30 Νοε 2009

Δειπνώντας με τον Ατατούρκ

Ο Κεμάλ καπνιστής (στην εποχή του το κάπνισμα θεωρούνταν υγιεινή συνήθεια)

Όπως έχει σίγουρα παρατηρήσει όποιος έχει επισκεφτεί την Τουρκία, στη γειτονική χώρα ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (Mustafa Kemal Atatürk), που θεωρείται ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας, βρίσκεται παντού. Σ’όλα τα μαγαζιά, τις υπηρεσίες, οπουδήποτε, υπάρχουν πορτραίτα του Κεμάλ: μικρά, μεγάλα, φωτογραφίες, σκίτσα, έγχρωμα, μαυρόασπρα, με τον Κεμάλ με στολή, Κεμάλ καβαλάρη, Κεμάλ δάσκαλο, Κεμάλ στη θάλασσα, Κεμάλ στη Βουλή, Κεμάλ ντυμένο γενίτσαρο κάτι Απόκριες... – η Μπάρμπι Αμαζόνα, η Μπάρμπι με τον Κεν Κεν, Μπάρμπι business womanyou get the picture! Α, κι επίσης κυκλοφορεί σε διαφόρων ειδών σουβενίρ (εγώ τον έχω σε σελιδοδείκτη).

Προ ετών λοιπόν, τριτοετής φοιτήτρια ούσα, είχα την πρώτη πιο στενή επαφή μου με τον Κεμάλ: κοιμήθηκα μαζί του. Όχι, δεν τον είδα σε ερωτικό όνειρο (η αλήθεια είναι ότι τον έχω δει σε όνειρο, αλλά καθόλου ερωτικό: με κυνηγούσε – ήταν μάλλον μια έκφραση του άγχους μου για μια εργασία). Ούτε και είχα ερωτική σχέση με κανέναν συνωνόματό του. Απλώς κοιμήθηκα με το πορτραίτο του. Είχα πάει στη Σμύρνη για μια διεθνή συνάντηση φοιτητών και κοιμόμασταν όλοι με υπνόσακους στο γυμναστήριο του πανεπιστημίου, ε και το απαραίτητο πορτραίτο του Κεμάλ (μεγάλο, μαυρόασπρο, ολίγον δρακουλιάρικο) ήταν ακριβώς απέναντι από το σημείο όπου κοιμόμουν – ομολογώ ότι ήταν λίγο τρομακτικό να ξυπνάω και το πρώτο πράγμα που βλέπω να είναι το βλοσυρό του βλέμμα!



Στην τελευταία λοιπόν επίσκεψή μου στην Κωνσταντινούπολη είχα ακόμα μια στενή επαφή με τον Ατατούρκ: δείπνησα μαζί του. Κι εξηγούμαι. Έχω εδώ και κοντά δέκα χρόνια μια πολύ καλή φίλη Τουρκάλα (και ολίγον Πόντια), ας την πούμε Μπιλγκέ. Τα τελευταία χρόνια ζει στο εξωτερικό, όπου κάνει διδακτορικό. Την τελευταία φορά όμως συμπέσαμε στην Κωνσταντινούπολη και η Μπιλγκέ με κάλεσε για δείπνο στο σπίτι της. Εγώ βέβαια δέχτηκα μετά χαράς και για να δω τη Μπιλγκέ, αλλά και για να δοκιμάσω την περίφημη μαγειρική της μαμάς της και να γνωρίσω από κοντά τους γονείς της Μπιλγκέ: μοναχοκόρη η Μπιλγκέ, τους έχει αδυναμία, αλλά τρελαίνεται και να τους κοροϊδεύει καλοπροαίρετα. Ένα από τα πράγματα λοιπόν που είχα ακούσει από την Μπιλγκέ για τους γονείς της είναι ότι ο μπαμπάς της είναι αυθεντικός, αυθεντικότατος κεμαλιστής, από αυτούς που απεχθάνονται τη θρησκεία, πιστεύουν στις κλασικές κεμαλικές αξίες και κυρίως θεωρούν ότι καθήκον των μορφωμένων ανθρώπων είναι να συμβάλλουν στην πρόοδο – υλική και ηθική – της χώρας τους. Είναι καθηγητής Πανεπιστημίου, έχει υπάρξει μέλος του κεμαλικού κόμματος (η Μπιλγκέ λέει ότι πήγαινε στην τοπική του οργάνωση και συζητούσε τα «προβλήματα της χώρας»), και, ενώ χαίρεται που η κόρη του σπουδάζει στο εξωτερικό και συμπαθεί πολύ τους (αλλόφυλους) φίλους της, παθαίνει κρίση και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να παντρευτεί ξένο και/ή να μείνει μόνιμα στο εξωτερικό: όπως της είπε μια φορά που τόλμησε να του πει ότι ίσως δεν γυρίσει στην Τουρκία, «και γιατί εγώ, ως αναπτυσσόμενη χώρα, να πληρώνω ένα σωρό λεφτά για να εκπαιδευτούν κάτι μπάσταρδα [ναι, μπάσταρδα!] στο εξωτερικό και μετά να μην έρθουν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της χώρας τους;» Η δε μαμά της Μπιλγκέ από τις περιγραφές ακουγόταν περίπου σαν τη δικιά μου: ανεξάρτητη μεν, σύζυγος και μητέρα δε, προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μ’έναν τρελό άντρα κι ένα τρελότερο παιδί...

