28 Ιουν 2010

Μαθήματα τουρκικών 4: bir tefrika

Tefrika λέγονται τα «κομμάτια» ή «επεισόδια» των λογοτεχνικών κειμένων που μεταφράζονται σε συνέχειες και κατ’επέκταση και αυτού του είδους τα κείμενα, που δημοσιεύονται σε συνέχειες, συνήθως σε εφημερίδες ή περιοδικά. Μερικές φορές πρόκειται και για απομνημονεύματα. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό tefrik που σημαίνει «διαχωρισμός», «κομμάτιασμα» σαν να λέμε, και άρα και κομμάτι. Τα λογοτεχνικά κείμενα σε συνέχειες συνηθίζονταν κάποτε πολύ στις εφημερίδες και στα περιοδικά, στην Τουρκία, στην Ελλάδα και φαντάζομαι κι αλλού.

Εδώ θα βάλω σε δύο συνέχειες ένα διήγημα του Τούρκου συγγραφέα Ογούζ Ατάυ (Oğuz Atay – 1934-1977). Η τουρκική λογοτεχνία είναι πολύ πλούσια κι έχει να επιδείξει σπουδαίους ποιητές (από τους σύγχρονους πιο γνωστός εκτός Τουρκίας είναι μάλλον ο Ναζίμ Χικμέτ) και πεζογράφους. Προσωπικά ξεχωρίζω τρεις πεζογράφους που μου αρέσουν ιδιαιτέρως: τον Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ (Ahmet Hamdi Tanpınar – 1901-1962), τη Σεβγκί Σοϋσάλ (Sevgi Soysal – 1936-1976) και τον Ογούζ Ατάυ. Είναι κι οι τρεις αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους. Το πιο ιδιαίτερο στυλ γραφής το έχει μάλλον ο τελευταίος. Δεν είμαι κατάλληλη για να κάνω εμβριθή λογοτεχνική ανάλυση, αλλά το πόσο ιδιαίτερος είναι θα φανεί και σ’αυτό το διήγημα.

Πρόκειται για το διήγημα “Unutulan” («Ο ξεχασμένος») που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Korkuyu Beklerken” («Περιμένοντας τον Φόβο»), η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1973. Θα προτιμούσα να μετέφραζα το ομώνυμο της συλλογής διήγημα, που είναι το αγαπημένο μου, αλλά πρόκειται για νουβέλα 65 ολόκληρων σελίδων και δυστυχώς δεν έχω τον χρόνο να το μεταφράσω... Η μετάφραση του «Ξεχασμένου» βγήκε αρκετά εύκολα, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι έχω αποδώσει το ύφος του Ατάυ τόσο καλά όσο θα ήθελα. Ένα από τα προβλήματα είναι κι ο ίδιος ο τίτλος: επειδή στα τουρκικά δεν υπάρχουν γένη, αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που το μετέφρασα ως αρσενικό («ξεχασμένος») κι όχι ουδέτερο («ξεχασμένο»), βάζοντάς το ίσως και στον πληθυντικό (περιφραστικά ίσως, ως «αυτά που ξεχάστηκαν»).

Ιδού το πρώτο μέρος.


Το εξώφυλλο της πιο πρόσφατης έκδοσης του "Περιμένοντας τον Φόβο" (εκδόσεις İletişim). Στη φωτογραφία ο Ογούζ Ατάυ.


Ο ξεχασμένος


«Στο πατάρι ανέβηκα αγάπη μου!» φώναξε κοιτάζοντας προς τα κάτω, απ’την τρύπα του ανοίγματος. «Τα παλιά βιβλία πιάνουν πολλά λεφτά τη σήμερον ημέρα. Θέλω να ρίξω μια ματιά.» Άκουσε αυτά που του είπα; «Είναι πολύ σκοτεινά εκεί ∙ περίμενε, σου φέρνω ένα φακό.» Ωραία. Μια βαρετή μέρα. Κάποιος μου έλεγε ότι σ’όλη μου τη ζωή συνεχώς επιζητώ το ενδιαφέρον. Να είχα έναν καθρέφτη να φανεί ότι γελάω ∙ και λίγο φως. «Θα σπάσεις κάνα πόδι μες στα σκοτάδια.» Από την τρύπα του ανοίγματος ήρθε προς τα πάνω ένας φακός. Το φως στην άκρη του χεριού με τον φακό φώτισε στην τύχη μια γωνιά κάπου ∙ χάιδεψε αυτό το χέρι. Το χέρι χάθηκε. Τι σκέφτεται άραγε; Χαμογέλασε: πάλι σκέφτεται;

