7 Νοε 2010

Μπροστά στις εκλογές: με τους πολίτες ή με το ποίμνιο;

Άρθρο της Σίας Αναγνωστοπούλου


Μετά από ένα χρόνο, στη διάρκεια του οποίου ήρθαν τα επάνω κάτω εφ’ όλης της ύλης, η χώρα ετοιμάζεται για τις εκλογές αυτοδιοίκησης. Στις επικείμενες εκλογές τίθεται ένα δίλημμα και το οποίο αφορά επί της ουσίας το πολιτικό τους μήνυμα. Οι πολίτες εντέλει καλούνται να εκφράσουν με την ψήφο τους την πολιτική τους θέση απέναντι στις κεντρικές επιλογές της κυβέρνησης ή, αφήνοντας στην άκρη την κυβερνητική πολιτική, τη θέλησή τους με γνώμονα τις ανάγκες και τις προτεραιότητες που θέτουν τα ζητήματα της αυτοδιοίκησης; Για να απλοποιήσω το δίλημμα: η ψήφος αφορά το «μνημόνιο» -τις προϋποθέσεις και τις συνέπειές του- ή αφορά αποκλειστικά την αυτοδιοίκηση, ξεκομμένα από το μνημόνιο; Το δίλημμα, έτσι όπως τίθεται, μοιάζει να μην έχει πολιτικό νόημα, αφού δημιουργεί πόλωση, το ένα σκέλος του ακυρώνει το άλλο. Δηλαδή η έκφραση υπέρ ή κατά του μνημονίου υπονομεύει την αυτοτέλεια των αυτοδιοικητικών εκλογών, ενώ από την άλλη μεριά η απόσπαση των εκλογών από το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο στο οποίο διεξάγονται ακυρώνει την πολιτική και ιδεολογική βάση που όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις έτσι κι αλλιώς έχουν, ακόμη κι αν πρόκειται για εκλογές συλλόγου.


Τα όρια ανάμεσα στους πολίτες και το ποίμνιο


Ας μιλήσουμε λοιπόν καταρχάς για την πολιτική πραγματικότητα στο πλαίσιο της οποίας διεξάγονται αυτές οι εκλογές. Ο ελληνικός λαός τον τελευταίο χρόνο βρέθηκε αντιμέτωπος με μια νέα κατάσταση, για την αντιμετώπιση της οποίας υποβλήθηκε από την κυβέρνηση σε θυσίες, στο όνομα της εθνικής-οικονομικής- ανεξαρτησίας. Δεν θα συζητήσω εδώ τα περί ΔΝΤ, τα περί των επιλογών της κυβέρνησης. Δεν θα συζητήσω καν τα περί του μνημονίου. Ας σταθούμε όμως στην άλλοτε ρητή και άλλοτε υπονοούμενη νομιμοποίηση που χρησιμοποίησε κατά κόρο η κυβέρνηση για να επιβάλλει τις πολιτικές της επιλογές. Η νομιμοποίηση αυτή αφορούσε και αφορά την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου πατριωτισμού, στη βάση του οποίου το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να συνεγείρει τον λαό για την οικοδόμηση της «νέας πατρίδας». Στο όνομα λοιπόν της «νέας πατρίδας» κλήθηκε και καλείται ο ελληνικός λαός να επιδείξει τον πατριωτισμό του, να δώσει στην πρώτη γραμμή της μάχης τον ύστατο αγώνα πείνας υπέρ «πίστεως και πατρίδος». Ποιο είναι ωστόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο του νέου πατριωτισμού; Σε αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η κυβέρνηση, κάνοντας έκκληση στον πατριωτισμό του ελληνικού λαού, ξέχασε να ορίσει ορισμένα κρίσιμα σημεία. Πρώτον, πως και από ποιους ορίζεται η «νέα πατρίδα». Δεν μπορείς να πολεμάς για μια πατρίδα που δεν ξέρεις ποια είναι. Δεν νομίζω ότι η πατρίδα αυτών που κάνουν τις θυσίες έχει καμιά σχέση με την πατρίδα αυτών που κατασπατάλησαν και κατασπαταλούν το δημόσιο χρήμα. Δεύτερον, ποιο είναι το προηγούμενο «τυραννικό καθεστώς» πραγμάτων που καλούμαστε με θυσίες να ανατρέψουμε προκειμένου να οικοδομήσουμε τη «νέα πατρίδα». Δεν μπορείς να θυσιάζεσαι χωρίς προηγουμένως να έχει συνομολογηθεί ένα νέο συμβόλαιο αξιών που θα δένει με εμπιστοσύνη στον αγώνα τον μαχητή με τον στρατηγό.


