27 Μαρ 2010

Σαρκοζύ (ή Πώς Πείθει η Δεξιά)

Το σήμα του κόμματος του Σαρκοζύ

Μετά την εκλογική νίκη του Νικολά Σαρκοζύ στις γαλλικές προεδρικές εκλογές, πριν από σχεδόν τρία χρόνια (τον Μάιο του 2007), προσπαθούσαμε όλοι να καταλάβουμε πώς συνένωνε στον λόγο του αντιφατικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία (π.χ. μέτρα υπέρ των επιχειρήσεων, αλλά και ρητορική ότι είναι ο υποψήφιος της «εργαζόμενης Γαλλίας», υπόσχεση για κάτι «νέο», αλλά και ρητορική υπέρ των «παραδοσιακών αξιών») και πώς χάρη σ’αυτά τα στοιχεία κατάφερε να κερδίσει τόσο μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων. Συνοπτικά, η άποψή μου ήταν ότι ο Σαρκοζύ, όπως κάθε επιδέξιος πολιτικός, κατάφερε να εκφράσει τάσεις που προϋπήρχαν στη γαλλική κοινωνία και να κατασκευάσει απ’αυτές ένα συνεκτικό όλο, μια ιδεολογία τελικά. Πώς συνδέονται λοιπόν μεταξύ τους τα αντιφατικά στοιχεία του πολιτικού λόγου του νέου Προέδρου της Γαλλίας; Είναι τελικά κάτι νέο αυτό που ευαγγελίζεται ή μια επιστροφή σε παραδοσιακές αξίες;

Μια σύγχρονη «αξία εργασία».

