8 Ιουλ 2010

«Το διάβασμα είναι εθισμός, χαιρετίσματα στους εθισμένους!»

Μας ζήτησε ο καλός μας Βιβλιοθηκάριος να γράψουμε «πώς μπήκαμε και πώς πορευτήκαμε στην ανάγνωση». Ως ένα παράδειγμα μιας τέτοιας διαδρομής, μας υπέδειξε ένα παλιότερο δικό του πόστ. Η Κροτ και η Χάππυ ήδη ανταποκρίθηκαν.

Για να δούμε λοιπόν... Το πρώτο που πρέπει να δηλώσω είναι ότι όταν πρωτόμαθα να διαβάζω δεν μου άρεσε το διάβασμα. Θυμάμαι πολύ καλά ότι τα Χριστούγεννα της πρώτης χρονιάς που πήγα στο Δημοτικό αρκετοί συγγενείς και οικογενειακοί φίλοι μού είχαν φέρει δώρο βιβλία... κάτι που με είχε απογοητεύσει αφάνταστα! Μάλιστα εξέφρασα αυτή την απογοήτευση στη μάνα μου με τη φράση (την επαναλαμβάνει ακόμα και γελάει) «δεν θέλω να δω άλλο πακέτο δώρου παραλληλόγραμμο κι επίπεδο». Το μόνο βιβλίο που μου έφεραν τότε δώρο και μου άρεσε ήταν «Τα Χριστούγεννα του Μικρού Σποτ» (ένα σκυλάκι ήταν αυτός ο Σποτ), κι αυτό γιατί ήταν γεμάτο με εικόνες που άνοιγαν κι από μέσα έβλεπες άλλη εικόνα (π.χ. τράβαγες μια πορτούλα κι από πίσω εμφανίζοταν ο Σποτ). Νομίζω ότι το διάβασμα δεν μου άρεσε για δύο λόγους: πρώτον, με δυσκόλευε ακόμα πολύ. Δεύτερον, τα περισσότερα βιβλία με κατσικάκια μ'ανθρώπινα αισθήματα, αρκούδια που μιλάνε, γάτους που ντύνονται και πάνε βόλτα κλπ. μου φαίνονταν πάρα πολύ χαζά και βαρετά. Ένα απ’αυτά που σχεδόν με ανάγκασαν να διαβάσω είχε μάλιστα ένα τρακτέρ που μίλαγε! Άντε, το αρκούδι που μιλάει να το δεχτώ, αλλά και το τρακτέρ;

Δεν θυμάμαι σε ποια ηλικία ήταν (φαντάζομαι στη β’ ή τη γ’ Δημοτικού), αλλά άρχισε να μ’αρέσει το διάβασμα με τα βιβλία της Ένιντ Μπλάιτον. Υπάρχει παιδί εκείνης της εποχής που να μην τα έχει διαβάσει; Ακόμα τα έχω στον νου μου: εκδόσεις Gutenberg, χρωματιστά εξώφυλλα και περιπέτειες για παιδιά με πρωταγωνιστές παιδιά: διάβαζα πότε-πότε τους Μυστικούς Εφτά και Τα Πέντε Λαγωνικά (η αδελφή μου τα είχε όλα), αλλά αυτοί για τους οποίους τρελαινόμουν ήταν Οι Πέντε Φίλοι! Ούτε ξέρω πόσες φορές τους είχα διαβάσει! Φανταζόμουνα ότι ζούσα κι εγώ περιπέτειες σαν τις δικές τους... Όπου βέβαια ξεκινούσε και το πρόβλημα: με ποιον απ’τους ήρωες των Πέντε Φίλων να ταυτιστεί ένα κοριτσάκι; Ο Τζούλιαν κι ο Ντικ, αγόρια και πιο μεγάλοι, έκαναν όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα. Η Άννα ήταν μια χαζή που το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να παίζει τη νοικοκυρά κι η Τζωρτζ ήταν ένας περίεργος χαρακτήρας με τον οποίο για κάποιο λόγο δεν μπορούσα να ταυτιστώ, παρότι είχαμε ένα κοινό χαρακτηριστικό: όπως κι η Τζωρτζ (Τζωρτζίνα στην πραγματικότητα), ήθελα κι εγώ να είμαι αγόρι! Υποψιάζομαι ότι αυτό συνέβαινε επειδή μου φαινόταν ότι όλα τα ωραία, συναρπαστικά πράγματα τα έκαναν τ’αγόρια. Στα εφτά μου αυτή η φάση μου πέρασε, γιατί μ’έπιασε το... φεμινιστικό μου: αποφάσισα ότι εγώ μπορούσα να έχω μια συναρπαστική ζωή όντας κορίτσι!