Είχε χρόνια ν’ανέβει σ’αυτό το σκονισμένο, αραχνιασμένο σκοτάδι. Μερικές κατσαρίδες βλέποντας το φως το έβαλαν στα πόδια. Τρόμαξε ∙ όμως, η σκέψη ότι θα είναι χρήσιμη της έδωσε δύναμη. Ίσως νά’πρεπε να φέρω σε πέρας αυτή τη δουλειά χωρίς να πω τίποτα. Δεν περιμένει αντάλλαγμα από μένα. Τώρα εγώ τον βοηθάω; Δεν ξέρω, μερικές φορές μπερδεύομαι ∙ ειδικά όταν υπάρχει αυτό το βουητό στο κεφάλι μου. Θά’θελα να ήξερα να σκέφτομαι όπως αυτός. Με παρακολουθεί, κρυφά, γιατί ντρέπεται. Πρέπει λοιπόν να βιαστώ. Έστρεψε το φακό προς ένα κοντινό σημείο ∙ οι φωτογραφίες της μάνας της και του πατέρα της. Ανάμεσά τους μια παλιά σακούλα από παπούτσια και μερικές σπασμένες λάμπες. Γιατί δεν αγαπούσαν καθόλου ο ένας τον άλλο; Πόσο είχα φοβηθεί ότι θα πεθάνουν. Άνοιξε τη σακούλα: αυτά τα είχα φορέσει στον πρώτο χορό που πήγα φορώντας βραδινό φόρεμα. Κάθε βράδυ με κάποιον έβγαινα έξω, για χορό. Α Θεέ μου! Πώς το έκανα αυτό; Σκούπισε τη σκόνη απ’τα χέρια της πάνω στα ρούχα της. Κοίταξε τα μωβ παπούτσια της: έχουν χάσει το σχήμα τους, μούχλιασαν. Φόρεσε το ένα στο αριστερό της πόδι: κοίτα να δεις, καθόλου δεν άλλαξα μέγεθος. Ντράπηκε ∙ και πάλι, δεν μπόρεσε να το βγάλει από το πόδι της. Έκανε ένα-δυο βήματα κουτσαίνοντας. Μετά πλησίασε στις φωτογραφίες, γονάτισε, τις έφερε δίπλα-δίπλα. Τις ξεσκόνισε λίγο με τον αγκώνα της. Ούτε εμένα κατάλαβαν, ούτε τους εαυτούς τους. Πόσο είχα κλάψει. Μπορώ να βρω να τους βάλω κάπου κάτω; Στον διάδρομο, στην αποθηκούλα... χαζομάρες λέω. Δεν τους ξέχασα, δεν τους ξέχασα. Το πρόσωπο του πατέρα της είχε ένα περήφανο κατσούφιασμα. Δεν μπορώ να τους κρεμάσω στον ίδιο τοίχο. Έφερε γρήγορα στο μυαλό της όλη τη διαρρύθμιση του σπιτιού. Δεν ήθελαν να είναι δίπλα-δίπλα ∙ ούτε στον τάφο. Πήρε μία από τις φωτογραφίες ∙ είχε αφήσει τον φακό κάτω, δεν ήξερε ποια φωτογραφία έπαιρνε. Την απόθεσε κάπου ψηλά. Είχε αγχωθεί λίγο ∙ χτύπησε το γόνατό της σ’ένα ξύλο. Παραπάτησε, έπεσε ∙ μια ήπια πτώση. Δεν τολμούσε να σηκωθεί ∙ στα τέσσερα πήγε εκεί που ήταν ο φακός. Μια σακούλα ακόμα. Την άδειασε: παλιές φωτογραφίες! Απομακρυνόταν από τον στόχο της. Δεν πρέπει να σκέφτομαι ότι με πιέζει. Ακόμα κι αν του το λέω κατά πρόσωπο, δεν πρέπει μέσα μου να κάνω αυτή τη σκέψη. Άπλωσε βιαστικά τις φωτογραφίες στο πάτωμα, πέρασε τον φακό πάνω απ’τα σκονισμένα σκοτάδια. Θα μπορούσα να έχω μετακομίσει σε άλλο σπίτι, να τα έχω αφήσει όλα αυτά σε κάποιον που δεν θα ξανάβλεπα ποτέ. Ανακάτεψε τις φωτογραφίες: μα πόσες φωτογραφίες έχω τραβήξει Θεέ μου! Κι οι περισσότερες δεν έχουν βγει καλές. Χαμογέλασε: τι μακριές που ήταν οι φούστες τότε. Άσχημο μάκρος. Κι οι πόζες είναι γελοίες. Ποιος ξέρει από ποια ταινία ξεπατικωμένες... Ορίστε, κάνω ότι έχω γυρίσει την πλάτη και περπατάω και ξαφνικά γυρίζω το κεφάλι μου. Ποιον κοίταζα άραγε; Μια φωτογραφία ακόμα με το ίδιο φόρεμα. Δίπλα μου στέκεται κάποιος. Πολύ σκονισμένη η φωτογραφία. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του, ακόμα και σκονισμένο. Ύγρανε το δάχτυλό της με τη γλώσσα της ∙ οι σκόνες έγιναν λάσπη, και μετά... Στην άκρη του δαχτύλου της είδε το χαμογελαστό πρόσωπο του πρώτου της συζύγου. Πω-πω Θεέ μου! Κάποτε ήμουν κι εγώ παντρεμένη... μετά πάλι ήμουν παντρεμένη. Ο άνθρωπος δεν φτάνει κάπου σε μια μέρα, τι να κάνουμε; Πού; Πόσο είχαμε στενοχωρηθεί από συναισθήματα που δεν μπόρεσα να καθορίσω, να τους δώσω ένα όνομα. Έσκυψε, πήρε μερικές φωτογραφίες από κάτω: πριν τραβηχτεί αυτή η φωτογραφία πώς είχα δημιουργήσει ζήτημα από το τίποτα, και μετά σηκώθηκα κι έφυγα. Και μετά τι έγινε; Μετά... ε, είσαι εδώ... σ’αυτό το σπίτι. Δηλαδή μετά δεν έγινε τίποτα σε σχέση μ’αυτόν. Ούτε κακό, ούτε καλό: δηλαδή, τίποτα. Όμως αυτό δεν το ένιωσα ∙ μεταβάσεις που έγιναν τόσο χωρίς να καταλάβω τίποτα... Όχι, μπερδεύτηκαν οι σκέψεις σου, με την απλή έννοια τα λόγια σου... Τι σχέση έχει μ’αυτό; Όμως εγώ... φεύγοντας απ’αυτόν, πώς και ξαφνικά γύρισα το κεφάλι μου και τραβήχτηκε η φωτογραφία; Πάντα έτσι στεκόμουνα στις φωτογραφίες; Κάθησε κάπου πιο ψηλά, έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια της κι άρχισε να σκέφτεται. Ποιος ξέρει και το δικό του πρόσωπο πώς ήταν; Μάλλον εγώ φταίω ∙ όχι όταν βγήκε η φωτογραφία... ίσως τότε είχα δίκιο, σίγουρα είχα δίκιο. Πολύ πιο πριν... πολύ πιο πριν.