Ένα από τα κεντρικά συνθήματα του Σαρκοζύ είναι η «αξία εργασία» • ένα άλλο είναι ότι σκοπεύει να «κάνει τον καπιταλισμό ηθικό» (« moraliser le capitalisme »): «Η στρατηγική μου ξεκινά από την εργασία, συνεχίζει με την εργασία, τελειώνει με την εργασία. Διότι η γαλλική ηθική κρίση φέρει ένα όνομα: είναι η κρίση της εργασίας.» Το ότι εναντιώθηκε στην αύξηση του κατώτατου μισθού που πρότεινε η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, κριτίκαρε το καθεστώς της εβδομάδας των 35 εργάσιμων ωρών ή τάχθηκε εναντίον του « assistanat » – της «λογικής των επιδομάτων» θα μπορούσαμε ίσως να πούμε στα ελληνικά – δεν ακούστηκε απειλητικό σ’ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων (ή ακόμα και στους άνεργους), ακριβώς επειδή υποσχέθηκε αύξηση του ρυθμού της ανάπτυξης και εργασία για όλους. Αυτό που υπόσχεται κατ’αυτόν τον τρόπο ο Σαρκοζύ είναι να ξαναθέσει σε λειτουργία την κοινωνική κινητικότητα προς τα πάνω. Όποιος θέλει να κερδίζει περισσότερα, πρέπει να μπορεί να εργάζεται περισσότερο, είναι το επιχείρημά του για την κατάργηση ή μεταρρύθμιση του 35ωρου. Μια πρόταση αφελής, που γίνεται αφορμή για ακόμα πιο αφελείς προσδοκίες ότι στη Γαλλία του Σαρκοζύ η προσωπική εργασία θα είναι αρκετή για να ανέλθει οικονομικά και κοινωνικά όποιος το επιθυμεί. Και αυτή ακριβώς η προσδοκία είναι που κάνει την πολιτική του Σαρκοζύ ελκυστική: για όποιον δέχεται αυτή την απλουστευτική λογική (εργασία ίσον οικονομική ανόδος, χωρίς να επεμβαίνει κανένας άλλος παράγοντας), η πολιτική του Σαρκοζύ εμπεριέχει το σπέρμα της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης και, όντως, εκφράζει μια κάποια ηθική.
Εμπεριέχει όμως κι ένα άλλο στοιχείο: τον ανταγωνισμό. Ο κατώτατος μισθός δεν πρέπει να αυξηθεί, σύμφωνα με τον Σαρκοζύ. Ο λόγος γι’αυτό, έλεγε σε μια συνέντευξή του, είναι ότι πρέπει οι μεσαίες τάξεις να νιώθουν πως αξίζει τον κόπο να δουλεύουν σκληρά • να είναι αισθητή η διαφορά ανάμεσα σ’έναν άνεργο, έναν εργαζόμενο με τον κατώτατο μισθό και κάποιον που «εργάζεται περισσότερο για να κερδίζει περισσότερα». Οι ανισότητες δηλαδή δεν αποτελούν πρόβλημα • αντιθέτως παρέχουν κίνητρο για την αύξηση της παραγωγικότητας. Πώς αυτή η λογική του ανταγωνισμού κέρδισε τους Γάλλους;
Όλες οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια με σκοπό να αντιμετωπιστούν τα κοινωνικά προβλήματα, για παράδειγμα η μεταρρύθμιση των συντάξεων για να καλυφθεί το έλλειμα της Κοινωνικής Ασφάλισης, ή η μετατροπή της αργίας του Αγίου Πνεύματος σε εργάσιμη μέρα ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για τις πολιτικές υπέρ των ηλικιωμένων και των ατόμων με ειδικές ανάγκες, απαιτούσαν θυσίες εκ μέρους των εργαζομένων. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, ακριβώς ως συνέπεια των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, πολλοί από τους εργαζόμενους σήμερα είναι εκτεθειμένοι στον ανταγωνισμό χωρίς καμία προστασία (κυρίως με την αυξανόμενη γενίκευση διαφόρων μορφών επισφαλούς εργασίας), έχει δημιουργήσει σημαντικές εντάσεις στη γαλλική κοινωνία.
Αυτές οι εντάσεις έχουν εκφραστεί και εκφράζονται στη Γαλλία • και αυτές εκμεταλλεύτηκε η γαλλική δεξιά. Πολλοί από αυτούς που ψήφισαν τον Σαρκοζύ θεωρούν ότι μια πλήρης απελευθέρωση του ανταγωνισμού θα τους ωφελήσει. Πρόκειται για αυτούς (δεν είναι τυχαίο ότι στην ηλικιακή ομάδα των 25 – 29 ετών το ποσοστό του Σαρκοζύ ανέρχεται στο 56%) που άρχισαν να εργάζονται σχετικά πρόσφατα και θεωρούν ότι με μια πλήρη απελευθέρωση του ανταγωνισμού, δηλαδή χωρίς τη μονιμότητα και τα άλλα «προνόμια» που απολαμβάνουν οι μεγαλύτεροί τους και κυρίως οι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και με μέτρα ενθάρρυνσης των επιχειρήσεων (φοροαπαλλαγές, διευκόλυνση των προσλήψεων και απολύσεων), θα μπορέσουν πιο γρήγορα να δοκιμαστούν στην «αγορά εργασίας» και να ανέλθουν. Αυτό που εκφράζει ο Σαρκοζύ – και το οποίο νομιμοποιεί ως ενός είδους ηθική – είναι το αίσθημα αδικίας και ίσως ο απλός φθόνος του εργαζόμενου που βλέπει ότι ο μισθός του δεν είναι πολύ υψηλότερος από το επίδομα ανεργίας που ο άνεργος απολαμβάνει χωρίς να εργάζεται • του εργαζόμενου του ιδιωτικού τομέα που βλέπει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι – που αυτός με τους φόρους του πληρώνει – εργάζονται σε καλύτερες συνθήκες και επιπλέον χαίρουν μονιμότητας.
Εδώ ακριβώς έγκειται η επιτυχία της γαλλικής δεξιάς: έχει καταφέρει να πείσει – εν πολλοίς εκ του αποτελέσματος, μετά από αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις που απελευθέρωσαν την αγορά εργασίας και μείωσαν τις εγγυήσεις του κράτους πρόνοιας – ότι ο ανταγωνισμός είναι έτσι κι αλλιώς η νόρμα, που πρέπει πια να γενικευτεί πλήρως για να υπάρχει η ελπίδα ότι κάποιοι τουλάχιστουν θα καταφέρουν να ανέλθουν οικονομικά. Έχει πείσει επίσης ότι το κράτος πρόνοιας βασίζεται στις θυσίες των ίδιων των εργαζόμενων (ποτέ των εργοδοτών) και είναι εν πολλοίς άδικο: γιατί ένας εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα να χρηματοδοτεί με τους φόρους του το 35ωρο και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων ή να πληρώνει με υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές τις συντάξεις των ηλικιωμένων, που δούλεψαν λιγότερα χρόνια απ’ό,τι θα πρέπει να δουλέψει αυτός;