Η κυβέρνηση δεν επεδίωξε ούτε δείχνει να επιδιώκει να συνομολογήσει ένα νέο συμβόλαιο με τον ελληνικό λαό. Και δεν επιδιώκει, γιατί τότε θα έπρεπε να ονοματίσει και να καταγγείλει το προηγούμενο «τυραννικό καθεστώς» (δηλαδή όλες τις μετά τη Μεταπολίτευση κυβερνήσεις) που μας οδήγησε μέχρι εδώ, και εναντίον του οποίου έπρεπε να διεξαχθεί ο αγώνας. Σε αυτό τον πατριωτικό αγώνα λοιπόν έπρεπε να ονοματιστεί το «καθεστώς», να ονοματιστούν όλοι οι «κοτζαμπάσηδες», αυτοί δηλαδή που λόγω της εγγύτητας με την εξουσία κέρδιζαν «προνόμια» σε βάρος του δημόσιου χρήματος, σε βάρος των «ραγιάδων». Και σε αυτούς τους «κοτζαμπάσηδες» ανήκουν και συνδικαλιστές και «προνομιούχες ομάδες» εργαζομένων και ένα μέρος του λαού, με το οποίο οι κυβερνήσεις ανέπτυσσαν προνομιακές σχέσεις για να εξασφαλίζουν την υποταγή του. Όσο δεν ονοματίζεται το «προηγούμενο καθεστώς» τόσο η δυνατότητα ανατροπής του είναι αδύνατη, κι άλλο τόσο είναι αδύνατον να συνομολογηθεί το νέο συμβόλαιο. Γιατί λοιπόν ο Έλληνας πολίτης που υφίσταται περικοπές μέχρι εξάντλησης να πιστέψει ότι αυτές οι θυσίες θα πιάσουν τόπο, αφού η κυβέρνηση δεν ορίζει τον «τόπο»;


Ο νέος πατριωτισμός της κυβέρνησης δεν διαμόρφωσε ούτε φαίνεται να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας νέας ανατρεπτικής νοοτροπίας που θα ενέπνεε πολίτες που θα πίστευαν στη «νέα πατρίδα», γιατί η ίδια είναι στο μεγαλύτερο μέρος της σαρξ εκ της σαρκός του «παλιού καθεστώτος», γιατί η ίδια οφείλει την εξουσία της ακριβώς στις νοοτροπίες που στήριξαν το «παλιό καθεστώς». Έτσι με την έκκληση στον -δική της κοπής- πατριωτισμό των Ελλήνων, η κυβέρνηση αντί να ανατρέπει, επιτρέπει να αναπαράγονται παλιές, βολικές νοοτροπίες, με νέο περιτύλιγμα. Αυτές που επιτρέπουν άλλοτε την έκκληση στον πατριωτισμό πολιτών και άλλοτε την προσφυγή, στο όνομα του φόβου του Θεού-Τρόϊκας (μάλιστα πολυχρονεμένε μου σουλτάνε), στην υποταγή ποιμνίου. Στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας που άλλοτε ορίζεται ως σύνολο πολιτών και άλλοτε ως ποίμνιο, ή καλύτερα δεν ορίζεται ούτε ως σύνολο πολιτών ούτε ως ποίμνιο, και όπου ανθούν διάφορα φρούτα -οι διαμεσολαβητές-δραγουμάνοι του λαού (συγκαταλέγονται πάμπλουτοι δημοσιογράφοι, πάμπλουτοι «εθνικοί» ψυχαγωγητές, συνδικαλιστές κλπ.)- η πολιτική του «εξ ύψους» καταναγκασμού είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Αυτός όμως ο «εκ φόβου Θεού [Τρόϊκας]» πατριωτισμός δεν παράγει ανατροπή, παράγει συντηρητισμό, παράγει μοιρολατρία, και από την άλλη παράγει δωρεάν τσαμπουκά, ό,τι καλύτερο για τους «κοτζαμπάσηδες», φοροφυγάδες, λαμόγια παντός τύπου και καιρού, ό,τι καλύτερο για μια κυβέρνηση που δεν φαίνεται να θέλει να αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με τους Έλληνες ως πολίτες, ως κριτικά σκεπτόμενους, ως ανατρεπτικά δρώντες πολίτες.


