22 Ιουν 2010

Οι άντρες δεν θα καταλάβουν ποτέ


Είσαι έντεκα χρονών. Μόλις έχεις αρχίσει να αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει κάτι που λέγεται σεξ ή έρωτας ∙ και πάλι δεν ξέρεις ακριβώς τι είναι, ούτε γιατί θα έπρεπε να σ’απασχολεί. Είσαι ακόμα παιδί – κι έχεις σώμα παιδικό. Γυρνώντας από τ’αγγλικά, περπατάς με μια συμμαθήτριά σου ως το σπίτι της, μια παλιά διπλοκατοικία με κήπο. Μπαίνει μέσα, την αποχαιρετάς. Στον κήπο, δίπλα στον φράχτη, στέκεται ένα αγόρι. Ίσως στην ηλικία σου, ίσως ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερο. Και μόλις πας να φύγεις, σου λέει: «έχεις ωραίο κώλο». Απλώς φεύγεις. Νιώθεις αμήχανα. Να τσαντιστείς; Τι δουλειά έχει ν’ασχολείται με τον κώλο σου; Να χαρείς; Βρήκε κάτι ωραίο πάνω σου, κι οι συμμαθήτριές σου ήδη συζητάνε ποιος χόρεψε με ποια στο πάρτυ. Νιώθεις εξουσία (κι ας μην ξέρεις ακόμα την έννοια της εξουσίας). Σαν να ξέρει κάτι το αγόρι, κάτι που εσύ δεν ξέρεις. Ένα παιχνίδι που μόνο τ’αγόρια το παίζουν ∙ τα κορίτσια δεν ξέρουν, δεν μπορούν να παίξουν ∙ τα κορίτσια είναι βουβά ∙ τα κορίτσια είναι μόνο το αντικείμενο του παιχνιδιού.


Είσαι δεκατεσσάρων. Περπατώντας, περνάς μπροστά απ’την αυλή ενός Γυμνασίου. Μερικά αγόρια που παίζουν μπάσκετ συζητάνε ότι τους λείπει ένας παίκτης. Κάποιος σε βλέπει. Έχεις ψηλώσει πολύ, απότομα. Ψηλή κι αδύνατη, έχει ζέστη και φοράς σορτσάκι. Αυτός που σε είδε φωνάζει: «ε, κοπελιά». Σ’εσένα το λέει αυτό. Ντρέπεσαι. Δεν απαντάς. Συνεχίζεις να περπατάς. Ξαναφωνάζει: «ε, εσύ με τα γαλακτερά τα μπούτια». Σ’εσένα το λέει αυτό. Κάνεις ότι δεν ακούς. Κάνεις αυτό που σου είχαν μάθει να κάνεις όταν ήσουν πέντε χρονών και φοβόσουνα τα σκυλιά: ψυχραιμία – αν δείξεις σ’ένα σκυλί ότι φοβάσαι, τότε σίγουρα θα σε πάρει από πίσω. Δεν γυρίζεις καν το κεφάλι. Φεύγεις γρήγορα, προσπαθώντας όμως ταυτόχρονα να μη δείξεις ότι βιάζεσαι ν’απομακρυνθείς. (Χρόνια μετά, σφίγγεσαι ακόμα όταν περνάς μπροστά από σχολείο κι είναι μαζεμένοι μαθητές. Νιώθεις ότι σε κοιτάζουν κι ότι ξαφνικά κάτι θα συμβεί και θα γίνεις ρεζίλι – θα σκοντάψεις, ας πούμε. Ελπίζεις τουλάχιστον να καταλάβουν ότι είσαι κατά πολύ μεγαλύτερή τους κι ακόμα κι αν σε κοιτάνε να μην τολμήσουν να πουν τίποτα.)


Είσαι δεκαοχτώ. Εσύ, λες, δεν είσαι σαν τις άλλες. Εντάξει, όχι όλες τις άλλες. Οι φίλες σου είναι μια χαρά. Αλλά εκείνες οι συμμαθήτριές σου, οι χαζογκόμενες... Κι οι άλλες, στο Πανεπιστήμιο... Όχι, εσύ δεν είσαι σαν κι αυτές. Αλλά δεν είσαι κι εντελώς εσύ, ακόμα. Έχεις μάθει πάντως πια αυτό που στα δεκατέσσερά σου προσπαθούσες: είσαι ψύχραιμη, δεν δείχνεις κανένα συναίσθημα. Σ’ό,τι σου προκαλεί αμηχανία, το κεφάλι ψηλά. Λες από μέσα σου ότι τίποτα δεν σ’αγγίζει, εσύ είσαι πολύ πιο ψηλά. Αλλά μερικές φορές θες να είσαι λίγο σαν τις άλλες. Γιατί σ’αρέσει εκείνος ο ψηλός, απ’το δεύτερο έτος. Και δεν ξέρεις καθόλου, μα καθόλου, πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι. Λες όχι, δεν θα το παίξω γκόμενα. Θα είμαι ντόμπρα. Κι απλώς του το λες: «ξέρεις, μ’αρέσεις». Και τρως τα μούτρα σου πρώτη φορά. Θεαματικά.