Όπως καταλαβαίνετε, ήθελα οπωσδήποτε να το γνωρίσω αυτό το σόι! Και, ναι! Οι άνθρωποι ήταν όσο γλυκείς, περιποιητικοί κι ενδιαφέροντες περίμενα! Και, ναι, η κλασική κεμαλική παιδεία φαίνεται από τα μικρά πράγματα. Καταρχάς, η καθαριότητα: γενικά τα τουρκικά σπίτια είναι πολύ καθαρά, αλλά στο σπίτι της Μπιλγκέ δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σύνδεση ανάμεσα στη σημασία που έχει στον κεμαλικό εκσυγχρονισμό η υγιεινή και την κατάσταση στο (σχεδόν απολυμασμένο) σπίτι της Μπιλγκέ. Στη μέση του δείπνου δε ο μπαμπάς της Μπιλγκέ θυμήθηκε να τη ρωτήσει αν πλένει συχνά τα χέρια της, τώρα που κυκλοφορεί κι η γρίπη. Δεύτερον, το αλκοόλ: ο μπαμπάς της Μπιλγκέ πάντα μα πάντα πίνει ρακή με το δείπνο του. Για χάρη μου έκανε την παραχώρηση κι ήπιαμε όλοι κρασί. Τρίτον, οι φωτογραφίες: είδα φωτογραφίες των παπούδων της Μπιλγκέ, οπού καμία γιαγιά, ήδη από τη δεκαετία του ’20, δεν κάλυπτε το κεφάλι της.

Κυρίως όμως: το πορτραίτο του Ατατούρκ! Μην φανταστείτε τίποτα κραυγαλέο. Άλλωστε και το σπίτι ήταν πολύ καλαίσθητο και προσεγμένο – φανταστείτε κάτι σε διαμέρισμα ελληνικής μεσοαστικής οικογένειας. Σε μια εταζέρα λοιπόν κάπως λοξά από μένα βρισκόταν μια μικρή μαυρόασπρη φωτογραφία του Ατατούρκ – ευτυχώς μία από τις λίγες όπου είναι χαμογελαστός κι όχι βλοσυρός και δεν μου έκατσε η μπουκιά στον λαιμό! Μου φάνηκε τόσο ωραίο, τόσο ταιριαστό με την εικόνα μεσοαστικής κεμαλικής οικογένειας που μου είχε δώσει η Μπιλγκέ, που μετά βίας κρατήθηκα και δεν έβαλα τα γέλια – κι έκανα και σοβαρή συζήτηση με τους ανθρώπους...


24 Νοε 2009

Πόντο - πόντο μετρώ τον Πόντο (μέρος 4ο)

Τοπίο στον δρόμο προς την Αμάσεια


Η όμορφη Αμάσεια: επιτέλους αλκόολ!

Στο δρόμο για την Αμάσεια, το τοπίο είχε πια αλλάξει: πιο κοφτερές φορμές, έντονα χρώματα, τοπίο αρκετά πράσινο αλλά με χαμηλή βλάστηση. Και μια γλυκιά βραδιά, φτάσαμε στην Αμάσεια (Amasya)! Αφήσαμε τα πράγματά μας στην υ-πέ-ρο-χη πανσιόν όπου θα μέναμε (παλιό οθωμανικό αρχοντικό) και πήγαμε να φάμε το ψάρι μας σ’ένα εστιατόριο πάνω στο ποτάμι. Η Αμάσεια το βράδυ φαινόταν πραγματικά μαγική... Γυρνώντας στο δωμάτιο, είχαμε φροντίσει να έχουμε μια τούρτα για τα γενέθλια του έτερου κουπεπκιού, την οποία καταναλώσαμε συνοδεία σαμπάνιας (την κουβαλούσαμε από την Κων/πολη!). Κι αυτό, μαζί με το κρασί στο εστιατόριο, ήταν το πρώτο αλκόολ που πίναμε από την αναχώρησή μας από την Κων/πολη και μετά! Για λόγους που εξηγώ στο ποστ για το φαγητό στην Τουρκία, το αλκόολ δεν βρίσκεται στις επαρχιακές τουρκικές πόλεις τόσο εύκολα όσο στην Ελλάδα. Η Αμάσεια, την οποία γυρίσαμε την επόμενη μέρα, είναι όντως όμορφη πόλη – σίγουρα το ποτάμι που περνάει από το κέντρο της τής προσθέτει πολύ. Έχει πολλά μνημεία, μεταξύ των οποίων ένα τζαμί από την εποχή των Σελτζούκων Τούρκων, αρκετά καλοδιατηρημένα οθωμανικά κτίσματα (κυρίως κοντά στο ποτάμι) και φημίζεται για τα μήλα της!


Λεπτομέρεια του σελτζουκικού τζαμιού της Αμάσειας


Το ίδιο βράδυ φτάσαμε στην Άγκυρα κι από εκεί, την επομένη, επιστρέψαμε στην Κων/πολη. Για την Άγκυρα όμως σε άλλο ποστ, γιατί αυτή δεν ήταν η μόνη επίσκεψή μου στην τουρκική πρωτεύουσα.