Θέλησε να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στα βιβλία, ήθελε να τελείωνε αυτό το ατέρμονο ταξίδι προς τα πίσω. Προσπάθησε να βγάλει απ’το πόδι της το παλιό της παπούτσι του χορού. Αλλά μετά δεν κατάφερε να βρει τις μαλακές κλειστές παντόφλες της. Στα τέσσερα έφτασε ως τον φακό. Το μπαούλο με τα βιβλία λογικά ήταν στη γωνία πιο κει. Κάτι άλλο όμως ήταν εκεί, κάτι σκοτεινές προεξοχές που δεν έμοιαζαν με μπαούλο με βιβλία. Κράτησε τον φακό προς αυτό τον περίεργο σωρό. Με τρόμο τραβήχτηκε προς τα πίσω: κάποιος ήταν εκεί, κάποιος που καθόταν. Θέλησε να πάρει τον φακό και να εξαφανιστεί όσο πιο γρηγόρα μπορούσε στην τρύπα του ανοίγματος, αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί. Παρ’όλο τον φόβο της, τον πλησίασε με τον φακό. Ό,τι κι αν έκανε το έκανε παρά τον φόβο της, σ’όλη της τη ζωή. Αλλιώς θα είχε εξαφανιστεί προ πολλού. Έστρεψε τον φακό προς το πρόσωπό του: πω-πω Θεέ μου! Στο πάτωμα κείτονταν ο παλιός αγαπημένος της. Σκονισμένος, αραχνιασμένος ∙ όπως όλα τα πράγματα στο πατάρι. Σαν ένα παλιό άγαλμα στερεωμένο με ιστούς αράχνης στο μπαούλο με τα βιβλία και στις τάβλες του σχεδιαστηρίου. Το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στην άκρη ενός τραπεζιού ∙ τα δάχτυλά του σαν να κρατούν μολύβι, κυρτά προς τα κάτω στο κενό. Τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν, τα δόντια της να χτυπάνε, το δάπεδο υποχώρησε κάτω απ’τα πόδια της ∙ και καθώς γλιστρούσε χτύπησε το πόδι της στο σχεδιαστήριο κι αυτό αναποδογύρισε. Και πάλι, το χέρι έμεινε στο κενό: κρατιόταν απ’το ταβάνι με ιστούς αράχνης. Τι θέλησε να κάνει μ’αυτό του το χέρι; Προσπάθησε να γράψει κάτι; Τι κρίμα, δεν θα μάθω ποτέ. Το αριστερό του χέρι ήταν στο πάτωμα, κρατούσε ένα όπλο. Α! Αυτοκτόνησε μήπως; Δεν γίνεται! Αν έκανε κάτι εγώ θα το ήξερα ∙ μου έλεγε τα πάντα. Το είχαμε συμφωνήσει. Δεν θα μ’άφηνε μόνη μου.