Ας δούμε ωστόσο την πολιτική πραγματικότητα από την πλευρά της Αριστεράς. Διαμορφώνει προϋποθέσεις ανατροπής του «παλιού καθεστώτος», διαμορφώνει πάντα προϋποθέσεις μιας πολιτικά ουσιαστικής νοοτροπίας αντίστασης και «επανάστασης»; Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Τα όρια ανάμεσα στο συντηρητισμό και τη μοιρολατρία από τη μια μεριά και την επαναστατικότητα από την άλλη είναι δυσδιάκριτα. Βεβαίως η Αριστερά προσπαθεί να συνεγείρει πολίτες συνειδητοποιημένους (διαφορετικά δεν υφίσταται ως Αριστερά) εναντίον του μνημονίου, του ΔΝΤ και λοιπά. Με ποια μέσα ωστόσο και στη βάση ποιων αξιών; Ο κατ’εξακολούθηση τον τελευταίο καιρό καταγγελτικός ή συνθηματικός λόγος δεν εμπνέει πολιτικά υποκείμενα, δεν παράγει ανατρεπτική νοοτροπία. Αντιθέτως συμβάλλει στο συντηρητισμό της κοινωνίας, έστω κι από άλλο δρόμο. Η επίκληση στο λαό ως αδιαφοροποίητο πολιτικό υποκείμενο εμπεδώνει το συντηρητισμό και την υπονόμευση των δικαιωμάτων. Το σχήμα «πλουτοκρατία» εναντίον λαού, στο οποίο ούτε η πλουτοκρατία ορίζεται ούτε ο λαός, όπως και το σύνθημα «κάτω όλα» -ό,τι δεν προέρχεται από «εμάς» που έχουμε κατ’ αποκλειστικότητα το προνόμιο να είμαστε αριστεροί- δεν παράγουν ανατρεπτική πολιτική, απλώς επιτρέπουν στην Αριστερά (όσο της επιτρέπουν) να συντηρεί τις δυνάμεις της. Από τη στιγμή που η Αριστερά δεν τολμά να ξεκαθαρίσει τη διαφορά ανάμεσα στα δικαιώματα των πολιτών και τα προνόμια ομάδων που επωφελήθηκαν και επωφελούνται από τη νοοτροπία πλιάτσικου και υφαρπαγής της λείας (όπου «λεία» το δημόσιο χρήμα), από τη στιγμή δηλαδή που δεν διαμορφώνει ξεκάθαρους όρους αντίστασης, αυτοϋπονομεύεται. Αυτοπαγιδεύεται ανάμεσα σε μια «επαναστατικότητα» είτε του μπάχαλου είτε της ακινησίας. Και η «επαναστατικότητα», τόσο της ακινησίας (ΚΚΕ) όσο και του μπάχαλου (ομάδων ΣΥΡΙΖΑ), βασισμένη στα πιο παρωχημένα στερεότυπα (από υφέρποντα εθνικισμό μέχρι άρνηση οποιασδήποτε κριτικής σκέψης, που κατά τα άλλα αποτελεί την ουσία της Αριστεράς), παράγει ή ποίμνιο ή «Τσακητζήδες», δεν διαμορφώνει πάντως ανατρεπτικούς πολίτες. Από την άλλη μεριά η «ανανέωση» ως δεδομένο και αδιαφοροποίητο στον χρόνο πρόταγμα μιας Αριστεράς που το χρησιμοποιεί για να συντηρείται, παράγει έναν «ανανεωτικό καθωσπρεπισμό», παράγει μια Αριστερά της ευπρέπειας που επιτρέπει την κίνηση του εκκρεμούς για την ηγετική της ομάδα, ενώ απομονώνει όλους αυτούς τους πολίτες που αισθάνονται αδικημένοι (όπως και να το κάνουμε στην πολιτική υπάρχει δίκαιο και άδικο).