Μπόνους τρακ: τι φάγαμε στον Πόντο;

Παρόλο που ο Πόντος φημίζεται για ορισμένα από τα τοπικά πιάτα, επειδή ήμασταν συνεχώς στον δρόμο δεν είχαμε και πολλές επιλογές. Συνήθως αναγκαζόμασταν να κανούμε μια παράκαμψη προς την πλησιέστερη πόλη ή μεγάλο χωριό και να φάμε στο πρώτο – και πολλές φορές μοναδικό – εστιατόριο που βρίσκαμε, κι αυτό ήταν συνήθως κεμπαπτσίδικο. Παραδόξως, φάγαμε αρκετά καλό φαγητό σ’ένα μαγειρείο του Μπαϊμπούρτ. Στη δε Σινώπη φάγαμε πολύ ωραία ψαρόσουπα – είχαμε βρει στον τουριστικό οδηγό ότι ένα εστιατόριο στην παραλία της φημίζεται για την ψαρόσουπά του. Το ψάρι είναι άλλωστε η βάση της ποντιακής κουζίνας, για την οποία οι γνώσεις μου προέρχονται από την Κων/πολη, και ιδίως από το ποντιακό εστιατορία «Πάφουλι» του Κουρούτσεσμε. Το σήμα κατατεθέν της ποντιακής κουζίνας είναι λοιπόν ο γαύρος (hamsi), από τον οποίο παρασκευάζονται τα πάντα: υπάρχει ακόμα και... γαυρόψωμο (ακούγεται απαίσιο, αλλά είναι καταπληκτικό) – πώς λέμε τυρόψωμο ή σταφιδόψωμο. Το πιο περίφημο πιάτο όμως είναι το hamsi pilavı, δηλαδή γαύρος με πιλάφι – άλλο φαγητό που ακούγεται πολύ περίεργο, αλλά είναι πάρα πολύ ωραίο! Το βράδυ που είχα πάει στο «Πάφουλι» φάγαμε λοιπόν πολύ ωραία και μέχρι σκασμού. Έτσι σκασμένοι, ζητάμε τον λογαριασμό και το γκαρσόνι αμέσως μας λέει: «Σίγουρα δεν θέλετε γλυκό; Φτιάχνουμε ένα πολύ ιδιαίτερο γλυκό, που υπάρχει μόνο στη Μαύρη Θάλασσα.» Άντε, λέμε κι εμείς, αφού είναι τόσο ιδιαίτερο, ας το δοκιμάσουμε. Και περιμένουμε, και περιμένουμε, και γλυκό πουθενά... Α, αργεί μας λένε, γιατί σερβίρεται ζεστό. Και περιμένουμε, και περιμένουμε... και το γλυκό τελικά φτάνει. Και τι ήταν αυτό το περίφημο και ιδιαίτερο γλυκό; Γαλακτομπούρεκο!



Όψεις της Αμάσειας


Συμβουλές προς επίδοξους Ποντοκατακτητές.

Δεν είμαι σίγουρη αν θα συνιστούσα αυτό το ταξίδι σε κάποιον που δεν ξέρει καθόλου τουρκικά και που δεν ξέρει λίγο την Τουρκία... Ο λόγος είναι πρώτα απ’όλα πρακτικός: κάποιος που δεν μιλάει τουρκικά σίγουρα θα έχει πρόβλημα επικοινωνίας. Είναι όμως και πιο ουσιαστικός: κάποιος που δεν έχει ιδέα από Τουρκία, ίσως να νιώσει έξω από τα νερά του και να μην ξέρει πάντα πώς να φερθεί – άλλωστε κι εμείς νιώσαμε λίγο περίεργα σε ορισμένα σημεία. Η περιοχή γενικά έχει αρκετό εσωτερικό τουρισμό αλλά σχεδόν καθόλου ξένους τουρίστες, δεν είναι όπως τα παράλια του Αιγαίου όπου οι ντόπιοι νιώθουν άνετα με τους ξένους και αντιστρόφως. Επιπλέον, πόλεις όπως η Τραπεζούντα ή το Ρίζε, για λόγους που έχουν τις ρίζες τους στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, είναι αρκετά συντηρητικά – και ενίοτε ξενοφοβικά – μέρη. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι όποιος ξένος επισκεφτεί αυτά τα μέρη θα κινδυνέψει. Απλώς πρέπει κανείς να είναι στοιχειωδώς προσεκτικός και, ακόμα κι αν είναι προσεκτικός, ενδέχεται να τον κοιτάζουν σαν περίεργο φρούτο... Τι εννοώ στοιχειωδώς προσεκτικός: πρώτον, καλύτερα να νοικιάσετε αυτοκίνητο στην Τουρκία – δεν είναι ανάγκη να κάνει μπαμ από μακριά το γεγονός ότι είστε ξένοι. Δεύτερον, όπως και σε κάθε ταξίδι, καλύτερα να είναι κανείς με παρέα – αν είναι πάνω από δύο κι όχι μόνο γυναίκες, ακόμα καλύτερα. Τρίτον, προσπαθήστε να είστε μετρημένοι στις κινήσεις και στο ντύσιμο, γιατί δεν ξέρετε τι μπορεί να παρεξηγηθεί.


