6 Απρ 2010

Να τελειώνουμε με τον εναγκαλισμό κράτους-εκκλησίας

Προσοχή: ακολουθεί σεντόνι. Κάθε Πάσχα θυμάμαι ακόμα καλύτερα γιατί βρίσκω εξοργιστική τη θέση της θρησκείας στον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα.

Ακόμα μια φορά και φέτος, το Άγιο Φως έφτασε στην Ελλάδα όπου έγινε δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους και με ειδικές πτήσεις διανεμήθηκε σε όλες τις γωνιές της χώρας. Η τελετή αφής του Αγίου Φωτός έγινε στον Άγιο Τάφο, στην Ιερουσαλήμ, χωρίς αυτή τη χρόνια – ω του παναγίου θαύματος! – να προκληθούν επεισόδια μεταξύ ιερωμένων ή πιστών που άλλοι τονίζουν την ελληνορθόδοξη ταυτότητά τους κι άλλοι προτάσσουν τον αραβικό/παλαιστινιακό χαρακτήρα του εδάφους και της εκεί Εκκλησίας. Πριν από λίγα χρόνια είχε μάλιστα αναχθεί σε σπουδαίο ζήτημα η εκλογή του Ορθόδοξου Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ζήτημα στο οποίο είχε αναμιχθεί και το ελληνικό κράτος (επί κυβέρνησης Καραμανλή, αν θυμάμαι καλά), δια του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο βασικός και πιο απτός λόγος για τον οποίο δημιουργείται ένταση στα άγια αυτά εδάφη έχει να κάνει με την ισραηλο-παλαιστινιακή διένεξη. Τη στιγμή που το Ισραήλ εποικίζει το διεκδικούμενο και από τους Παλαιστίνιους έδαφος της Ιερουσαλήμ, το Ορθόδοξο Πατριαρχείο έχει κατηγορηθεί από τους Παλαιστίνιους – μέρος των οποίων είναι Ορθόδοξοι και άρα ανήκουν στο ποίμνιό του – ότι πουλάει ακίνητα σε Ισραηλινούς.


Προβλήματα όμως στην περιοχή, ανάμεσα στους Ορθόδοξους Άραβες και τους πνευματικούς ταγούς τους, υφίστανται εδώ και πάνω από έναν αιώνα, δηλαδή πολύ πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, όταν ακόμα λίγοι Εβραίοι από άλλα σημεία της γης είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή που αργότερα διεκδίκησαν ως εθνικό τους έδαφος. Άρα το ζήτημα προϋπήρχε της ισραηλο-παλαιστινιακής διένεξης. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: ποιο ακριβώς, ιστορικά, είναι το ζήτημα; Δεύτερο ερώτημα, που έχει ίσως λιγότερη σημασία για τους άμεσα ενδιαφερόμενους και περισσότερη για τους Έλληνες πολίτες: ποιος είναι ο ρόλος του ελληνικού κράτους σ’αυτό το ζήτημα; Ακόμα πιο απλά, γιατί αυτό το ζήτημα πρέπει να αφορά το ελληνικό κράτος περισσότερο απ’ό,τι οποιοδήποτε άλλο κράτος που ενδιαφέρεται γενικώς και αορίστως για την ηρεμία και την παγκόσμια ειρήνη;


«Ορθόδοξοι», «Ρωμιοί», «Έλληνες» / Το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού


Επειδή είναι δύσκολο να εξετάσουμε ολόκληρη την ιστορία του ζητήματος, ας πάρουμε μόνο μία περίοδο, κατά την οποία το λεγόμενο – τότε – «ζήτημα του Παναγίου Τάφου» ήταν ιδιαίτερα οξυμένο. Πρόκειται για την εποχή των Νεότουρκων, φάση της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ξεκινάει το 1908, με την Επανάσταση των Νεότουρκων. Και πριν από το 1908, η οθωμανική εξουσία, σε ό,τι αφορά τους Ορθόδοξους υπηκόους της, συνομιλεί με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Εντελώς σχηματικά (και απλοποιώντας τα ζητήματα, χωρίς καν να αναφερθούμε στον θεσμό του μιλλέτ και το πώς και πότε δημιουργείται), όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, που στα οθωμανικά αποκαλούνται Ρωμιοί (Rum), ανεξαρτήτως άλλων χαρακτηριστικών τους (με τη γλώσσα να είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που δημιουργούν διαχωρισμούς στους κόλπους των Ορθοδόξων, αφού άλλοι μιλούν ελληνικά, άλλοι βουλγαρικά, άλλοι αραβικά κ.ο.κ.), όλοι λοιπόν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί «υπάγονται» στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, αυτό αρχίζει να γίνεται προβληματικό, καθώς οι εθνικές ιδεολογίες αρχίζουν να δημιουργούν ρήγματα μεταξύ διαφορετικών ομάδων Ορθοδόξων.