Λίγο μετά, άρχισα να διαβάζω και Ζωρζ Σαρή και Άλκη Ζέη, φανατικά! Α, και λίγη Κίρα Σίνου, αν και το ύφος της μου φαινόταν κάπως δασκαλίστικο και δεν μου πολυάρεσε. Και πολλά άλλα παιδικά βιβλία, από τις αντίστοιχες σειρές του Καστανιώτη και του Πατάκη. Νομίζω πάντως ότι η αγάπη μου για το διαβάσμα καλλιεργήθηκε κυριώς από τα βιβλία της Σαρή και της Ζέη, και μέσω αυτών πέρασα μετά στα βιβλία «για μεγάλους».

Αυτό πρέπει να έγινε όταν ήμουν στο Γυμνάσιο. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ότι ήταν ένα καλοκαίρι, μάλλον το καλοκαίρι που είχα τελειώσει τη β’ Γυμνασίου, που άρχισα να παίρνω βιβλία απ’τη βιβλιοθήκη του θείου μου (ήμασταν όλο το καλοκαίρι στο εξοχικό, κι ο θείος μου έμενε κοντά), βυθιζόμουνα στο διάβασμα και ξεκόλλαγα απ’το βιβλίο όταν πια είχα πιαστεί απ’την καθιστή στάση. Δεν θυμάμαι ποια βιβλία διάβασα τότε. Δύο μόνο βιβλία θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά: το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη και τη «Φάρμα των Ζώων» του Όργουελ. Τότε ανοίχτηκε ένας ολόκληρος κόσμος για μένα, γιατί συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν βιβλία που έκαναν κάτι παραπάνω απ’το να διηγούνται μια ιστορία: ήθελαν κάτι να πουν μ’αυτή την ιστορία.

Η δική μου ιστορία συνεχίστηκε με αυξανόμενους ρυθμούς στο Λύκειο. Μια απ’τις αγαπημένες μου ασχολίες ήταν να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη του σπιτιού (τη μεγάλη, που έπιανε έναν ολόκληρο τοίχο του σαλονιού και στα περισσότερα ράφια είχε διπλές σειρές με βιβλία) όταν έλειπαν όλοι – για να έχω την ησυχία μου – κι έκανα ανασκαφές. Ξεφύλλιζα τα πάντα, ακόμα κι αυτά που δεν είχα την πρόθεση να διαβάσω, και διάλεγα τελικά ένα-δυο βιβλία. Τότε διάβασα πολύ Ιζαμπέλ Αλιέντε, που για μένα ήταν λίγο σαν φυσική συνέχεια της Σαρή και της Ζέη (αν και τώρα προτιμώ χίλιες φορές τη Σαρή και κυρίως τη Ζέη απ’την Αλιέντε): λίγο πολιτικό υπόβαθρο, λίγη περιπέτεια και λίγος έρωτας... Ένα βιβλίο όμως θυμάμαι πολύ καλά κι έχω ξαναδιαβάσει κάμποσες φορές από τότε: την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, το μόνο βιβλίο «για μεγάλους» της Άλκης Ζέη. Το διάβασα σε δυο μέρες, καθισμένη στην ίδια στάση σε μια πολυθρόνα του σαλονιού ένα σαββατοκύριακο που οι γονείς μου έλειπαν. Επίσης, στο Λύκειο ξεκίνησε ο έρωτάς μου για τον Χόρχε Σεμπρούν, έρωτας που κράτησε περίπου ως τα 25 μου που άρχισε να μου φαίνεται λίγο ξερόλας και τον αποκαθήλωσα απ’τον θρόνο του, αν και συνεχίζει να μου αρέσει.