Κι ένα παραλειπόμενο, μια κι είπα ότι είναι καλύτερο να πάτε παρέα και ει δυνατόν όχι μόνο γυναίκες. Εμείς ήμασταν πέντε: τρία κοριτσάκια, δύο αγοράκια. Ποτέ και κανείς δεν μας ρώτησε τι σχέση είχαμε μεταξύ μας, αλλά αυτομάτως σ’όλα τα ξενοδοχεία και τις πανσιόν που μείναμε όταν ζητούσαμε δύο δωμάτια έβαζαν ξεχωριστά κοριτσάκια κι αγοράκια!


Τοπίο στον δρόμο προς την Αμάσεια

19 Νοε 2009

Πόντο - πόντο μετρώ τον Πόντο (μέρος 3ο)


Παναγία Σουμελά


Αφήνοντας πίσω μας το Ρίζε και την Τραπεζούντα, προχωρήσαμε προς το εσωτερικό. Πρώτα όμως θελήσαμε να περάσουμε από το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, που βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 1.000 μέτρων, στα Ποντικά όρη. Το τοπίο είναι πραγματικά εντυπωσιακό: καταπράσινο, μ’έναν δρόμο που ανεβαίνει φιδωτά κι απότομα δίπλα σ’ένα ρέμα. Το βανάκι μας αγκομάχησε για να ανέβει... Το μοναστήρι – ό,τι έχει απομείνει απ’αυτό – έχει αναστηλωθεί (μερικοί λένε όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο) και λειτουργεί ως μουσείο. Στις τοιχογραφίες βλέπει κανείς χαραγμένα ονόματα και μηνύματα με διάφορες ημερομηνίες, κυρίως του 19ου αιώνα. Είναι και σε διάφορες γλώσσες, με πιο ενδιαφέρουσες τις επιγραφές στα καραμανλίδικα: τη διάλεκτο των τουρκόφωνων Ορθόδοξων Χριστιανών της Καππαδοκίας, που είναι τουρκικά γραμμένα με το ελληνικό αλφάβητο.


Ονόματα χαραγμένα στα καραμανλίδικα πάνω στις τοιχογραφίες της Παναγίας Σουμελά


Το τοπίο στην Παναγία Σουμέλα


Κι άλλα ελληνικά απομεινάρια...

Όπως μας ενημέρωνε ο ταξιδιωτικός οδηγός, στην περιοχή υπάρχουν τα απομεινάρια ενός ελληνικού χωριού. Όντως, φαίνονται και ερείπια σπιτιών, κι ένα-δυο κτίσματα που πρέπει να ήταν εκκλησίες... Αρκετά κοντά υπάρχει ένας σύγχρονος οικισμός, αλλά με τα ερείπια κανείς δεν δείχνει να ασχολείται.


Ερείπια


Το κάστρο του Μπαϊμπούρτ και η Ακρόπολη της Αθήνας


Αφήνοντας πίσω μας την Παναγία Σουμελά αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε προς το Μπαϊμπούρτ, (Bayburt) μόνη πόλη της περιοχής όπου είχαμε πιθανότητες να βρούμε αξιοπρεπές κατάλυμα. Το τοπίο και το κλίμα άρχισαν ν’αλλάζουν, σε σχέση με τα παράλια: πιο ορεινό, πιο κρύο – για την ακρίβεια, το βράδυ στο Μπαϊμπούρτ ξεπαγιάσαμε, είχε το πολύ 15 βαθμούς... Το Μπαϊμπούρτ (απ’ό,τι είδα τώρα στα ελληνικά λέγεται Βαϊβούρτη, αν και το όνομα είναι μάλλον αρμενικής καταγωγής) είναι μικρή πολή, το βράδυ ακόμα και τα εστιατόρια κλείνουν νωρίς κι υπάρχει μόνο ένα ζαχαροπλαστείο, και φαίνεται πολύ συντηρητική πόλη – η μόνη απ’όσες είδαμε όπου οι γυναίκες (όσες κυκλοφορούσαν) ήταν καλυμμένες ολόκληρες. Επίσης έχει μόνο δύο ξενοδοχεία: ένα που μάλλον νοικιάζει δωμάτια με την ώρα κι αυτό που μείναμε, όπου όπως μας ενημέρωσε ο ξενοδόχος (και πιθανότατα υπο-πράκτορας των γνωστών και μη εξαιρετέων υπηρεσιών) καταλύουν τα ελληνικά γκρουπ που πηγαίνουν να βρουν τις ρίζες τους στην περιοχή. Το Μπαϊμπούρτ φημίζεται για το κάστρο του, για το οποίο οι κάτοικοι είναι πολύ περήφανοι: μας ρώτησαν αν το επισκεφτήκαμε (το επισκεφτήκαμε και χαζέψαμε και το ηλιοβασίλεμα) και στη συνέχεια αν έχει κι η Αθήνα κάστρο... απαντήσαμε πως ναι, έχει την Ακρόπολη...