Από το κράτος πρόνοιας στη φιλανθρωπία.

Με τον Σαρκοζύ, το νόημα, το περιεχόμενο, η νομιμοποίηση του κράτους πρόνοιας αλλάζει εντελώς. Μερικά από τα μέτρα που προτείνει ο νέος Πρόεδρος της Γαλλίας: οι ασφαλισμένοι θα πρέπει να πληρώνουν οι ίδιοι ένα μέρος των ετήσιων εξόδων για την περίθαλψή τους (με ένα μικρό αλλά συμβολικό ποσό που θα οριστεί, 10 ή 20 ευρώ) ώστε να «γίνουν υπεύθυνοι» • τα επιδόματα των οικογενειών που δεν φροντίζουν να φέρονται σωστά τα παιδιά τους, να πηγαίνουν τακτικά στο σχολείο για παράδειγμα, θα αναστέλλονται • θα αναστέλλεται επίσης το επίδομα ανεργίας οποιουδήποτε απορρίπτει δύο διαδοχικές προτάσεις για εργασία στον τομέα της ειδίκευσής του (ανεξάρτητα από τους όρους της προτεινόμενης εργασίας). Τελικά, οι παροχές του κράτους πρόνοιας δεν είναι δικαίωμα κάθε πολίτη, αλλά προνόμιο του «ηθικού ατόμου». Το άτομο, σύμφωνα με την ηθική του Σαρκοζύ, είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και πρέπει να μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνο του, με την προσωπική του εργασία. Για να αποφευχθούν οι υπερβολικές ανισότητες, όποιος δεν τα καταφέρνει δικαιούται βοήθεια από το κράτος, αλλά μόνο για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα και μόνο υπό προϋποθέσεις. Κυρίως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βρίσκεται σε θέση καλύτερη ή ισότιμη με τους εργαζόμενους, ακόμα κι αυτούς που βρίσκονται στη «βάση της κλίμακας», γιατί αυτό θα ήταν επιβλαβές για την παραγωγικότητα, αφού θα εξέλιπε έτσι ένα κίνητρο για την εργασία.
Έτσι, το κράτος πρόνοιας, έκφραση που ο Σαρκοζύ συνήθως αντικαθιστά χαρακτηριστικά με τον όρο « assistanat », παίρνει τον χαρακτήρα φιλανθρωπίας. Τα οικογενειακά επιδόματα, η δωρεάν περίθαλψη, ένα κατώτατο εγγυημένο εισόδημα, δεν αποτελούν δικαίωμα του κάθε πολίτη, αλλά φιλανθρωπία της κοινωνίας, φιλανθρωπία επιπλέον την οποία δικαιούται, ως προνόμιο, μόνο το «ηθικό άτομο». Κατ’αυτόν τον τρόπο, ο Σαρκοζύ επαναπροσδιορίζει όχι μόνο την έννοια της ισότητας, κεντρική έννοια της Γαλλικής Δημοκρατίας, αλλά ακόμα την ίδια την έννοια του πολίτη και του έθνους.

Ένας νέος ορισμός του έθνους.