Σχηματοποιώντας και απλοποιώντας και πάλι, η ελληνοφωνία του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου, μαζί με μια σειρά από άλλες εξελίξεις, το φέρνουν κοντά στην ελληνική εθνική ιδεολογία και στο ελληνικό κράτος, αν και – προσοχή εδώ! – το Πατριαρχείο εξακολουθεί να είναι προσδεδεμένο στην οθωμανική εξουσία, ενώ η σχέση του με την Αθήνα δεν είναι απαλλαγμένη από εντάσεις. Εν πάση περιπτώσει, και λόγω του γεγονότος ότι η δημιουργία πολιτικών/εθνικών συνόλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία περνάει μέσα από τη θρησκεία, ομάδες που ήθελαν να διαφοροποιηθούν από το Πατριαρχείο και την ελληνοφωνία του και να αναπτύξουν τη δική τους ταυτότητα ένιωθαν την ανάγκη να διεκδικήσουν και τη θρησκευτική ανεξαρτησία τους από το Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικό, και πολύ καλά μελετημένο από Έλληνες ερευνητές τα τελευταία χρόνια, είναι το παράδειγμα των Βούλγαρων, οι οποίοι διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους δημιουργώντας τη δική τους Εκκλησία, την Εξαρχεία. Το Πατριαρχείο αντέδρασε σ’αυτή την κίνηση – όπως άλλωστε, ας μην το ξεχνάμε, είχε αντιδράσει και στη δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας – τονίζοντας ότι η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία τάσσεται εναντίον του «εθνοφυλετισμού» (εθνικισμού θα λέγαμε σε μια πιο σύγχρονη γλώσσα) κι ότι όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανήκουν στο ποίμνιό του, μέσω του οποίου άλλωστε εξασφαλίζεται η υποταγή τους στην οθωμανική εξουσία. Επιχείρημα ιδιαίτερα πειστικό για την Πύλη, η οποία αφμιταλαντεύτηκε ως προς τη στάση που έπρεπε να τηρήσει έναντι των Βούλγαρων. Εν πάση περιπτώσει, η Οθωμανική Αυτοκρατορία τελικά αναγνώρισε την Εξαρχεία.


Τέτοιου είδους ζητήματα όμως απέκτησαν νέα σημασία και βαρύτητα μετά την Επανάσταση των Νεότουρκων. Αυτό που υποσχόταν η νέα εξουσία, με την επαναφορά του οθωμανικού Συντάγματος του 1876, ήταν η ισότητα και η ελευθερία όλων των Οθωμανών. Όπερ μεθερμηνευόμενο από τους Βούλγαρους (και άλλες ομάδες στην ίδια περίπου θέση με τους Βούλγαρους) σήμαινε ότι κάθε Οθωμανός θα είχε το δικαίωμα να επιλέξει σε ποια Εκκλησία και σε ποιο σύνολο θα ανήκε. Ή, πιο απλά για ένα μέρος του λαού, δεν θα είχε πάνω από το κεφάλι του μια εξουσία, αποτελούμενη είτε από ιερωμένους είτε από λαϊκούς, την οποία να μην αναγνωρίζει ως προερχόμενη από τον ίδιο. Προσοχή: δεν λέω ότι εγκαθιδρύθηκε κάποιου είδους λαϊκή εξουσία – σε καμία περίπτωση. Απλώς, στο άκουσμα και μόνο της λέξης ελευθερία, υπήρξε η προσδοκία αν όχι ελευθερίας τουλάχιστον μικρότερης καταπίεσης. Το δε γεγονός ότι υπήρχε ένα εκλεγμένο – έστω έμμεσα κι έστω με περιορισμούς – κοινοβούλιο, ανάγκαζε έτσι κι αλλιώς την εξουσία όχι να είναι επί της ουσίας λαϊκή, αλλά να δείχνει ότι είναι λαϊκή (κατά τη γνώμη μου εδώ τοποθετείται και η αρχή του τουρκικού λαϊκισμού, καταστατική αρχή αργότερα του κεμαλισμού, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Ταυτόχρονα όμως – ω της ιστορικής περιπλοκότητας και αντίφασης! – οι Νεότουρκοι τόνιζαν κι άλλη μιαν αρχή: την ενότητα. Ενότητα ζητούσαν απ’όλους τους Οθωμανούς, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνότητας, για την ενδυνάμωση της Αυτοκρατορίας. Αν λοιπόν οι Βούλγαροι ή και άλλες ομάδες τόνιζαν το γεγονός ότι έπρεπε πια, καθότι ήταν ελεύθεροι, να διαλέγουν μόνοι τους σε ποια ομάδα θα ανήκουν, το Πατριαρχείο και οι συν αυτώ τόνιζαν ότι, για χάρη της οθωμανικής ενότητας, έπρεπε να αποφευχθεί η διάσπαση των Οθωμανών σε τόσες πολλές μικρές υπο-ομάδες. Όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί έπρεπε να μείνουν λοιπόν πιστοί στο Πατριαρχείο. Τι ήταν όμως πια, στις αρχές του 20ου αιώνα, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης;