Το κάστρο του Μπαϊμπούρτ (ο ήλιος έχει ήδη δύσει)


Η Χάιντι στον Πόντο


Όπως ήδη είπα, το τοπίο είχε αρχίσει ν’αλλάζει, γινόταν πιο ορεινό, και βλέπαμε από μακριά ορισμένες κορυφές που είχαν ακόμα (και φαντάζομαι έχουν όλο τον χρόνο) πάγο. Κυρίως χαμηλή βλάστηση και πολλές αγελάδες! Περιμένεις να δεις τη Χάιντι να τις αρμέγει! Εγώ πόζαρα και σαν Χάιντι, ανάμεσα σε λουλουδάκια (δυστυχώς όχι εντελβάις) σε μια καταπράσινη πλαγιά, αλλά πόσο ρεζίλι να γίνω πια, δεν βάζω εδώ τη φωτογραφία! Ανεβαίνοντας λοιπόν έναν απότομο, φιδωτό δρόμο άναμεσα σε πλαγιές χαμένες πίσω από ομίχλη, φτάσαμε σ’ένα χωριό με το ποιητικό όνομα Yağmurdere (Γιααμούρντερε – μπορεί να μεταφραστεί Βροχορεματιά). Είναι ένα από τα μικρότερα χωριά που έχω δει και διαθέτει, εκτός από σπίτια, ένα καφενείο κι ένα μικρό στρατόπεδο. Για πρώτη φορά είδαμε εδώ μια περίεργη (οικολογική φαντάζομαι!) καύσιμη ύλη που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι: κοπριά την οποία φτιάχνουν σε στρογγυλό πατικωμένο σχήμα (σαν ταψί) και ξεραίνουν στον ήλιο.


Το Γιααμούρντερε υπό βροχή (όνομα και πράγμα)


Η βροχή σταμάτησε. Μπροστά στα σπίτια, η πρωτότυπη καύσιμη ύλη της περιοχής


Το Γκιουμούσχανε: πέντε τρελοί και μια γριά


Κάπου εδώ περάσαμε και από το Γκιουμούσχανε (Gümüşhane), Αργυρούπολη στα ελληνικά (το ίδιο ακριβώς σημαίνει και το τουρκικό του όνομα), μικρή πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον – αλλά σ’εμάς συνέβη κάτι ενδιαφέρον! Πιστοί στην προσπάθειά μας να έρθουμε σε επαφή με τον ντόπιο πληθυσμό, αποφασίζουμε να πάρουμε μία ηλικιωμένη κυρία που έκανε ωτοστόπ κουβαλώντας ένα σακί εμφανώς βαρύ για τις δυνάμεις της. Θα την πηγαίναμε στο χωριό της, σε μια πλαγιά έξω από το Γκιουμούσχανε. Της πιάνουμε βέβαια την κουβέντα, για να συνειδητοποιήσουμε μετά από λίγο ότι ωραία μας τα έλεγε (την ιστορία της ζωής της, τι έκαναν τα παιδιά της κλπ.) μεν, αυτά που μας έλεγε ουδεμία σχέση είχαν μ’αυτά που τη ρωτούσαμε δε... Όταν μάλιστα τη ρωτήσαμε πώς να πάμε στο χωριό της κι απλώς μας αγνόησε, μας έζωσαν τα φίδια: τα είχε άραγε χαμένα; Και τι διάολο, που θα την αφήναμε; Βάλαμε στο αυτοκίνητο μία ηλικιωμένη και δεν ξέρουμε πού την πάμε; Οι εφημερίδες θα μας έγραφαν: «τουρίστες απάγουν ηλικιώμενη»... Τελικά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, σχεδόν της ουρλιάζουμε την ερώτηση: «πώς θα πάμε στο χωριό σου;». Και, ω του θαύματος, λαμβάνουμε διαυγέστατη απάντηση: η κυριούλα απλώς ήταν βαρύκοη...


Τοπίο: πρασινάδα, λουλούδια και στο βάθος πάγοι που δεν λιώνουν ποτέ


17 Νοε 2009

Πόντο - πόντο μετρώ τον Πόντο (2ο μέρος)

Παλιό σοκάκι της Οινόης


Σαμψούντα, Κερασούντα: άσ’το καλύτερα...

Συνεχίζοντας προς την Τραπεζούντα, περάσαμε από την Σαμψούντα (Samsun) και την Κερασούντα (Giresun), με σκοπό ενδεχομένως να καταλύσουμε σε μία από τις δύο πόλεις. Τελικά όμως ούτε καν που σταματήσαμε: και οι δύο είναι αρκετά μεγάλες πόλεις, από τις μεγαλύτερες του Πόντου, κι έχουν καταστραφεί από τη γνωστή σύγχρονη τουρκική αρχιτεκτονική, που έχει μετατρέψει τις επαρχιακές πόλεις σε δάση ακαλαίσθητων, γκρίζων πολυκατοικιών που αποπνέουν μιζέρια – πραγματικά, οι πολυκατοικίες που χτίστηκαν στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονικής με την αντιπαροχή είναι κλάσεις ανώτερες...