Η Γαλλική Δημοκρατία στηρίζεται στην έννοια της ισότητας. Η Γαλλική Επανάσταση κατοχύρωσε την πολιτική ισότητα των πολιτών • έφερε επίσης το σπέρμα της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας των πολιτών. Σ’ένα σύστημα που στηρίζεται στην πολιτική ισότητα, γρήγορα εμφανίζεται το πρόβλημα της οικονομικής / κοινωνικής ισότητας. Πώς μπορούν οι πολίτες να είναι ίσοι και να εξασκούν πλήρως τα δικαιώματά τους αν υπάρχουν τεράστιες οικονομικές / κοινωνικές διαφορές; Το ερώτημα αυτό τέθηκε ήδη από τον 19ο αιώνα • η πιο ολοκληρωμένη ως σήμερα απάντηση δόθηκε αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με την καθιέρωση του κράτους πρόνοιας. Η ισότητα και η αλληλεγγύη που εγγυάται το κράτος πρόνοιας είναι απαραίτητες για την πλήρη ένταξη όλων των πολιτών στην πολιτική κοινότητα του έθνους και, κατά συνέπεια, για τη νομιμοποίηση του έθνους ως πολιτικής οντότητας.
Με το να απονομιμοποιεί και ουσιαστικά να καταργεί αυτόν τον μηχανισμό ένταξης, ο Σαρκοζύ αλλάζει την έννοια του έθνους και του πολίτη. Κι αυτό γιατί τίθεται εξαρχής το ερώτημα: πώς θα δημιουργηθεί ένα συνεκτικό όλο από το σύνολο των ατόμων, αν όχι με την ένταξή τους σ’ένα ουσιαστικά (δηλαδή και υλικά) αλληλέγγυο πολιτικό έθνος ισότιμων πολιτών; Ο Σαρκοζύ στην τάση του ρεπουμπλικανικού έθνους να εξαλείψει τις ανισότητες αντέταξε την εξύμνηση των ανισοτήτων ως κινήτρου για την αύξηση της παραγωγικότητας και κατά συνέπεια για την αύξηση του πλούτου από την οποία θεωρητικά θα ωφεληθούν όλοι • στο ρεπουμπλικανικό πολιτικό έθνος ισότιμων πολιτών αντέταξε ένα έθνος ιεραρχικά δομημένο.
Η ιεραρχία είναι κεντρικό στοιχείο του πολιτικού λόγου του. Απ’αυτή τη σκοπιά επιτέθηκε για παράδειγμα στην κληρονομιά του Μάη του ’68, που προκάλεσε «μια αντιστροφή των αξιών» και «υποβάθμισε τον δάσκαλο στο ίδιο επίπεδο με τον μαθητή». Όπως ακριβώς για να λειτουργήσει η οικονομία πρέπει να υπάρχουν ανισότητες, έτσι και στην κοινωνία πρέπει να υπάρχει μια ιεραρχία. Κάποιοι, οι εργοδότες, πρέπει να βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική θέση (χάρη σε φορολογικά κίνητρα) ώστε να δημιουργούν θέσεις εργασίας • αν και οι υπόλοιποι το δεχτούν αυτό, όλοι – άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, ανάλογα με τη θέση του στο σύστημα – θα ωφεληθούν από τον πλούτο που θα παραχθεί. Αν οι Γάλλοι δεχτούν να επιστρέψουν σε μια ιεραρχική δομή που κάποτε υπήρχε (σύμφωνα με τον Σαρκοζύ τουλάχιστον), τότε το γαλλικό έθνος θα ανακτήσει το χαμένο μεγαλείο του, κάτι που θα ωφελήσει όλους τους Γάλλους. Έτσι, η πραγματική, υλική αλληλεγγύη του ρεπουμπλικανικού έθνους αντικαθίσταται ως μέσον ένταξης από ένα περασμένο ή μελλοντικό μεγαλείο.
Αν και χρησιμοποιεί τα καθιερωμένα σύμβολα του έθνους (την τρίχρωμη σημαία, τη Μασσαλιώτιδα) επιχειρώντας να αντλήσει νομιμοποίηση από αυτά, το έθνος αυτό του Σαρκοζύ δεν έχει καμία σχέση με το ρεπουμπλικανικό έθνος, που δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον εφόσον τείνει στην εξάλειψη των ανισοτήτων και σε μια στοιχειώδη εξίσωση όλων των πολιτών. Δεν έχει όμως σχέση ούτε και με το φυλετικό έθνος του Λεπέν, που αποκλείει τους ξένους επειδή είναι ξένοι. Ο Σαρκοζύ δεν αντιτίθεται στη μετανάστευση γενικά • προτείνει απλώς τη «χρήσιμη μετανάστευση». Έτσι λοιπόν θα μπορεί να μεταναστεύσει στη Γαλλία όποιος μπορεί να συμβάλει στο «μεγαλείο» της, για παράδειγμα επιστήμονες με σημαντικά προσόντα. Επιπλέον, θα μπορεί να μεταναστεύσει κι όποιος δέχεται την ιεραρχική δομή του Σαρκοζύ και δεν προκαλεί προβλήματα: η επανένωση οικογενειών θα επιτρέπεται, εφόσον ο μετανάστης που επιθυμεί την έλευση της οικογένειάς του είναι σε θέση να τη συντηρεί χωρίς τα οικογενειακά επιδόματα που κανονικά δικαιούται.