[συνεχίζεται]



6 σχόλια:

renata είπε...

Πολύ καλό!! Περιμένουμε τη συνέχεια!

Ετυμολογική(/γλωσική απορία (το βίτσιο μου): Τεφρίκ και τεφαρίκ(ι) ίδια ρίζα? Έχουν καμιά σχέση?

renata είπε...

Δεύτρη απορία: Πώς τα προλαβαίνεις όλα? :)

k2 είπε...

@ renata,
Πες μου τι σημαίνει τεφαρίκι να σου πω :) Την έχω ακούσει δηλαδή τη λέξη, αλλά δεν έχω ιδέα τι σημαίνει.
Ε; Πώς προλαβαίνω τι; Θα νομίσει κανείς ότι προλαβαίνω 2 δουλειές, νοικοκυριό, παιδιά και δεν ξέρω τι άλλο. Εγώ μία δουλειά έχω να κάνω (να γράψω διατριβή) κι ούτε αυτή δεν κάνω! :)

renata είπε...

Τεφαρίκι= πολύ καλής ποιότητα πράγμα. Λέγεται και ειρωνικά!

k2 είπε...

Ρενάτα διάνα έπεσες!
Το κοίταξα στα οθωμανικά λεξικά. Tefarik είναι τα κομμάτια και τα μικρά πράγματα, και κατ'επέκταση τα πράγματα που επιλέγονται ως δώρα. Εδώ βέβαια υπάρχει διχογνωμία: το ένα λεξικό (το Redhouse) υπονοεί μάλλον ότι πρόκειται για δώρα αξίας ("rarities to be offered as presents"), ενώ το άλλο (του Develioğlu) μιλάει για "μικρής αξίας δώρα".

k2 είπε...

Διόρθωση στο προηγούμενο: μάλλον το καταλάβα λανθασμένα αρχικά και "rarities" σημαίνει απλώς αυτό που στα τουρκικά λέγεται "tuhafiye", δηλαδή "νεωτερισμοί", άρα δεν σημαίνει ότι αυτά τα δώρα-τεφαρίκια είναι μεγάλης αξίας.