Από τότε είμαι σταθερά η αναγνώστρια του «ό,τι νά’ναι». Στο Πανεπιστήμιο συνέχισα να διαβάζω Σεμπρούν και Αλιέντε (αυτή μόνο μέχρι το πρώτο έτος) και να δανείζομαι απ’τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου ό,τι μου ερχόταν κάθε φορά στο κεφάλι. Τον Σεμπρούν τον συνιστώ ανεπιφύλακτα: έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του (μου έχουν ξεφύγει μια-δυο δυσεύρετες νουβέλες), άλλα στα ελληνικά κι άλλα στα γαλλικά, ενώ από καθαρό βίτσιο έχω ένα απ’αυτά, Την Αυτοβιογραφία του Φεδερίκο Σάντσεθ, σε τρεις εκδόσεις, στα ελληνικά, τα γαλλικά και τα τουρκικά (είχα σχέσεις με τον εκδοτικό οικό που έβγαλε την τουρκική έκδοση, κι ήταν λίγο και δική μου πρόταση να το μεταφράσουν). Επίσης, στο Πανεπιστήμιο διάβασα ένα-δυο Τούρκους (σε μετάφραση): το μόνο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ που μου άρεσε, το Σπίτι της Σιωπής, και πολύ Αζίζ Νεσίν. Α, στο Πανεπιστήμιο ανακάλυψα και τον Στρατή Τσίρκα: δεν μπορώ να θυμηθώ τι διάβασα πρώτα, τη Χαμένη Άνοιξη ή την τριλογία των Ακυβέρνητων Πολιτείων, αλλά πιο πολύ μου άρεσαν οι Ακυβέρνητες Πολιτείες. Τις βρήκα κι αυτές στο σπίτι, σε μια εκδόση της δεκαετίας του ’70 αγορασμένη απ’τη μάνα μου. Και δεν θυμάμαι τι άλλο διάβαζα. Ό,τι έβρισκα, στα ελληνικά, τα αγγλικά ή τα γαλλικά και μου κινούσε το ενδιαφέρον, το διάβαζα. Επίσης διάβαζα φανατικά εφημερίδες, απ’το σχολείο κιόλας.

Από βιβλία, το μόνο χαρακτηριστικό που θυμάμαι είναι μερικές φάσεις που πέρασα, μετά το Πανεπιστήμιο. Η πρώτη φάση ήταν αυτή της Κωνσταντινούπολης. Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα: ήμουνα μόνη μου, σε μια πόλη που δεν είχε τίποτα απ’τη γοητεία που έχει όταν τη βλέπεις ως τουρίστας, με άθλιο καιρό, και, κυρίως, σ’ένα μεταπτυχιακό που δεν μου άρεσε καθόλου. Με λίγα λόγια, κι όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, απ’τη βέβαιη κατάθλιψη μ’έσωσε ο Φραντς Κάφκα. Πάνω που νόμιζα ότι τα εγκεφαλικά μου κύτταρα είχαν αρχίσει ν’αυτοκτονούν απ’την απελπισία και την αχρηστεία (είπαμε, το μεταπτυχιακό άθλιο, κι άθλια μαθήματα που δεν βοήθαγαν καθόλου το μυαλό μου να σκεφτεί), ανακάλυψα ένα βιβλιαράκι που είχα κουβαλήσει μαζί μου: μια γαλλική έκδοση τσέπης της Δίκης του Κάφκα. Τι ανακούφιση ήταν αυτή! Διαβάζοντάς το, κι επειδή μου κινούσε πάρα πολύ το ενδιαφέρον, άρχισα να νιώθω και πάλι το μυαλό μου να λειτουργεί, προσπαθώντας να καταλάβει τι θέλει να πει ο Κάφκα. Δεν ξέρω πόσα και πόσο σωστά πράγματα κατάλαβα, αλλά ξέρω ότι χρωστάω ευγνωμοσύνη στον Κάφκα, γιατί μ’έσωσε απ’την αποβλάκωση και την κατάθλιψη. Ακόμα έχω εκείνη την έκδοση της Δίκης, γεμάτη σημειώσεις στα περιθώρια και στις κενές σελίδες, αλλά ομολογώ ότι άλλο βιβλίο του Κάφκα δεν έχω διαβάσει.