Άγιος Τάφος κι ελληνοθωμανισμός


Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα συμφέροντα του Πατριαρχείου και της Αθήνας, σε ορισμένα τουλάχιστον ζητήματα, συμπίπτουν. Το Πατριαρχείο θέλει να κρατήσει υπό τη σκέπη του όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, να εξουδετερώσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις. Η Αθήνα, από την πλευρά της, από τα μέσα του 19ου αιώνα, υιοθετεί ως εθνικό ιδεολόγημα τη Μεγάλη Ιδέα. Στόχος του ελληνικού βασιλείου είναι η επέκτασή του, με την ενσωμάτωση σ’αυτό όλων των αλύτρωτων Ελλήνων – και των εδαφών όπου αυτοί κατοικούν, βέβαια. Πώς όμως θα ορίσει ποιοι είναι αλύτρωτοι Έλληνες και πώς θα αποδείξει ότι η θέση τους είναι υπό το ελληνικό κράτος; Εδώ ακριβώς το ελληνικό κράτος, σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, εναγκαλίζεται τη θρησκεία. Χρησιμοποιώντας την ελληνοφωνία του Πατριαρχείου, και διαμορφώνοντας μια εθνική ιστορία βάσει της οποίας «ελληνισμός» και «χριστιανισμός» ήταν πάντα άρρηκτα δεμένοι, φτιάχνει λίγο-πολύ μια εξίσωση (και πάλι απλοποιώ και σχηματοποιώ) που λέει ότι όλοι οι Ορθοδόξοι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όλοι οι Ρωμιοί, είναι Ελλήνες. Καθώς η ιδεολογία του ελληνικού κράτους, μέσω κυρίως της παιδείας, διεισδύει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και καθώς το Πατριαρχείο για να συνδιαλλαγεί με πολλούς λαϊκούς στους κόλπους του οι οποίοι ενστερνίζονται πια την ελληνική εθνική ιδεολογία, αρχίζει κι αυτό να αποκτά έναν όλο και πιο ελληνικό χαρακτήρα, υπόρητα στην αρχή, ξεκάθαρα αργότερα, «Ρωμιός» αρχίζει να σημαίνει «Έλληνας».


