1 Ιουλ 2010

Μαθήματα τουρκικών 4: bir tefrika (2)

(συνέχεια)


Μετά θυμήθηκε: μια μέρα ο παλιός της αγαπημένος είχε ανέβει στο πατάρι, μετά από έναν σοβαρό καβγά. Μια μέρα που κι οι δύο είχαν πει δεν αντέχω άλλο. Προσπάθησε να βρει τις λεπτομέρειες: ίσως και να μην ήταν μεγάλος καβγάς. Μάλλον ήταν λίγο τσακωμένοι. Χαμογέλασε: πόσο θυμώνε με τη λέξη «λίγο». Τον είχε αφήσει στο πατάρι κι είχε σηκωθεί κι είχε φύγει: ένιωθε ότι θα πέθαινε. Ναι αλλά γιατί; Δεν ήξερε ∙ στο μυαλό της είχε μείνει μόνο η ένταση του συναισθήματος. Μετά είχε δει στον δρόμο «αυτόν» ∙ παρ’όλη τη στενοχώρια της, παρ’όλο που ένιωθε τόσο αδύναμη και ήθελε να πεθάνει, για κάποιον λόγο είχε αντιληφθεί στα μάτια «αυτού» το ενδιαφέρον, αυτό το κάτι διαφορετικό που είχε που συνέπαιρνε τον άνθρωπο. Εκείνη τη μέρα είχε γυρίσει βέβαια μόνη στο σπίτι. Και πόσες πιο περισσότερες μέρες μετά απ’αυτό γύρισα στο σπίτι μόνη. Αν μιλούσε τώρα απέναντί μου, αν έλεγε μα γίνεται «πόσες πιο περισσότερες»; Χαμήλωσε πάνω στα τρεμάμενα γόνατά της, έστρεψε τον φακό στο πρόσωπό του: τα μάτια του ήταν ανοιχτά, είχαν ζωή. Δεν μπορούσε να τον κοιτάζει, γύρισε το κεφάλι της προς το σκοτάδι. Μετά ξανακοίταξε ∙ χρησιμοποίησε πάλι τη δύναμή της, που δεν την εγκατέλειπε σε ζητήματα ζωής και θανάτου. Καθόλου δεν έχει αλλοιωθεί ∙ ίσως να μην γινόταν έτσι αν δεν αργούσα. Στενοχωρήθηκε. Όμως δεν άλλαξε καθόλου ∙ όπως τον είδα τελευταία φορά, ακόμα και τα μάτια του ανοιχτά. Μόνο, σ’αυτή τη ζωντάνια των ματιών του υπήρχε κάτι διαφορετικό: μια έκφραση που ενώ τα ξέρει όλα δεν μπορεί να δείξει συγκίνηση. Με τρόμαζε λέγοντας μην κοιτάς πώς δείχνω, μέσα μου έχω πεθάνει πια. Δεν τον πίστευα. Τέτοια πράγματα που έβρισκε κι έλεγε, πεθαμένος άνθρωπος! Μπορεί να με παρακολουθεί πάλι. Του άλλαξε θέση. Τον στενοχωρούσε λέγοντάς του δεν ενδιαφέρεσαι για μένα. Όχι, δεν με κοιτάζει. Ίσως να σκέφτεται. Άρχιζε να μιλάει ξαφνικά. Πότε τα σκέφτεσαι όλα αυτά, τον ρωτούσα. Με τίποτα δεν μπορώ να δω πότε σκέφτεται. Όχι, δεν πέθανε στην πραγματικότητα ∙ γιατί αν αυτός πέθαινε εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω. Το ήξερε αυτό. Δεν ήξερα ότι ήταν τόσο κοντά μου, αλλά του είχα πει μόνο αν εσύ υπάρχεις κάπου μπορώ εγώ να ζήσω. Ας είσαι όπως νά’ναι, μου αρκεί να ξέρω ότι υπάρχεις, είχα πει. Αυτό του το είχα πει πολύ πριν τον καβγά, αλλά ήξερε ότι το να τσακωθούμε δεν θα άλλαζε τίποτα. Μετά ήξερε ότι, αν και δεν ήθελα να τον δω για ένα διάστημα, αν και ήξερα ότι ήταν εκεί, αν και δεν μπόρεσα ν’ανέβω στο πατάρι, δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτόν. Μετά γιατί δεν τον έψαξα; Απλώς δεν δόθηκε η ευκαιρία ∙ αν και τον σκεφτόμουν διαρκώς, πάντα κάποιο εμπόδιο βρισκόταν. Άκουγε καινούριες φωνές, καινούριους ήχους κάτω, και γι’αυτό μάλλον για ένα διάστημα δεν κατέβηκε. Παρ’όλα αυτά το ήξερε: ανάμεσα σ’εμάς τους δυο, καμία κανούρια ύπαρξη δεν είχε σημασία ∙ τα είχαμε πει όλα αυτά. Κι εγώ πρέπει να περίμενα να κατέβει αυτός. Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν κατέβαινε για να με στενοχωρήσει. Μετά... ε, απλώς κάπως δεν έγινε... δεν μπόρεσα ν’ανέβω: άλλοι έρχονταν, άλλοι έφευγαν, ο βιοπορισμός, το φαγητό, τα πιάτα, η καθαριότητα, η φροντίδα «αυτού» (ήταν σαν παιδί, δεν ήξερε να φροντίζει τον εαυτό του), ο θάνατος των γονιών μου, όλο και κάποιο άγχος για κάτι, δουλειές που έπρεπε να γίνουν που συνεχώς μαζεύονταν. Στο τέλος ξέχασα ότι ήταν εκεί, στο πατάρι. (Αυτόν δεν τον ξέχασα βέβαια.) Τι να πω, υπήρχαν πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι ∙ ασχολήθηκα μ’αυτούς. Και μάλλον δεν μου απ’το μυαλό ότι θα έμενε τόσο πολύ στο πατάρι. Σκέφτηκα ότι βρήκε έναν τρόπο κι έφυγε. Ίσως κάποια στιγμή που δεν ήμουν σπίτι... ναι, σίγουρα έτσι σκέφτηκα. Πώς αλλιώς μπορούσα να σκεφτώ; Για να ζω, έπρεπε αυτός πάντα να υπάρχει. Αν ένιωθα κάπως αλλιώς, θα είχα πεθάνει τώρα. Επιπλέον, πόσες φορές σκέφτηκα ν’ανέβω στο ταβάνι. Κι αν είχα ακούσει ότι αυτοκτόνησε, σίγουρα θ’ανέβαινα. Δεν θα σκεφτόμουν ας πούμε ότι ήμασταν τσακωμένοι.