Τραπεζούντα: πολλοί πολύ Πόντιοι

Δρόμο πήραμε δρόμο αφήσαμε λοιπόν, περάσαμε από την Οινόη ή Ούνιε (Ünye) περάσαμε ήδη βράδυ και υπό δυνατή βροχή και την Τρίπολη ή Τιρέμπολου (Tirebolu), και φτάσαμε αργούτσικα στην Τραπεζούντα. Είχαμε βρει στον ταξιδιωτικό οδηγό ένα ξενοδοχείο που φαινόταν καλό και προσπαθήσαμε να το βρούμε. Ακολουθώντας το γνωστό αξίωμα «ρωτώντας πας στην Πόλη», αρχίσαμε να ρωτάμε περαστικούς. Τι το θέλαμε; Αριστερά μάς έλεγε ο ένας, δεξιά ο άλλος... Τελικά βρήκαμε το ξενοδοχείο περίπου κατά τύχη.


Άποψη της Τραπεζούντας (και στο βάθος θάλασσα)


Σημείωση 1η: το ζεστό νερό στα ξενοδοχεία

Σ’όσα ξενοδοχεία ή πανσιόν τηλεφωνούσαμε για να ρωτήσουμε λεπτομέρειες, ρωτούσαμε κι αν υπήρχε ζεστό νερό. Τελικά διαπιστώσαμε ότι η σωστή απάντηση, αυτή που θέλαμε, δεν ήταν «υπάρχει» (“var”), αλλά «24 ώρες» (“24 saat”), δηλαδή δεν κλείνει ο θερμοσίφωνας μετά τη δύση του ηλίου...


Σημείωση 2η: ο προσανατολισμός στις τουρκικές πόλεις

Υπάρχει ένας αλάνθαστος τρόπος να προσανατολιστείς σε μια τουρκική πολή: να βρείς τη λεωφόρο Ατατούρκ που σίγουρα θα υπάρχει στο κέντρο της. Ο δεύτερος πιο κεντρικός δρόμος είναι πιθανό να ονομάζεται λεωφόφος Ινονού, ενώ σε ορισμένες πόλεις υπάρχει και μια λεωφόρος που το όνομά της είναι η ημερομηνία κατά την οποία πέρασε από εκεί ο Κεμάλ το 1919, πηγαίνοντας να ξεκινήσει τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας (İstıklâl Savaşı) του 1919-22, δηλαδή τον πόλεμο εναντίον του ελληνικού στρατού που εκστράτευσε στη Μικρασία.


Η ιστορική Τραπεζούντα


Το προαύλιο της Αγ. Σοφίας Τραπεζούντας. Νομίζω ότι η γούρνα χρησίμευε για κολυμπήθρα... Κάτω από τον λόφο, θάλασσα.


Ιστορική πόλη η Τραπεζούντα (Trabzon) και αυτό της φαίνεται, παρόλο που κι αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί από τις γνωστές κακάσχημες πολυκατοικίες. Υπάρχουν μερικά συμπαθητικά σοκάκια. Πίσω από το ξενοδοχείο μας υπήρχε ένα κτήριο που η αρχιτεκτονική του θύμιζε αυτή των ελληνικών σχολείων της Κων/πολης. Επίσης, η πόλη έχει ένα ιστορικό μουσείο, που ήταν το εντυπωσιακότατο σπίτι ενός Χριστιανού εμπόρου, η οικία Κωστάκη. Φαίνεται ότι αυτός ο κύριος, Κωστάκης Θεοφυλακτώφ ή κάπως έτσι είναι ολόκληρο το όνομά του, ήταν τραπεζίτης από τη Ρωσία. Κρίνοντας από το όνομα, υποψιάζομαι ότι ίσως και να ήταν Ελληνο-ρώσος ή και Έλληνας στην καταγωγή με ρωσική υπηκοότητα. Επίσης, στην Τραπεζούντα υπάρχει ένα κάστρο και μια πολύ εντυπωσιακή βυζαντινή εκκλησία. Βρίσκεται σ’ένα ψηλό σημείο της πόλης κι έχει θέα στη θάλασσα. Όλα αυτά βέβαια τα είδαμε κάτω από βροχερό καιρό – ήταν Ιούνιος, αλλά η Μαύρη Θάλασσα φημίζεται για τον μουντό και βροχερό καιρό της, χάρη στον οποίο είναι και καταπράσινα τα τοπία της.


Το Ρίζε: βοήθεια!