Έτσι, μετά το 1908, όταν αυτά τα ζητήματα, όπως είπαμε, οξύνονται, είναι υπ’αυτό το πρίσμα που αντιμετωπίζει και το «ζήτημα του Παναγίου Τάφου». Οι Άραβες, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα των Ορθόδοξων Χριστιανών της περιοχής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, διεκδικούν την ανάδειξη Άραβα Πατριάρχη (εντάσεις με τους ανώτερους κληρικούς της περιοχής είχαν υπάρξει και παλαιότερα). Οι πατριαρχικοί όμως διατείνονται ότι αφού ο Άγιος Τάφος, σύμφωνα μ’όλες τις επιγραφές και τα έγγραφα, ανήκει στους «Ρωμιούς», αυτό σημαίνει ότι ο ανήκει όχι στους «Οθωμανούς Ορθόδοξους» γενικά, αλλά στους «Έλληνες Ορθόδοξους» (έχω στα χέρια μου σχετική μπροσούρα που χρησιμοποιεί ακριβώς αυτούς τους όρους, υπογραμμένη από τον Αρχιμανδρίτη Μελέτιο Μεταξάκη το 1909). Η αλλαγή νοήματος που λέγαμε έχει πια ολοκληρωθεί: «Ρωμιός» σημαίνει πια «Έλληνας». Και οι ελληνικές εφημερίδες – έχω στα χέρια μου μία, τον Εργάτη της Σμύρνης – με πηχυαίους τίτλους καταφέρονται εναντίον των «Αραπάδων» ζητώντας τους να κρατήσουν τα χέρια τους μακριά από τον Άγιο Τάφο «γιατί αλλιώς θα σας τα κόψουμε». Μέσα λοιπόν σ’ένα κλίμα όπου όλοι οι Οθωμανοί – οι Ορθόδοξοι Άραβες στη συγκεκριμένη περίπτωση – θεωρούν πια ότι είναι ελεύθεροι, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σπεύδουν να διευκρινίσουν, κατά την οργουελιανή φράση: «Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα.» Όπου βέβαια τα ζώα που είναι «πιο ίσα από τα άλλα» είναι οι Έλληνες, οι οποίοι θέλουν ελευθερία όχι για όλους, αλλά μόνο για τους εαυτούς τους, για να καταπιέσουν άλλες ομάδες, ως συνδιαχειριστές – μαζί με τους Οθωμανούς/Τούρκους – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γιατί έτσι βλέπουν τους εαυτούς τους, σ’αυτό συμπυκνώνεται ουσιαστικά η ιδεολογία του «ελληνοθωμανισμού» την οποία προωθούν: ελληνοτουρκική συγκυριαρχία στην «καθ’ημάς Ανατολή».


Να τελειώνουμε με τον ελληνοχριστιανισμό


Ο ελληνοθωμανισμός πέθανε όταν οι Έλληνες κατάλαβαν πως οι Οθωμανοί/Τούρκοι δεν θα τους αναγνώριζαν αυτό τον ρόλο συνδιαχείρισης της Αυτοκρατορίας. Θάφτηκε δε οριστικά το 1919. Το 1922 θάφτηκε και η Μεγάλη Ιδέα. Ωστόσο, ό,τι αυτή η ιδεολογία φέρνει μαζί της, κυρίως η σύνδεση του ελληνικού κράτους με τη θρησκεία, ιδέα που δεν υπήρχε το 1821 και στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, επιβίωσε. Το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με τη θρησκεία στα μέσα του 19ου αιώνα, για συγκεκριμένους, ιστορικά εξηγήσιμους λόγους, στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας. Η σύνδεση αυτή – είτε κάποιος διαφωνούσε είτε συμφωνούσε (σ’εμάς σήμερα έτσι κι αλλιώς δεν πέφτει λόγος) – είχε στις τότε συνθήκες έναν λόγο ύπαρξης. Σήμερα δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο ύπαρξης. Η Μεγάλη Ιδέα βρίσκεται στον σκουπιδοντενεκέ της Ιστορίας και καλό θα ήταν να πήγαινε να της κάνει παρέα η σύνδεση του ελληνικού κράτους με τη θρησκεία.


Αν είναι υπόθεση του καθενός το τι κάνει στον ιδιωτικό του χώρο – όπου είναι ελεύθερος να πιστεύει σε όποια θρησκεία θέλει ή να μην πιστεύει καθόλου – στον δημόσιο χώρο η θρησκεία δεν έχει θέση. Το ελληνικό κράτος πρέπει να φροντίζει να έχει πόρους (από τη φορολογία για παράδειγμα) για να έχει ισχυρό κράτος πρόνοιας ∙ η φιλανθρωπία της Εκκλησίας ή οποιουδήποτε άλλου ιδρύματος είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το κράτος πρόνοιας (που αποτελεί δικαίωμα και ένδειξη αλληλεγγύης και όχι φιλανθρωπία) και είναι δική της υπόθεση. Η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να χαράσσεται με βάση το συμφέρον του ελληνικού λαού και να ασκείται από την πολιτική ηγεσία και τους αρμόδιους διπλωματικούς υπαλλήλους, κι όχι μέσω θρησκευτικών φορέων. Δεν έχει καμία δουλειά το ελληνικό κράτος να αναμειγνύεται στα ζητήματα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ή οποιουδήποτε άλλου Πατριαρχείου. Όποιος Έλληνας πολιτικός επισκέπτεται την Τουρκία δεν μπορεί να επισκέπτεται τον Πατριάρχη παρά μόνο αν το κάνει στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής επίσκεψης, που να σχετίζεται με τα προσωπικά του θρησκευτικά πιστεύω κι όχι με την εξωτερική πολιτική της χώρας. Ακόμα κι οι Ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης, μετά απ’όλες τις εξελίξεις που περιγράφονται πιο πάνω, αποτελούν πια προ πολλού μιαν ελληνική μειονότητα (και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται από την Ελλάδα), κι όχι μια πολυεθνοτική ορθόδοξη κοινότητα.