Μήπως το άκουσα; Μια φόρα ήρθε ένας θόρυβος από πάνω μάλλον ∙ νόμισα ότι ο αέρας χτύπησε καμιά πόρτα. Αλλά πώς γίνεται; Αυτό τον ήχο τον άκουσα μέρες αφότου είχε ανέβει αυτός στο πατάρι. Κι εγώ για μέρες είχα μείνει ζαρωμένη σε μια γωνιά. Δεν είχα πάει πουθενά. Πυροβόλησε λοιπόν. Μήπως στην καρδιά του... Έσκυψε τρέμοντας: πρέπει να κοιτάξω την καρδιά του. Η αριστερή μεριά των ρούχων του είχε λιώσει ∙ μ’ένα ελαφρύ άγγιγμα του χεριού τα ρούχα διαλύθηκαν. Βγήκαν από μέσα ένα σωρό κατσαρίδες και σκόρπισαν γύρω-γύρω. Δεν τον φρόντισα, καθόλου δεν πρόσεξα τα ρούχα του ∙ μπορεί οι κατσαρίδες ν’άρχισαν να τον τρώνε από μια τρύπα που δεν έραψα. Στο τέλος τη μεγάλωσαν την τρύπα. Με το χέρι της ψηλάφισε το κάτω μέρος των ρούχων. Τέλος πάντων, δεν μπόρεσαν να περάσουν μέσα από τα εσώρουχά του. Το δέρμα του είναι όπως ήταν. Δεν τη λες και ζεστή την επιδερμίδα του, αλλά η καρδιά του μάλλον είναι στη θέση της. Φοβάμαι ότι τον βρήκε στην αριστερή μεριά του στήθους του: ορίστε, εκεί, το ξέρω. Γιατί δεν θα μπορούσα να ζήσω αλλιώς. (Έπρεπε νά’χω πει το αλλιώς στην αρχή της πρότασης, μετά το γιατί ∙ τώρα θα θυμώσει. Ναι, έζησα σκεπτόμενη κάθε στιγμή τα λόγια του, σκεφτόμουνα τώρα άραγε τι θα πει.) Μέχρι εδώ μόνο έλιωσε. Ωραία. Τώρα πώς μπορώ να τον πείσω ότι έζησα όλο αυτό το διάστημα μαζί του; Ότι τον σκεφτόμουνα ενώ ζούσα σαν να τον είχα ξεχάσει; Δεν θα καταλάβει, θα τον παρασύρουν τα φαινόμενα, δεν θα καταλάβει. Επειδή έτυχε να γνωρίσω κάποιον άλλο, θα σκεφτεί ότι αυτή η καινούρια σχέση μ’έκανε να τα ξεχάσω όλα. Ενώ τα θυμάμαι όλα ∙ ακόμα κι ότι τη μέρα που ανέβηκε στο πατάρι φορούσε αυτά τα ρούχα. Περιεργάστηκε τον νεκρό με τον φακό: φαίνεται σαν μέσα από ομίχλη, πίσω απ’τους ιστούς αράχνης. Μόνο το σημείο απ’το οποίο έφερα το χέρι μου στην καρδιά του μέσα απ’τους ιστούς είναι λίγο σκοτεινό. Μια εικόνα σαν από όνειρο. Δεν είχαμε βγάλει καμία φωτογραφία μαζί. Ούτε κι αυτό μπορέσαμε να το κάνουμε, όπως και τόσα άλλα πράγματα ∙ ποιος ξέρει γιατί. Απλώς δεν έγινε. Ένα συνεχές τρέξιμο, συνέχεια να έχεις κάτι να κάνεις... Γιατί τρέχαμε, τι μας έβιαζε; Ως τη μέρα που ανέβηκε στο πατάρι, συνέχεια κάναμε το ένα πράγμα μετά το άλλο ∙ καθόλου δεν σταματήσαμε, καθόλου δεν επαναληφθήκαμε. Μετά, έμεινα για μέρες στη γωνιά μου ∙ ούτε έφαγα, ούτε σκέφτηκα. Κάπνιζα αδιάκοπα. Στο τέλος, κατάντησα το σπίτι αβίωτο. Το έζωσε ολόκληρο μια ανατωσούρα που θύμιζε τέλος πολέμου. Ενώ από μια άποψη μου αρέσει να ζω με τάξη, βυθίστηκα σε ανυπόφορη βρωμιά, λίγδα. Ίσως έτσι να τιμώρησα τον εαυτό μου. Θέλησα για να βγω τελικά έξω στον δρόμο και να πάω σ’«αυτόν» να πέσω σε μια θανατηφόρα απελπισία. Ποιος ξέρει; Ίσως να τα λέω αυτά γιατί νομίζω ότι θες να σκέφτομαι τέτοια άσχημα πράγματα για τον εαυτό μου. Όμως καθόλου δεν σκέφτηκα ότι θα πέθαινες, ότι θα αυτοκτονούσες. Φανταζόμουν ότι ήσουνα κάπου μακριά, σε μια ζωή τουλάχισταν φαινομενικά ήρεμη.