Η δεύτερη χρονιά μου στην Κωνσταντινούπολη, όταν πια είχα αρχίσει να διαβάζω τουρκικά σχετικά άνετα, συνέπεσε με την επανέκδοση των απάντων της Sevgi Soysal (επανέκδοση που ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα). Διάβασα λοιπόν όλα τα βιβλία της με τη σειρά που επανεκδίδονταν. Το πρώτο, η Tante Roza, ήταν το πρώτο ολόκληρο λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα στα τουρκικά. Μετά, τα βιβλία της έρχονταν κατευθείαν σ’εμένα με το που εκδίδονταν, πριν καν φτάσουν στα βιβλιοπωλεία (οι σχέσεις με τον εκδοτικό οίκο που λέγαμε)! Οι άλλοι Τούρκοι που λάτρεψα και λατρεύω είναι ο Ahmet Hamdi Tanpınar και ο Oğuz Atay. Το μεγάλο μου παράπονο είναι ότι αυτοί οι τρεις υπέροχοι συγγραφείς δεν έχουν μεταφραστεί σχεδόν καθόλου σε άλλες γλώσσες και μπορώ να μοιραστώ την αγάπη μου για αυτούς μόνο με τουρκόφωνους. Τον Ορχάν Παμούκ, που έχει μεταφραστεί πολύ στα ελληνικά, δεν τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση.

Μετά, ήρθε η φάση της Γαλλίας. Στη Γαλλία αποφάσισα να το ρίξω στην κλασική λογοτεχνία, κι αυτό κυρίως γιατί στα βιβλιοπωλεία έβλεπα τόσα μα τόσα πολλά βιβλία που δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω. Θεώρησα λοιπόν ότι η κλασική λογοτεχνία στις ωραιότατες εκδόσεις τσέπης που κυκλοφορούν ήταν μια επιλογή που δεν θα με απογοήτευε. Άλλωστε είχα ήδη λίγη εμπειρία από Ζολά. Από Ζολά λοιπόν ξεκίνησα, ο οποίος μου αρέσει πάρα πολύ, και συνέχισα με Φλωμπέρ και Ντοστογιέφσκι (παλιότερα είχα διαβάσει στα ελληνικά μόνο τους Δαιμονισμένους). Ταυτόχρονα όμως αποφάσισα να δοκιμάσω και σύγχρονους λογοτέχνες κι έτσι διάβασα τον εξαιρετικότατο Πρίμο Λέβι και κάμποσο Σεπούλβεδα (όλα αυτά σε γαλλικές μεταφράσεις).

Και κάπως έτσι συνεχίζω να διαβάζω λογοτεχνία μέχρι τώρα: ό,τι μου έρθει στο κεφάλι κάθε φορά. Διαβάζω πολύ σε ξένες γλώσσες, κυρίως για λόγους ευκολίας: αυτές οι γαλλικές εκδόσεις τσέπης, τα αγγλικά paperback και τα τουρκικά βιβλία με το φτηνό κι ελαφρύ χαρτί είναι υπέροχα κι εξαιρετικά πρακτικά. Γάλλους κλασικούς έχω καιρό να διαβάσω, άλλα όλο και κάποια στιγμή θα τους ξαναπιάσω. Διαβάζω ή ξαναδιαβάζω Τούρκους συγγραφείς που προμηθεύομαι κάθε φορά που πάω στην Τουρκία. Κι απ’την αδελφή μου που διαβάζει σχεδόν αποκλειστικά στ’αγγλικά όλο και βρίσκω κάτι να δανειστώ: έτσι έμαθα τον Σάλμαν Ρούσντι πριν από λίγα χρόνια και πιο πρόσφατα διάβασα Ίρβιν Γιάλομ. Α, επίσης μ'αρέσει ό,τι έχει να κάνει με πραγματικές ανθρώπινες ιστορίες, απομνημονεύματα, αυτοβιογραφίες κλπ.. Επαγγελματικό βίτσιο πρέπει να είναι αυτό! Ξεκίνησα διαβάζοντας τις ταξιδιωτικές αναμνήσεις του Murat Belge (σπουδαίος Τούρκος διανοούμενος), και πιο πρόσφατα διάβασα τις αναμνήσεις του Yakup Kadri και της Halide Edip. Τώρα έχω παραγγείλει και περιμένω τις αυτοβιογραφίες του Edward Said και του Eric Hobsbawm.