Θρησκευτικά σύμβολα, θρησκευτικοί όρκοι και τελετές δεν μπορούν να έχουν καμία θέση σ’ένα σύγχρονο κράτος. Επιτέλους, αν τα κατάλοιπα της Μεγάλης Ιδέας, που ακόμα υπάρχουν στην παιδεία μας, μπορούσαν μέχρι πρόσφατα να έχουν μια (εντελώς σχετική) λειτουργικότητα, αυτό δεν ισχύει πια ∙ το ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα έχει γίνει πιο επιβλαβές από ποτέ. Το να διδάσκεται ακόμα στο σχολείο η εθνική αφήγηση που δημιουργήθηκε τον 19ου αιώνα, σε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, είχε ως κύρια συνέπεια να δημιούργουνται γενιές αγράμματων – ως προς την Ιστορία τουλάχιστον, την οποία δεν μάθαιναν παρά μόνο ως κάποιου είδους «εθνικό ιδίωμα» – και να αναπαράγεται το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού, που τόσο είχε χρησιμεύσει στη μετεμφυλιακή (και ακόμα περισσότερο στη χουντική) εξουσία.


Χωρισμός κράτους – εκκλησίας και μια άλλη αντίληψη της ιστορίας


Επειδή όντως μετά από πολέμους, αφομοιώσεις, ανταλλαγές πληθυσμών η Ελλάδα είχε έναν σχετικά ομοιογενή πληθυσμό ανθρώπων ελληνικής εθνικής καταγωγής (όπως οι ίδιοι το καταλαβαίναν τουλάχιστον) και ορθόδοξης χριστιανικής κουλτούρας ή και πίστης, αυτές οι συνέπειες, αν και πολύ αρνητικές, μπορούσαν να περνάνε απαρατήρητες. Στον σημερινό κόσμο, όμως, μια τέτοιου είδους διδασκαλία της Ιστορίας είναι εντελώς άχρηστη και πάρα πολύ επικίνδυνη. Άχρηστη γιατί σε καμία περίπτωση δεν βοηθάει τους πολίτες να κατανοήσουν πώς δημιουργήθηκε ο σύγχρονος κόσμος, ποια προβλήματα και ποια διακυβεύματα καλείται η κοινωνία μας να αντιμετώπισει. Άκρως επικίνδυνη γιατί ζούμε πια σε μια κοινωνία πολύ λιγότερο ομοιογενή ως προς την ταυτότητα και τις πεποιθήσεις των ατόμων που την απαρτίζουν. Πολίτες που νομίζουν ότι Έλληνας σημαίνει Ορθόδοξος Χριστιανός, κι ότι επιπλέον η «εθνική ταυτότητα» είναι κάτι στατικό και αναλλοίωτο στους αιώνες, κατί που κληρονομούμε και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε ν’αλλάξουμε, είναι αδύνατο να δεχτούν ως Έλληνες πολίτες ανθρώπους που προέρχονται από άλλες κουλτούρες – οι πρόσφατες εντελώς αποπροσανατολισμένες και αποπροσανατολιστικές συζητήσεις περί «εθνικής ταυτότητας» με αφορμή το πρόσφατο περί ιθαγένειας νομοσχέδιο το αποδεικνύουν περίτρανα.