Το βλέμμα της καρφώθηκε σε μια κατσαρίδα που προσπαθούσε να ξεφύγει απ’τον κύκλο του φωτός ∙ ξύπνησε από την ονειροπόλησή της. Με τον φακό παρακολούθησε την κατσαρίδα: το άσχημο πλάσμα προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στους ιστούς. Φοβήθηκε ότι τα πόδια της κατσαρίδας θα κομμάτιαζαν τα ρούχα. Είχαν περάσει χρόνια, ποιος ξέρει, μπορεί να μην άντεχαν το παραμικρό άγγιγμα. Ορίστε, ανεβαίνει προς τα πάνω απ’τον λαιμό του, παραπάτησε λίγο στο μάγουλό του: είναι επειδή έχει μακρύνει λίγο το μούσι του ∙ δεν του άρεσε άλλωστε να ξυρίζεται κάθε μέρα. Συνέχισε πιο πάνω απ’το μάγουλο η κατσαρίδα, κάπου στον κρόταφο την έχασε απ’τα μάτια της. Να έστρεφα τον φακό προς τα εκεί; Όχι. Φοβήθηκε ∙ είδε όμως στο μισοσκόταδο την τρύπα της σφαίρας. Την ώρα που τραβήχτηκε πίσω τρέμοντας, απ’αυτή την τρύπα βγήκε η κατσαρίδα: κουβάλαγε ανάμεσα στα πόδια της ένα μικρό, ακανόνιστου σχήματος κομματάκι. Έντρομη, πανικόβλητη, έστρεψε τον φακό προς το εσωτερικό της τρύπας ∙ οι ακτίνες του φωτός αντανακλάστηκαν στα μέσα τοιχώματα του κρανίου. Αμάν! Οι κατσαρίδες είχαν φάει το μυαλό του, το πιο μαλακό σημείο του. Δεν κρατήθηκε: «Σε άφησαν πολύ μόνο αγάπη μου;», του είπε. Από κάτω, από μια άλλη τρύπα, άκουσε τη φωνή του αγαπημένου της:

«Είπες κάτι καρδιά μου;»

Με κάποια ταραχή έβαλε το χέρι της στο μπαούλο με τα βιβλία ∙ «τίποτα», απάντησε βιαστικά. «Μόνη μου μιλούσα.»


