήταν αδύνατο να κλείσουμε μάτι. Και αναρωτιέμαι η αθώα άπιστη: πόσοι να είχαν πάει στην εκκλησία εκείνη την Κυριακή; 10; 20; Άντε 50; Όλοι οι υπόλοιποι γιατί να είναι υποχρεωμένοι να ακούσουν ολόκληρη τη λειτουργία; Κι αυτό το επιχείρημα ότι η λειτουργία πρέπει να ακούγεται για χάρη των ανήμπορων γερόντων που θέλουν αλλά δεν μπορούν να πάνε στην εκκλησία δεν πείθει: μ’αυτό το επιχείρημα ακριβώς η λειτουργία μεταδίδεται από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.



Το καμπαναριό της Αγ. Σοφίας Τραπεζούντας


Τα μεγάφωνα της εκκλησίας περισσότερο σαν εκδίκηση του παπά φαίνονται: «Δεν έρχεστε στην εκκλησία; Θα σας φτιάξω εγώ. Δεν πρόκειται να κλείσετε μάτι.» Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσαμε να καλέσουμε την αστυνομία – αποκλείεται η εκκλησία να είχε πάρει άδεια για την εγκατάσταση των μεγάφωνων. Επειδή όμως τα σώματα ασφαλείας παραμένουν πιστά στο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», αμφιβάλλω αν θα καταφέρναμε κάτι...

Σε ποια χώρα να μεταναστεύσω για να γλιτώσω; Στην Κωνσταντινούπολη την είχα πατήσει ακόμα χειρότερα: στη γειτονιά που έμενα υπάρχει ακόμα μια μικρή ελληνική κοινότητα και η ορθόδοξη εκκλησία λειτουργούσε. Έτσι είχα κάθε μέρα πλήρη παράσταση: τον μουεζίνη του τζαμιού που καλούσε τους πιστούς στην προσευχή πέντε φορές τη μέρα (η μία την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος...) και την καμπάνα της εκκλησίας, δις ημερισίως...

(στο επόμενο: ένα παράδειγμα από την Τουρκία: η νηστεία και το νταούλι)