Οι αυτοδιοικητικές εκλογές, μέσον έκφρασης πολιτών και όχι πειθαρχίας ποιμνίων


Σε αυτή την πραγματικότητα διεξάγονται, κατά τη γνώμη μου, οι αυτοδιοικητικές εκλογές, στις οποίες πρέπει να διαμορφωθούν οι όροι αντίστασης των πολιτών σε τοπικό επίπεδο. Αντίσταση για παράδειγμα στην Αθήνα σημαίνει, πρώτον αντίσταση σε μια πολιτική νοοτροπία που οδήγησε τη χώρα αλλά και την Αθήνα εδώ που βρισκόμαστε. Δεύτερον, αντίσταση σε ένα πρόσωπο που ενσαρκώνει με το χειρότερο τρόπο αυτή την πολιτική και πολιτισμική νοοτροπία του δήθεν προοδευτισμού, του χαμερπούς λαϊκισμού, μια ακροδεξιά νοοτροπία σε περιτύλιγμα «άνεσης» που του προσέφεραν απλόχερα διάφοροι διαμεσολαβητές-δραγομάνοι του ποιμνίου. Δεν είναι ανάγκη να μιλήσουμε για τα έργα και τις ημέρες του νυν Δημάρχου της Αθήνας. Η περιφρούρηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου από τα ΜΑΤ τον Δεκέμβριο του 2008, μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, αρκεί για να απεικονίζει για πάντα τον ορισμό «με φόβο Θεού» του δημόσιου χώρου. Η κατάντια της πρωτεύουσας με την πλήρη συναίνεση (ή τη συνενοχή) του ΠΑΣΟΚ (Σκανδαλίδης) είναι γνωστή σε όλους, όσοι ζούμε σε αυτή, και ανταποκρίνεται απολύτως σε όλα όσα παραπάνω ανέφερα.


Η «Ανοιχτή Πόλη» σε αυτά τα τέσσερα χρόνια διαμόρφωσε σοβαρούς πυρήνες αντίστασης και ανατροπής μιας πολιτικής νοοτροπίας, καταστροφικής για την Αθήνα. Αυτή η κίνηση είναι ίσως η σημαντικότερη της Αριστεράς που πράγματι παρενέβη δυναμικά, χωρίς στείρους καταγγελτισμούς και συνθηματολογίες, και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα ζωντανό, ανατρεπτικό κίνημα νοοτροπιών και πολιτικών. Το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις επιλογές της «Ανοιχτής Πόλης» είναι ένα θέμα προς συζήτηση, αυτό ωστόσο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης είναι ότι η κίνηση, όπως και η ίδια η Ελένη Πορτάλιου (νυν υποψήφια δήμαρχος), διαμόρφωσε στην κοινωνία της Αθήνας μηχανισμούς αντίστασης, μηχανισμούς εντέλει συμμετοχής των πολιτών στη γειτονιά τους. Το προεκλογικό πρόγραμμα άλλωστε το καταδεικνύει: μια σοβαρή, αριστερή πολιτική πρόταση, με έμπνευση και δημιουργικότητα, που απευθύνεται σε πολίτες, ούτε σε μάναντζερ, ούτε σε πολιτικάντηδες, ούτε σε φοβισμένους ανθρώπους που θέλουν να τρυπώσουν σπίτια τους. Απευθύνεται σε πολίτες που θέλουν να διεκδικήσουν τους όρους συγκρότησης μιας νέας αλληλεγγύης, αμοιβαιότητας και συναίνεσης μεταξύ τους, σε μια πόλη που αλλάζει, που είναι δύσκολη, που χρειάζεται μαχόμενους πολίτες για να ξαναορίσουν τον δημόσιο χώρο τους, να ξαναορίσουν τους όρους συνύπαρξής του, τους πραγματικούς όρους «οικοδόμησης της νέας πατρίδας». Άλλωστε μια πόλη είναι η διαρκής διεκδίκηση των όρων συνύπαρξης στον δημόσιο χώρο. Η «Ανοιχτή Πόλη» πρέπει να βγει ενισχυμένη από αυτές τις εκλογές, γιατί μέσα από αυτή θα δοθεί το μήνυμα του τι σημαίνει διαρκής συμμετοχή των πολιτών στον χώρο, διαρκής διεκδίκηση της ιδιότητας του πολίτη.