7 σχόλια:

renata είπε...

Εξαιρετικό!!

NdN είπε...

Εμένα μου άρεσε, αλλά δεν το θεώρησα και εξαιρετικό.

Αξιόλογος όμως ο κόπος σου να το μεταφρασεις!

k2 είπε...

@ renata, NdN,
γούστα είναι αυτά! :)
Το μόνο που μπορώ να πω, μια κι έχω διαβάσει κι άλλα διηγήματα και μυθιστορήματα του Ογούζ Ατάυ, είναι ότι αυτό εδώ το μικρό διήγημα δεν είναι κι από τα πιο γνωστά ή τα πιο σπουδαία του. Το "Περιμένοντας τον Φόβο" για παράδειγμα νομίζω ότι θα είχε κερδίσει μια πολύ σημαντική θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία αν είχε μεταφραστεί... Ομολογώ ότι διάλεξα τον "Ξεχασμένο" γιατί είναι το μικρό κι εύκολο να μεταφραστεί διήγημα του Ατάυ. :)

Кроткая είπε...

Η γραφή του θυμίζει καθόλου Φραγκιά; Είναι και περίπου της ίδιας περιόδου, όχι;
Ρωταω γιατί από τη μετάφραση μου τον θύμισε, αλλά εσύ μπορείς να κρίνεις καλύτερα αφού μπορείς να διαβάσεις το πρωτότυπο.

k2 είπε...

@ Κροτ,
θα πέσω πολύ στην εκτίμησή σου αν πω ότι δεν έχω διαβάσει Φραγκιά, κι άρα δεν μπορώ ν'απαντήσω στην ερώτησή σου; :)
Πάντως, για να σώσω τη φήμη μου, ας κάνω μια γενικότερη παρατήρηση: οι εμπειρίες των Τούρκων και των Ελλήνων λογοτεχνών την καθοριστική εποχή γύρω απ'τον Β' παγκόσμιο πόλεμο ήταν αρκετά διαφορετικές. Για τους Έλληνες ήταν εποχή πολέμου, Αντίστασης κι Εμφυλίου, για τους Τούρκους ήταν τα 20-25 χρόνια μετά την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκίας και την αρχή των κεμαλικών μεταρρυθμίσεων, κι η περίοδος μετάβασης στο πολυκομματικό καθεστώς. Έτσι, πολλοί απ'αυτούς τους συγγραφείς (τη γενιά τους αν δεν κάνω λάθος τη λένε και "παιδιά της Δημοκρατίας" γιατί τα παιδικά τους χρόνια συμπίπτουν με τα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας) ασχολήθηκαν με την κριτική των μεταρρυθμίσεων και γενικά του τρόπου με τον οποίο έγινε ο εκσυγχρονισμός. Ο Ογούζ Ατάυ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης (κυρίως με το τέραστιο μυθιστόρημα - ορόσημο που έχει γράψει, τους "Ασύνδετους"), αν και στον "Ξεχασμένο" ασχολείται με πιο "ανθρώπινα" θέματα, με σχέσεις κλπ.

Кроткая είπε...

Σιγά καλέ μην πέσεις στην εκτίμησή μου! Διάβασε όμως τουλάχιστον την Καγκελόπορτα και το Λοιμό.

Ως προς τη θεματολογία δε νομίζω πως υπάρχει συνάχεια, αλλά αυτό το εντελώς στεγνό, κοφτό και με μικρές και λιτές προτάσεις ύφος μοιάζει αρκετά με του Φραγκιά. Έχω μια εντύπωση (βασισμένη σε δική μου παρατήρηση, αρα πιθανότατα άκυρη) πως αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται πολύ από μια τέτοια λιτότητα ύφους.

k2 είπε...

Αχά, τότε απλώς κατάλαβες τη μαγκιά/τεμπελιά της μεταφράστριας! Διάλεξα τον "Ξεχασμένο" ακριβώς επειδή έχει αυτό το κοφτό στυλ με τις μικρές προτάσεις, που βέβαια μεταφράζονται πολύ πιο εύκολα. :)