Η σημερινή κυβέρνηση πρέπει λοιπόν πιεστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Καθώς παίρνει οικονομικά μέτρα που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σοσιαλιστικά, καθώς επιπλέον εδώ και χρόνια δυσκολεύεται να προτάξει μια ξεκάθαρη και ξεχωριστή ιδεολογία, το μόνο που διεκδικεί τα τα τελευταία χρόνια το ΠΑΣΟΚ ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του είναι ο «εκσυγχρονιστικός» χαρακτήρας του. Σ’αυτό το σημείο λοιπόν πρέπει να πιεστεί ώστε να κάνει πράξη κάτι πραγματικά εκσυγχρονιστικό, και που μπορεί πολύ καλά να ταιριάξει με το πρόγραμμα και το προφίλ του: τον ουσιαστικό χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Αν η Εκκλησία της Ελλάδας θέλει να φορολογείται όπως όλες οι επιχειρήσεις, πολύ ωραία, αλλά εφόσον αρχίσει να λειτουργεί ξεκάθαρα σαν επιχείρηση. Να αναλάβει τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της, να παρουσιάζει ισολογισμό και να φορολογείται επί των καθαρών εσόδων της και της περιουσίας της. Στη συνέχεια, θα μπορέσουμε ανενόχλητοι να απαλλάξουμε και την παιδεία μας από τον παρωχημένο και επικίνδυνο ελληνοχριστιανισμό.



9 σχόλια:

undantag είπε...

Νηφάλια ματιά.

Ομολογώ ότι τα περί "Ελληνοθωμανισμού" δεν τα γνώριζα. Αποδεικνύεται από σπόντα για άλλη μια φορά πόσο αστική ήταν η μικρασιατική εκστρατεία. Δε μας φτουράει ο ένας κυρίαρχος για να κάνουμε business; Πάμε με τον άλλο.

Αντιθέτως, τα περί ελληνοχριστιανισμού μου είναι γνωστά, καθότι τέκνο άκρως συντηρητικής ελληνικής επαρχίας. Και συμφωνώ. Όσο νωρίτερα στείλουμε στα τσακίδια αυτό το συρφετό, τόσο καλύτερα.

Кроткая είπε...

έτσι, έτσι.
Με πόσους 13ους μισθούς πληρώθηκε το εισιτήριο του Αγίου φωτός άραγε;

k2 είπε...

@ undantag,
ο ελληνοθωμανισμός είναι αρκετά περίπλοκο φαινόμενο. Μη φανταστείς πάντως ότι πρόκειται για ξεκάθαρη (και ξεκάθαρα υποστηριζόμενη) ιδεολογία. Ήταν πιο πολύ μια λύση ανάγκης και για το ελληνικό κράτος (που μετά την κατραπακιά του 1897 δεν τολμούσε πόλεμο εναντίον της Οθωμ. Αυτ.) και για τους Έλληνες της Αυτοκρατορίας, που κάπως έπρεπε να συνδυάσουν τις διαφορετικές τους ταυτότητες (αν και γι'αυτούς ήταν απολυτώς φυσικό να είναι και Οθωμανοί και Χριστιανοί και Έλληνες).
Αχ, τέκνα της τιμημένης ελληνικής επαρχίας! Πήγες και κατηχητικό; :) Το παράδοξο είναι ότι από τη μεταπολίτευση και μετά ο ελληνοχριανισμός δεν πολυαναφέρεται και είναι σαν να έχει πάψει να υφίσταται επισήμως. Αλλά η παιδεία μας μ'αυτόν εξακολουθεί να είναι μπολιασμένη.

@ Κρότκαγια,
Άστα να πάνε. Άσε το αλλο: όλοι μα όλοι (από τους πολιτικούς μέχρι τους παρουσιαστές της τηλεόρασης) θέλουν ντε και καλά να μας δείχνουν τι καλοί χριστιανοί είναι (λες κι έχει καμιά σημασία) και να μας πρήζουν με "ειδήσεις" του τύπου "Μ. Πέμπτη σήμερα και το θείο δράμα κορυφώνεται" - λες και το μετέδωσε το Ρόιτερς!!

ΠανωςΚ. είπε...

θρησκευτικός τουρισμός:

http://2.bp.blogspot.com/_-TL5WAMaKXw/S734U25LEuI/AAAAAAAAEcc/axgo4oz_3QM/s1600/glentia.jpg

k2 είπε...

@ ΠανωςΚ,
α-πα-πα! κάτι τέτοια βλέπω και μου σηκώνεται η τρίχα! λες τελικά η λύση για να αυξηθεί το ΑΕΠ της χώρας να είναι οι εκδρομές διαφόρων ενοριών σε μοναστήρια;

Τουρνέ στα νησιά είπε...

Πολύ ωραίο το σεντόνι σας κυρία μου!
Μου δίνεις κάθε φόρα πληθώρα στοιχείων , απαραίτητων για τις λογομαχίες μου με τους θεολόγους!

Υ.γ έπρεπέ να σε είχα από μια μεριά στην γιορτή της 25ης Μαρτίου!

k2 είπε...