Δύο σημειώσεις: Πρώτον, σίγουρα έχω ξεχάσει πάρα πολλά πράγματα. Δεύτερον, ο τίτλος είναι το μότο του τουρκικού εκδοτικού οίκου İletişim, ο οποίος μόλις γιόρτασε τα 27 χρόνια του, εκδίδοντας ως 1500ο βιβλίου του οίκου την 18η Μπυμαίρ του Καρλ Μαρξ, με τις προσωπικές φροντίδες τριών απ'τους συντελεστές της συλλογικής προσπάθειες που είναι το İletişim: μετάφραση του Tanıl Bora, πρόλογο του Ahmet İnsel και επίμετρο του Ömer Laçiner (σπουδαίοι διανοούμενοι κι οι τρεις). Το İletişim ιδρύθηκε από τον κύκλο του περιοδικού Birikim, το οποίο σταμάτησε αναγκαστικά να εκδίδεται με το πραξικόπημα του 1980. Μόλις λίγους μήνες πριν από το πραξικόπημα, το Birikim είχε εκδόσει το "Φασισμός και Δικτατορία" του Πουλαντζά, σε μετάφραση του Ahmet İnsel και επιμέλεια του Murat Belge.

12 σχόλια:

Roadartist είπε...

Πολύ ενδιαφέρον.. ταξίδεψα μέσα από τις σκέψεις σου.. Ήθελα απλά να σου πω πως με ταξίδεψες χρόνια πίσω.. Στο δημοτικό, μάζευα όλο το χαρτζιλίκι, και στο τέλος της κάθε εβδομάδας πήγαινα και αγόραζα τους 5φίλους, μυστικούς 7.. όλα αυτά τα βιβλιαράκια...ώσπου μάζεψα όλα της σειράς.. και τα καμάρωνα..
Τελικά τα δώρισα λίγα χρόνια αργότερα σε ένα ορφανοτροφείο, ελπίζοντας να χαρίσουν και σε άλλα παιδιά την χαρά που είχαν δώσει σε μένα. Να είσαι καλά.

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Τι είναι αυτό λοιπόν που συγκρατεί την ανάμνηση μιας ανάγνωσης ένα Σαββατοκύριακο των παιδικών σου χρόνων;
Τι είναι αυτό που συγκροτεί τις "φάσεις" των αναγνωστικών συνηθειών μας;

... παρά μια έντιμη κατάθεση πνεύματος στην ψυχή μας...

Ευχαριστώ Κουπέπι αριθμός δύο για την εκτέλεση της παραγγελιάς....:)

Roadartist μήπως να διαβάζαμε και ένα ανάλογο δικό σου ποστ;

Кроткая είπε...

Κουπέπι, τι καλά! Μου θύμισες κι εσύ άλλους που είχα ξεχάσει να αναφέρω στο δικό μου ποστ: τον Ζολά, τον Τσίρκα και τον Σεπούλβεδα.

Επίσης, μου θύμισες κάτι που έζησα κι εγώ παρόμοιο με τη δική σου ιστορία με τον Κάφκα. Εσένα σε έσωσε από την κατάθλιψη η Δίκη -εμένα σε αντίστοιχη φάση (πνευματοκτόνας διαδικασίας) με έσωσε το Έγκλημα και Τιμωρία του Φιόνταρ. Όπου το έλεγα μετά, με κοιτούσαν σα χαζή, μιας και δεν είναι και το πιο αισιόδοξο και χαρούμενο βιβλίο που υπάρχει!

Τι καλά! Τελικά, τα βιβλία και οι μουσικές είναι αυτά που ζήσαμε με την παρέα τους, ε?

An-Lu είπε...

Κι εσείς από Blyton το πάθατε βλεπω... Να κάνουμε σύλλογο ;-)

k2 είπε...

@ Roadarist,
Τελικά, όπως λέει κι η Αν-Λου, όλοι τη διαβάζαμε αυτή την Μπλάιτον! :)
Η μάνα μου δώρισε τα παιδικά μας βιβλία στο Χαμόγελο του Παιδιού, αλλά δεν ξέρω αν μέσα σ'αυτά που έδωσε ήταν κι αυτά της Μπλάιτον: είχαν λιώσει σχεδόν τόσες φορές που τα είχαμε διαβάσει!

@ Γιώργο,
Εγώ σ'ευχαριστώ για την πρόσκληση! :)
Πάντως το σίγουρο είναι ότι μερικά βιβλία και τα θυμόμαστε και τα συνδέουμε με φάσεις της ζωής μας.