Το ερώτημα που μένει αναπάντητο αφορά το δεύτερο γύρο των εκλογών, στην περίπτωση που η Ανοιχτή Πόλη δεν θα περάσει σε αυτόν. Η επιλογή είναι ανάμεσα στο λευκό ή αποχή και τον Γ. Καμίνη, υποψήφιο που στηρίζεται από το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Αριστερά. Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η πολιτική δεν έχει αδιέξοδα, και το λευκό ή η αποχή εκφράζουν αδιέξοδο, ας εξετάσουμε την επιλογή Καμίνη υπό το πρίσμα των όσων παραπάνω ανέφερα. Επικεφαλής επί χρόνια του Συνήγορου του Πολίτη, ο Καμίνης απέδειξε ότι η σωστή λειτουργία των θεσμών διαμορφώνει όρους αντίστασης σε παλιές πολιτικές και νοοτροπίες. Ο Συνήγορος του Πολίτη αποτέλεσε το πεδίο υπεράσπισης της έννοιας και της υπόστασης του πολίτη, απέναντι σε ό,τι συγκροτεί αυτό που αποκάλεσα «παλιό καθεστώς». Από αυτή την άποψη ο Καμίνης, ως πολίτης και δημόσιο πρόσωπο, εγγυάται τη διεκδίκηση ενός ανοιχτού, δημόσιου χώρου των πολιτών στην Αθήνα. Δεν την εγγυάται παρ’ όλα αυτά το ΠΑΣΟΚ που τον στηρίζει. Ωστόσο, η επιλογή Καμίνη από ένα κόμμα σαν το ΠΑΣΟΚ, που ποτέ σχεδόν μέχρι τώρα δεν αναμετρήθηκε στην πρωτεύουσα με τη ΝΔ με άλλο γνώμονα παρά τον συσχετισμό κομματικών δυνάμεων (γι αυτό πάντα πρώτης γραμμής στελέχη ως υποψήφιοι), εμπεριέχει μια σημαντική αντίφαση και γι αυτό μια ενδεχόμενη δυναμική. Η επιλογή Καμίνη υπονομεύει τη νοοτροπία ποιμνίου μέσα από την οποία αναπαράγεται η εξουσία του ΠΑΣΟΚ. Μόνο που αυτή η εξουσία δεν μπορεί να αναπαραχθεί πλέον σε πόλεις όπως η Αθήνα, όπου η υπονόμευση του δημόσιου χώρου, λόγω φόβου μεταναστών, κλπ., από το νυν δήμαρχο και τις ακροδεξιές συμμαχίες του, έχει εγκαταστήσει και οριοθετήσει από τη δεξιά το ποίμνιο. Αυτή η αντίφαση εμπεριέχει μια ενδεχόμενη δυναμική μόνο όταν ο ίδιος ο υποψήφιος, δεσμευμένος με ένα προεκλογικό πρόγραμμα που θα συμπεριλαμβάνει και πολλά από τα διεκδικούμενα της «Ανοιχτής Πόλης», αναλάβει δυναμικά στο δεύτερο γύρο επικεφαλής μιας μάχης στο πλαίσιο της οποίας ο ίδιος θα συνομολογήσει ένα νέο συμβόλαιο με τους πολίτες της Αθήνας με το οποίο θα δώσει τον αγώνα εναντίον του νυν δημάρχου και ό,τι αυτός εκπροσωπεί. Όταν δηλαδή ο αγώνας διαμορφώσει εν δυνάμει τους όρους αυτονόμησης από την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και συμπεριλάβει όλους τους κατοίκους αυτής της πόλης που διεκδικούν ακόμη τη διαρκή επαναδιαπραγμάτευση των όρων που συγκροτούν τον δημόσιο χώρο. Ο Καμίνης έχει μακρύ δρόμο μπροστά του για να αναιρέσει το δίλημμα «υπέρ του Μνημονίου» ή κατά.


1 σχόλιο:

katerina είπε...

H Ανοιχτή Πολη αλλά και η Ελενη η Πορτάλιου ,ήταν ένα πολύ ομορφο όνειρο...που δυστυχώς σαν εναλλακτική λυση στο Δήμο τελειωσε. Ίσως ειναι το μόνο που με λυπησε απο τις εκλογές της Κυριακής.