Από τον πολίτη στο «ηθικό άτομο».

Τελικά, το έθνος, όπως το οριοθετεί ο Σαρκοζύ, είναι το άθροισμα των «ηθικών ατόμων». Περιλαμβάνει όποιον, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, συμμορφώνεται με την «ηθική της εργασίας» του Σαρκοζύ: όποιον δέχεται ότι το άτομο οφείλει να τα καταφέρνει μόνο του και που ακόμα κι όταν δεν τα καταφέρνει δεν ζητάει από την κοινωνία να αναλάβει την ευθύνη του. Το έθνος του Σαρκοζύ δεν περιλαμβάνει όμως όσους για τον έναν ή αλλο λόγο περιθωριοποιούνται: όσους τελικά δεν τα καταφέρνουν σ’αυτό το ανταγωνιστικό σύστημα, τους άνεργους, τους παραβάτες • κι αυτό γιατί δεν θεωρεί βασική για τη νομιμοποίησή του την προσπάθεια (ή έστω την υπόσχεση) ένταξης όλων των πολιτών. Έτσι λοιπόν, η έννοια του πολίτη – που αυτομάτως και εξ’ορισμού δίνει πρόσβαση σε ορισμένα δικαιώματα – αντικαθίσταται από αυτή του «ηθικού ατόμου», που δέχεται την ύπαρξη μιας ιεραρχίας, που έχει δικαιώματα αλλά γνωρίζει ότι η απόλαυσή τους δεν είναι αυτονόητη αλλά εξαρτάται από την εκπλήρωση υποχρεώσεων (μία από τις αγαπημένες ρήσεις του Σαρκοζύ άλλωστε είναι ότι εκτός από δικαιώματα υπάρχουν και υποχρεώσεις).
Ο Σαρκοζύ κέρδισε τις εκλογές γιατί έπεισε ότι, έτσι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, ο ρόλος του «ηθικού ατόμου» προσφέρει μεγαλύτερες πιθανότητες ένταξης απ’ό,τι η έννοια του πολίτη, που έχει ήδη χάσει ένα μεγάλο μέρος του περιεχομένου της. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που δεν πείστηκαν. Κι αυτοί αντέδρασαν έντονα (με αυθόρμητες διαδηλώσεις, με ανακοινώσεις οργανώσεων και συνδικάτων που καλούν σε «επαγρύπνηση» και «αντίσταση»), ακριβώς γιατί αντιλαμβάνονται ότι αυτό που επιχειρεί ο Σαρκοζύ είναι κάτι ριζοσπαστικά νέο, που ξεφεύγει από τα όρια μιας δεξιάς πολιτικής, αφού επιτίθεται σε έννοιες που ως τώρα αποτελούσαν κοινό κτήμα αριστεράς και δεξιάς.
Η δεξιά κατηγορεί όσους αντιδρούν ότι μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν, προσπαθώντας να περισώσουν παρωχημένα δικαιώματα που μόνο τροχοπέδη είναι πια. Υπό μία έννοια, αυτή η κατηγορία ευσταθεί, αφού όντως επιχειρείται μια ρήξη, η καταστροφή του ρεπουμπλικανικού έθνους. Από την άλλη, αυτό που επιχειρεί ο Σαρκοζύ δεν είναι και τόσο νέο. Πρόκειται για την εκπλήρωση ενός παλιού ονείρου του καπιταλισμού: την πλήρη επικράτηση του φιλελευθερισμού, και μάλιστα με τρόπο που να τον καθιστά κοινωνικά αποδεκτό, αφού επενδύεται με μια «ηθική» την οποία οι εργαζόμενοι φαίνεται να δέχονται. Για να καταλάβει ο Σαρκοζύ (αν δεν το ξέρει ήδη) ότι το μοντέλο που προωθεί δεν είναι και τόσο καινούριο δεν είναι ανάγκη να διαβάσει Μαρξ · αρκεί να ρίξει μια ματιά στα «μεγάλα κείμενα» που κατά τα λεγόμενά του πρέπει να διαβάζουν στο σχολείο τα παιδιά ενός «μεγάλου έθνους»: ο Ζολά ενδείκνυται σ’αυτή την περίπτωση.