Είσαι δεκαεννιά. Πας διακοπές με τις φίλες σου σ’ένα νησί. Κάπως έχεις αρχίσει να συνειδητοποιείς ότι μπορείς να είσαι γυναίκα με τους δικούς σου όρους, αλλά το ερωτικό παιχνίδι ακόμα σου προκαλεί αμηχανία. Βγαίνετε έξω, βράδυ. Κάποιος πάει κάτι να σου πει. Τον κατακεραυνώνεις με το βλέμμα. Τι να του πεις; Αφού δεν ξέρεις. Έτσι κι αλλιώς, βλάκας θά’ναι. Λίγες βδομάδες μετά είσαι αλλού, άγνωστο μέρος, άγνωστη παρέα. Αυτός σε γουστάρει και το δείχνει. Χάλια είναι. Δεν σου αρέσει. Ούτε θες να προχωρήσει και πολύ η κατάσταση. Αφού δεν σου αρέσει, θα σε αηδίαζε. Του ξεκαθαρίζεις τα όριά σου. Φεύγεις και σχεδόν τον ξεχνάς. Έχεις μάθει κάτι όμως: σαν να λύθηκαν μάγια, ξέρεις πια πότε κάποιος σε κοιτάει κάπως. Σιγά-σιγά, θα μάθεις και να δέχεσαι αυτό το βλέμμα όταν δεν είναι χυδαίο.


Είσαι τριάντα. Κι είσαι πια εσύ. Τουλάχιστον έτσι νομίζεις. Το « ni putes ni soumises » σου φαίνεται πολύ ωραίο σύνθημα. Και τουλάχιστον ξέρεις πια γιατί τρως τα μούτρα σου. Τρως τα μούτρα σου επειδή το θες. Δεν θες να είσαι η γκόμενα-κατοικίδιο (έτσι τις λες, κι ας τις έχουν γκόμενες και φίλοι σου μερικές φορές). Δεν θες ούτε και να σέρνεις έναν απ’αυτούς τους άντρες που έχουν πάντα γκόμενες, γιατί τις έχουν ανάγκη, σαν μαμάδες. Θες μια σχέση ισότιμη. Έχεις πια μάθει να ξεχωρίζεις εκείνο το βλέμμα και να συμμετέχεις μετά στο ερωτικό παιχνίδι. Μπορεί να βγει, μπορεί και όχι. Έχεις πια μάθει επίσης ότι αυτό το βλέμμα δεν σημαίνει πάντα κάτι –κι άλλες φορές ναι μεν κάτι σημαίνει, αλλά αυτός, για δικούς του λόγους, επιλέγει να το αρνηθεί. Κάποτε αυτό σε πλήγωνε. Τον έλεγες μαλάκα. Όχι πια. Τα πιο επιτυχημένα ψέματα τα λένε αυτοί που πείθουν τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Πείθουν τους εαυτούς τους ότι είναι καλά με τις γκόμενες-κατοικίδια. Ας είναι. Δεν θα τους σώσεις εσύ (άλλο κι αυτό, οι γυναίκες νομίζουν ότι θα σώσουν τους άντρες: «μ’εμένα θα είναι διαφορετικός»). Άλλωστε, δεν σε πειράζει πια και τόσο, γιατί έχεις καταλάβει ότι όσο μεγαλώνεις οι απορρίψεις κι οι απογοητεύσεις σ’ενοχλούν όλο και λιγότερο: έχεις ήδη τη ζωή σου, τη σιγουριά στον εαυτό σου που δεν έχεις στα είκοσι.


Είσαι τριάντα. Μπαίνεις ένα βράδυ στο μετρό. Κάθεσαι. Στις άλλες τρεις θέσεις κάθονται τρεις έφηβοι, γύρω στα δεκαοχτώ μάλλον. Εσύ έχεις ακουστικά στ’αυτιά, αλλά ακούς τι λέγεται γύρω σου, ακούς τις χαζοπλακίτσες των πιτσιρίκων. Λέει ο ένας: «κυρία με τα όλα της η απέναντί μου». Αρχίζουν: « – Δεν φοράει βέρα – Είναι παντρεμένη στην ψυχή – Φοράει δαχτυλίδι, αλλά δεν είναι μονόπετρο – Είναι πολύπετρο – Χαχαχα». Το βρίσκεις (θες να το βρεις) μόνο αστείο. Αφήνεις να φανεί μια υποψία χαμόγελου. Για να συμμετάσχεις κι εσύ στο παιχνίδι. «Τα ακούει όλα και κρατιέται να μη γελάσει». Τώρα ξαφνικά συγχύζεσαι. Θες να του πεις απλώς: «μην ανησυχείς, κι αν ήθελα να γελάσω θα γέλαγα ∙ εσένα θα φοβόμουνα; Χάρη σού κάνω κιόλας, για να μην καταλάβεις ότι έχεις γίνει ρεζίλι γιατί όντως τα ακούω όλα.» Γιατί συγχύστηκες; Γιατί ήθελες να μπεις στο παιχνίδι κι αυτός σ’έσπρωξε έξω. Σ’έβαλε στη θέση σου: αυτά τα παιχνίδια είναι μόνο για άντρες. Το παιχνίδι το παίζουν αυτοί, μόνοι τους ∙ εσύ είσαι το αντικείμενο του παιχνιδιού. Σκέφτεσαι να τα βρίσεις τα κωλόπαιδα. Νομίζουν ότι μπορούν να σε κοροϊδεύουν; Πρέπει να τους δείξεις. Αλλά δεν το κάνεις. Να τσαντιστείς και να χάσεις τα λόγια σου τώρα; Να κινδυνεύσεις να γίνεις ρεζίλι; Παίρνεις το ύφος των δεκατεσσάρων χρόνων σου: ψυχραιμία, αποστασιοποίηση, κανένα συναίσθημα. Ξέρεις καλά ότι τις μάχες που αξίζει να δώσεις, τις δίνεις ∙ διεκδικείς, κάνεις αυτό που θες. Αυτή εδώ η υποχώρηση είναι απ’τις ήττες που δεν σ’αγγίζουν.


Αν αυτό είναι ήττα, οι γυναίκες ξέρουν μερικές φορές να χάνουν ∙ την εξουσία δεν τη νικάς με εξουσία ∙ τη νικάς, αν αρνηθείς να παίξεις το παιχνίδι της.