Άποψη του Ρίζε από το Ινστιτούτο Τσαγιού


Μείναμε και δεύτερο βράδυ στην Τραπεζούντα. Αποφασίσαμε να μην ψάξουμε άλλο ξενοδοχείο στο Ρίζε (Rize), που δεν είναι πολύ μακριά, κι απλώς να χρησιμοποιήσουμε την Τραπεζούντα ως βάση για μια εξόρμηση στο Ρίζε (νομίζω ότι στα ελληνικά ονομάζεται Ριζούπολη). Και πολύ καλά κάναμε! Το Ρίζε ήταν μια λίγο τρομακτική εμπειρία. Γκρίζα και μουντή πόλη κι αυτή, αλλά κυρίως μας φάνηκε πάρα πολύ κλειστή: ελάχιστες γυναίκες κυκλοφορούσαν στους δρόμους και νιώθαμε να μας κοιτάζουν περίεργα γιατί αμέσως αντιλαμβάνονταν ότι ήμασταν ξένοι – υποψιαστήκαμε ότι οι μόνοι ξένοι που έχουν δει στην πόλη είναι οι -χμ- εργαζόμενες που καταφτάνουν από το πρώην ανατολικό μπλοκ... Από το Ρίζε είναι και η καταγωγή του νυν πρωθυπουργού της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (αν και μεγάλωσε στην Κων/πολη). Επίσης στο Ρίζε υπάρχει το περίφημο Ινστιτούτο Τσαγιού που ίδρυσε ο Ατατούρκ στις παρυφές τις πόλεις (με θέα κάτω στην πόλη και τη θάλασσα). Το τσάι είναι ένα από τα προϊόντα που παράγει η Μαύρη Θάλασσα – και καταναλώνεται πολύ στην Τουρκία. Το Ινστιτούτο Τσαγιού λοιπόν, το Çay Enstitüsü ή Çay Kurumu, γνωστό ως Çaykur, προάγει την τσαγοκαλλιέργεια και παράγει και την ομώνυμη μάρκα τσαγιού. Καθίσαμε λοιπόν στον κήπο του Ινστιτούτο, όπου υπάρχει τεϊπωλείο. Επειδή όμως έτσι κι αλλιώς δεν εκτιμάμε το τσάι του Çaykur, είπαμε να παραγγείλουμε ένα πράσινο τσάι, μήπως κι ήταν καλύτερο... Τι το θέλαμε; Με επιδέξιες κινήσεις, το τσάι πότισε τα γλαστράκια γύρω από το τραπέζι μας...


12 Νοε 2009

Πόντο - πόντο μετρώ τον Πόντο (μέρος 1ο)

Το βανάκι μας σε κατοπινό σταθμό του ταξιδιού (και κρυμμένο πίσω από την πόρτα του συνοδηγού ένα κουπέπι)

Μετά από απαίτηση χιλιάδων αναγνωστών, παρουσιάζουμε μια ταξιδιωτική υπερπαραγωγή: ο Πόντος, άλλως Μαύρη Θάλασσα (Karadeniz στα τουρκικά), και ό,τι θέλατε να μάθετε για τους Πόντιους (στο φυσικό τους περιβάλλον) και φοβόσασταν να ρωτήσετε! Η Μαύρη Θάλασσα είναι βέβαια πολύ μεγάλη (436.500 τμ.) και βρέχει έξι χώρες: Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία, Γεωργία, Τουρκία. Εμείς, ως γνωστοί κολλημένοι άνθρωποι, γυρίσαμε την τουρκική πλευρά της, με αυτοκίνητο, πριν από λίγα χρόνια. Ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη φτάσαμε ως την Τραπεζούντα και το Ρίζε και μετά γυρίσαμε από το εσωτερικό, περνώντας από την Αμάσεια και την Άγκυρα.

Πρώτο καθήκον ήταν η ενοικίαση κατάλληλου αυτοκινήτου, που να χωράει 5 άτομα με μπαγκάζια, εκ των οποίων μεγαλούτσικη βαλίτσα του ενός κουπεπκιού (που ερχόταν από το Παρίσι) και μεγάλη βαλίτσα έτερου κουπεπκιού (που θα συνέχιζε για Μπακού). Αφού βρήκαμε το κατάλληλο 7θέσιο βανάκι, ξεκινήσαμε (κι ο Αλλάχ βοηθός).


Η γραφική Σαφράμπολις



Όψη της Σαφράνμπολου


Πρώτη στάση μετά την αναχώρηση από την Κωνσταντινούπολη, η Σαφράνμπολου (Safranbolu), πραγματικά πολύ όμορφη μικρή πόλη, που έχει διατηρήσει σ’ένα μεγάλο μέρος της την οθωμανική αρχιτεκτονική, και γι’αυτό αποτελεί και προστατευόμενο μνημείο της UNESCO. Σ’ένα από τα δρομάκια της παλιάς αγόρας βρήκαμε ένα μικρό μαγειρείο, όπου και φάγαμε.

Έξτρα πληροφορία για τη Σαφράνμπολου: σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες επίκειται η αδελφοποίησή της με τη Σκύδρα του νομού Πέλλας, με την οποία τα κουπέπκια συνδέονται με ισχυρούς φιλικούς δεσμούς!

Το πρώτο βράδυ μείναμε στην Αμάσρα (απ’ό,τι είδα τώρα, στα ελληνικά ονομαζόταν Αμαστρίς), παραθαλάσσιο τουριστικό θέρετρο – σ’αυτό συμβάλλει σίγουρα το ότι βρίσκεται ακριβώς βόρεια της Άγκυρας.


Ο Πρώτος Πόντιος!

Την επόμενη μέρα, στόχος ήταν να φτάσουμε ως τη Σινώπη. Κάναμε ένα μέρος της διαδρομής παραλιακά, ο δρόμος όμως ήταν στένος και φιδωτός, κι έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μία παράκαμψη, να μπούμε λίγο στο εσωτερικό και να περάσουμε από τον Κασταμονή.