ΥΓ. Ο Σαρκοζύ το 2007 έπεισε, αλλά το 2010 δεν φαίνεται να έχει καταφέρει και πολλά: η δημοτικότητά του έχει πέσει πολύ.


23 Μαρ 2010

ΙΙ. Αλληλεγγύη και Ευρώπη

Το πολιτικό έθνος, αυτό που δημιουργήθηκε με τη Γαλλική Επανάσταση και πήρε σταδιακά τη μορφή της Ρεπουμπλίκ, στηρίζεται στην ισότητα όλων των πολιτών και κατά προέκταση στην οικονομική και κοινωνική τους εξίσωση. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος πρόνοιας ούτε αποτελεί κάποιου είδους παραχώρηση ή φιλανθρωπία προς τους πιο φτωχούς, ούτε και μπορεί να είναι «ανταποδωτικό»: βεβαίως και όλοι πρέπει να συμβάλλουμε – όσο μπορεί ο καθένας, μέσω εισφορών και φόρων – στο να έχει πόρους το κράτος πρόνοιας, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει όποιος δεν είναι σε θέση να συμβάλει δεν έχει τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους. Δικαιώματα στο κράτος πρόνοιας έχουν όλοι, για τα δικαιώματα αυτά απορρέουν από την ιδιότητά τους ως πολιτών και/ή κατοίκων της χώρας. Τα κοινωνικά δικαιώματα εξασφαλίζουν την ισότιμη ένταξη όλων στην πολιτική κοινότητα. Και στηρίζονται στην αλληλεγγύη.


"Να σώσουμε την αλληλεγγύη"


Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες είναι ότι προσπαθούν να μας πείσουν πως το κοινωνικό κράτος δεν έχει να κάνει με την ένταξη και την αλληλεγγύη, αλλά με την αποταμίευση του καθενός ξεχωριστά (με τα «τίμια κερδισμένα λεφτά» που καλείται να επενδύει και να αποταμιεύει συνετά για να μην έχει την ανάγκη των «άλλων», δηλαδή του κράτους πρόνοιας) και με τη φιλανθρωπία (προς όσους δικαιολογημένα – και μόνο δικαιολογημένα – δεν τα έχουν καταφέρει). Αυτή η λογική χτυπάει την αλληλεγγύη, κάτι που γίνεται και τον τρόπο που επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες στρέφονται η μία ενάντια στην άλλη: όσοι εργάζονται σκληρά και παίρνουν μόνο τον βασικό μισθό τα βάζουν με τους άνεργους που λαμβάνουν το επίδομα ανεργίας χωρίς να δουλεύουν, οι εργάζομενοι στον ιδιωτικό τομέα τα βάζουν με τους δημόσιους υπαλλήλους επειδή έχουν στοιχειώδη επαγγελματικά δικαιώματα.