@ Τουρνέ,
έτσι, έτσι, πάντα στην υπηρεσία σας και στην υπηρεσία της εκπαίδευσης!
Αλλά σας παρακαλώ αγαπητέ μου, μη λέτε "πολύ ωραίο το σεντόνι σας" θα μας παρεξηγήσουν, θα νομίζουν ότι αναφέρεστε σε κανονικό σεντόνι... (ξέρεις, εκείνο το σατέν λεοπάρ που έχω... :))

smiarrr είπε...

Ηθελα να αναφερθω στον ελληνοθωμανισμό κι εγω.Γενικά στη βιβλιογραφια συναντάται ως μια πολιτική πρόταση περί δυαρχίας των Οθωμανων μουσουλμάνων και χριστιανων ορθοδοξων της αυτοκρατοριας, ωστόσο σε άρθρα της εφημερίδας Κωνσταντινούπολις - Θράκης της Πολης (1869-1875), βλέπουμε αναφορες για την συσταση μιας Ανατολικής Αυτοκρατορίας που ολες οι εθνοτητες θα ειναι ισότιμες και θα συμβαλουν στην ανασυσταση της αυτοκρατορίας. Βεβαια υπογραμμιζεται ο ιδιαιτερος ρολος που θα διαδραμματίσει η ελληνικη γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός σε αυτό το εγχείρημα.

k2 είπε...

@ smiarrr,

Ο ελληνοθωμανισμός είναι κάτι αρκετά περίπλοκο. Όπως, κατά τη γνώμη μου, περίπλοκα είναι όλα τα ιδεολογικά ρεύματα (και οι αντίστοιχες πολιτικές προτάσεις τους) αυτής της εποχής σ'αυτή τη γεωγραφική περιοχή. Πρέπει νομίζω να έχουμε υπόψη μας ότι στοιχεία που σ'εμάς φαίνονται εντελώς αντιφατικά έως σχιζοφρενικά, για τους ανθρώπους αυτής της εποχής ήταν εντελώς συμβατά μεταξύ τους, ήταν αναπόσπαστα μέρη της ταυτότητάς τους και της ιδεολογίας τους. Για τους Έλληνες της Οθωμ.Αυτ. γύρω στο 1908 δεν ήταν καθόλου παράλογο να νιώθουν και Έλληνες και Οθωμανοί. Όσο για τον ελληνοθωμανισμό, φαίνεται σαν μια πρόταση που δεν έχει καμία σχέση με τον εθνικισμό, πολλοί απ'αυτούς που τον υποστήριζαν θεωρούσαν ειλικρινά ότι θα μπορούσαν όλες οι εθνότητες της Αυτ. να τον δεχτούν και να συνυπάρξουν χάρη σ'αυτόν, αλλά έχει ένα υπόβαθρο που τον καθιστά εθνικιστικό. Καταρχάς, είναι μια πρόταση που βολεύει πάρα πολύ το Ελληνικό Βασίλειο εκείνη την εποχή (τα έχουν γράψει και η Σκοποτέα και η Αναγνωστοπούλου αυτά). Δεύτερον, ακριβώς επειδή θεωρούν ότι η ελληνική γλώσσα και γενικά η ελληνική πολιτιστική "ανωτερότητα" (έτσι τη βλέπουν οι ίδιοι) μπορεί ειρηνικά να υπερισχύσει μέσα στη Οθωμ.Αυτ., ο ελληνοθωμανισμός τείνει πιο πολύ προς το ελληνικό παρά προς το οθωμανικό του σκέλος.
Όλα αυτά τα λέω βέβαια εδώ εντελώς σχηματικά και απλουστευτικά. Φαντάζομαι ότι θα έχεις υπόψη σου τη "Μικρά Ασία" της Σίας Αναγνωστοπούλου - νομίζω ότι μπορεί να σε βοηθήσει να καταλάβεις πολλά πράγματα.
Μου κάνει εντύπωση πάντως που αυτά που αναφέρεις τα έχεις δει σ'εφημερίδα του 1869-75, είναι αρκετά νωρίς, ενδιαφέρον αυτό! Έγω έχω πιο πολύ υπόψη μου την εποχή των Νεότουρκων (άντε και λίγο νωρίτερα), κι από ελληνόφωνες εκδόσεις έχω ως παράδειγμα στο μυαλό μου τον "Εργάτη" της Σμύρνης.