Αν θυμάμαι καλά, σ’αυτή τη διαδρομή συναντήσαμε και τον Πρώτο Πόντιο του Ταξιδιού (χειροκροτήματα, τιμητική πλακέτα), έναν αγρότη που μας έκανε ωτοστόπ για να πάει στο χωράφι του. Μας ενημέρωσε για την παραγωγή φουντουκιών, παραδοσιακού προϊόντος της Μαύρης Θάλασσας. Προς μεγάλη μας ικανοποίηση είχε την προφορά-ντοπιολαλιά του Πόντου! Εδώ να σημειώσω ότι οι Πόντιοι στα τουρκικά ονομάζονται Λαζοί (Laz) και αποτελούν σχεδόν... ξεχωριστή «φυλή». Έχουν πολύ χαρακτηριστική προφορά, όπου κι αν βρεθούν ακούνε ποντιακή μουσική (ο εφιάλτης: στην Κων/πολη κυκλοφορούν πολλοί Πόντιοι ταξιτζήδες, που έχουν μονίμως το ραδιοφώνο στον Karadeniz FM για να ακούγεται σύγχρονη ποντιακή μουσική, δηλαδή ένα συνδυασμό λύρας και σινθεζάιζερ), κι επίσης – ώ, ναι – προσφέρουν τα θέματα ολόκληρης σειράς ανεκδότων, με κύριο πρωταγωνιστή τον Τεμέλ (πώς λέμε Κωστίκας και Γιωρίκας;).

Βέβαια, διαφορετικές (και πολύ διαφορετικές μάλιστα) προφορές υπάρχουν σε όλες τις περιοχές της Τουρκίας. Για παράδειγμα, σ’αυτό το γνωστό σήριαλ που είχε παιχτεί και στην Ελλάδα, «Τα σύνορα της αγάπης», αλλιώς μιλούσαν οι Κωνσταντινοπολίτες και η μορφωμένη κόρη της οικογένειας, η Ναζλί, κι αλλιώς η οικογένεια Μπακλαβατζίογλου και οι κάτοικοι του Γκαζίαντεπ: μιλούσαν τη δική τους ντοπιολαλιά, που έχει αρκετά διαφορετική προφορά, αλλά ακόμα και διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. στα ρήματα. Έτσι, πολλοί απ’αυτούς που συναντήσαμε στο ταξίδι – και ο Πρώτος Πόντιος – όταν μας ρώτησαν από πού ερχόμασταν και απαντήσαμε αόριστα «από την Κων/πολη», δεν αποκλείεται να μας πέρασαν και για Τούρκους: είναι τόσες οι προφορές που ακόμα και η δική μας προφορά (ξενική βέβαια, αλλά μαθημένη στην Κων/πολη) μπορεί να φανεί σε επαρχιωτές σαν τουρκική.


Η συντηρητική Κασταμονή

Φτάσαμε λοιπόν στην Κασταμονή (Kastamonu), όπου αποφασίσαμε να σταματήσουμε για μεσημεριανό. Η Κασταμονή είναι παλιά πολή κι έχει ορισμένα μνημεία στο κέντρο της, αλλά κατά τα άλλα είναι καταθλιπτική, όπως οι περισσότερες τουρκικές πόλεις. Αυτό όμως που μας έκανε εντύπωση ήταν ο συντηρητισμός της: οι ηλικιωμένοι κάτοικοι που μας είδαν να περιφερόμαστε στην αυλή του ιστορικού τζαμιού σαν τουρίστες (με βερμούδες και τιραντάκια) δεν έδειξαν και πολύ ευχαριστημένοι – για την ακρίβεια μάς σχολίαζαν, νομίζοντας ότι δεν καταλαβαίναμε.... Καταλάβαμε λοιπόν ότι όντως ισχύει αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή ο λόγος που ο Ατατούρκ ξεκίνησε το 1925 την «επανάσταση της ενδυμασίας» από την Κασταμονή, ήταν ότι πίστευε πως αν έπειθε τους κατοίκους της Κασταμονής, σίγουρα θα έπειθε και τους υπόλοιπους Τούρκους να υιοθετήσουν το δυτικό καπέλο αντί για το φέσι. Φύγαμε λοιπόν από την Κασταμονή όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε...


Άφιξη στον καθ’αυτό Πόντο: η Σινώπη


Παραδοσιακό κτήριο στη Σινώπη


Το βραδάκι φτάσαμε τελικά στη Σινώπη (Sinop), όπου και μείναμε. Η Σινώπη είναι σχετικά μικρή πόλη, και γι’αυτό μάλλον έχουν διατηρηθεί (σε όχι και τόσο καλή κατάσταση βέβαια) και αρκετά από τα παλιά σπίτια της. Η πόλη διαθέτει και αρχαιολογικό μουσείο, με αρκετές επιγραφές στα ελληνικά ατάκτως ερριμμένες στον κήπο του (μέσα δεν μπορέσαμε να μπούμε, ήταν κλειστό επειδή ήταν Κυριακή). Βρήκαμε επίσης και μια μισοερειπωμένη εκκλησία (βυζαντινή, αν θυμάμαι καλά). Προσοχή: το ότι τα προσώπα στις αγιογραφίες είναι κατεστραμμένα δεν οφείλεται απαραιτήτως σε βανδαλισμούς μουσουλμάνων: λέγεται ότι οι χριστιανοί έξυναν τα πρόσωπα των αγίων (κυρίως τα μάτια), πιστεύοντας ότι έτσι θα γιατρεύονταν από παθήσεις των ματιών.


Αγιογραφία