@ Κροτ,
Μα είδες; Σημασία έχει να σε κινητοποιήσει ένα βιβλίο! :)

@ An-Lu,
χαχαχα... Έχεις να προτείνεις όνομα για τον σύλλογο; Π.χ. "Σύλλογος Θυμάτων Μπλάιτον"; :)

renata είπε...

ΟΠ τίτλος είναι εξαιρετική επιλογή! Μεγάλες μου αγάπες η Ζέη και η Σαρρή.ψ :)

Πολύ μου αρέσει η προτροπή/πρόσκληση του Γιώργου ν' αποκαλύψετε, μάλλον να καταγράψετε τις αναγνωστικές συνήθειες σας!

Εμένα μ' έσωσε όταν βρισκόμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση η ιστορία κι η αστυνομική λογοτεχνία. :)

yogaμανούλα είπε...

κουπεπκια μου επιτελους σας βρηκα ξανα!Σας αγαπω πολυ που ειστε κ ετσι ατακτα !Δεν μου το χες πει οτι ο
καφκα υπηρξε πυροσβεστης σου στα πετρινα χρονια.Θα ρθει και μενα η σειρα μου με τον Καφκα αλλα ποτε?

ΠανωςΚ. είπε...

Ο Ρομπερτο Μπολάνιο είχε γράψει στην "τελευταία νύχτα στη Χιλή": "Δεν υπάρχει παρηγοριά στα βιβλία".

k2 είπε...

@ renata,
χαχα, αστυνομική λογοτεχνία, ε; Ελπίζω να μην έψαχνες τρόπους να ξεφορτωθείς όσους σου είχαν σπάσει τα νεύρα, ε; :)

@ γιογκομάνα,
ε, τώρα πια σε βλέπω να διαβάζεις τον Κάφκα όταν θα μάθει κι ο μικρός να διαβάζει και θα σ'αφήνει λίγο στην ησυχία σου... :)
(καλά, οι φωτογραφίες του στο μπλογκ είναι τέλειες!)

@ πάνωκ,
φοβάμαι ότι θα πρέπει να διαφωνήσω με τον κύριο :) ό,τι κάνει το μυαλό μου να δουλεύει είναι για μένα παρηγοριά!

renata είπε...

Απλά ήθελα ιστορίες που να μ' απασχολούν ολοκληρωτικά όταν τις διάβαζα για να μη σκέφτομαι τα δύσκολα (αρρώστια-απώλεια), που να΄χουν αρχή-μέση-τέλος, αφού μέσα και γύρω μου κυριαρχούσε το χάος.
Να φανταστείς άρχισα επίτηδες να παρακολουθώ σεμινάρια τα σαββατοκύριακα, που απαιτούσαν πολύ διάβασμα και χρόνο τις καθημερινές,εξοντωτικά τόσο που μετά το πρώτο εξάμηνο κλάταρα απ΄τις συνεχείς ημικρανίες.
Όμως ιδέες για το "σχεδόν" τέλειο έγκλημα έχω αποκομίσει καλού κακού! ;)

NdN είπε...

Γεια σου Κ2,

Πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση, ίσως να κάνω και εγώ μία παρόμοια όταν με το καλό επιστρέψω απο τις διακοπές στην Μητέρα Πατρίδα. Τελικά Μπλάιτον διαβάζαμε όλοι μας. Τους Μυστικούς 7 αλλά και τους 5 Φίλους πρέπει να τους έχω ακόμα!

Αν μου επιτρέπεις να σου συτήσω ένα βιβλίο, διάβασε το «Νυχτερινό Τρένο για τη Λισαβώνα» του Mercier, Pascal. Εχει γράψει 3 βιβλία. Πραγματικά είναι εξαιρετικός συγγραφέας.

k2 είπε...

@ renata,
χμ, ναι, αυτό το καταλαβαίνω. Απλώς εγώ δύσκολα θα το κατάφερνα με τα αστυνομικά, γιατί τελειώνουν και γρηγόρα συνήθως! :)

@ NdN,
χαχα, έχεις ακόμα τους 5 Φίλους; Να σου πω, τα αγοράκια διαβάζατε την άλλη σειρά της Μπλάιτον, το "Σαιντ Κλαιρ", ή ήταν μόνο κοριτσίστικό; Να γράψεις κι εσύ οπωσδήποτε! Καλές διακοπές!
ΥΓ. Μερσί για το βιβλίο, θα το ψάξω.