Έτσι ακριβώς είναι που μας βάζουν να τσακωνόμαστε μεταξύ μας για τα ψίχουλα που είναι διατεθειμένοι να μας παραχωρήσουν. Το βασικό θέμα δεν είναι αν περισσότερα χρήματα παίρνει ο ιδιωτικός ή ο δημόσιος υπάλληλος, ή αν ο συνταξιούχος του δημοσίου είναι σε καλύτερη μοίρα από τον συνταξιούχο ενός άλλου Ταμείου. Το θέμα είναι ότι σήμερα υπάρχουν λιγότερα χρήματα να μοιραστούν οι εργαζόμενοι, επειδή τα χρήματα διαχειρίζονται οι περίφημες «αγορές», χωρίς κανέναν πολιτικό έλεγχο. Επίσης, μας αναλογεί και λιγότερη εργασία, λόγω των σύγχρονων τρόπων παραγωγής. Επομένως, η αναδιανομή του πλούτου δεν μπορεί να γίνει μέσω της ανάπτυξης και των νέων θέσεων εργασίας, όπως έγινε π.χ. μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Αναγκαστικά οι ώρες εργασίας θα μειωθούν και οι άνεργοι θα αυξηθούν. Κι εκεί χρειάζεται μια πολιτική απόφαση – για την οποία οφείλουν να πιέσουν οι πολίτες – ώστε η αναδιανομή να γίνεται με την εξασφάλιση πλήρους μισθού ακόμα και για μερική απασχόληση και με τη θεσμοθέτηση ενός κατώτατου εγγυημένου εισοδήματος για όλους. Η λογική αυτού του εισοδήματος είναι, ακριβώς, η λογική της ένταξης και της αλληλεγγύης: όλοι οι πολίτες, ως εκ της ιδιότητάς τους αυτής, δικαιούνται μερίδιο από τον πλούτο που παράγει η κοινωνία.


"Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας"


Αυτή η αλληλεγγύη σ’ένα βαθμό λειτούργησε στην Ευρώπη μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, σ’άλλες χώρες πιο καλά, σ’άλλες όχι και τόσο. Τώρα, τα πράγματα είναι διαφορετικά, αλλά και η κοινωνία μέσα στην οποία πρέπει να επιχειρηθεί η αναδιανομή είναι πια άλλη, ευρύτερη: είναι όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή πρέπει να γίνει τώρα η πολιτική μας κοινότητα, μέσα σ’αυτή πρέπει να διεκδικήσουμε δικαιώματα. Αυτό θα γίνει βέβαια μόνο αν εξασφαλιστεί η ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, μόνο αν η ΕΕ γίνει μια Ευρώπη των λαών, με την προοπτική οι λαοί να γίνουν ένας πολιτικός λαός.

Αυτό είναι που διακυβεύεται αυτή τη στιγμή, έστω, προς το παρόν, σε επίπεδο κρατών/κυβερνήσεων και όχι λαών. Η Γερμανία, απ’ό,τι φαίνεται, δεν δέχεται τη λογική της αλληλεγγύης. Η Γαλλία, ακόμα κι η σημερινή, άθλια, σαρκοζική Γαλλία, επειδή έχει η ίδια στηριχτεί στην αλληλεγγύη και στην ένταξη όλων στην πολιτική κοινότητα, τείνει να το δεχτεί. Η φράση του Σαρκοζύ όταν συναντήθηκε με τον Παπανδρέου, «δεν μπορούμε να αφήσουμε μια χώρα να απομονωθεί», αυτό δείχνει, είναι μεταφορά της λογικής του ρεπουμπλικανικού έθνους σ’ένα άλλο, ευρωπαϊκό επίπεδο, επίπεδο κρατών: όπως το πολιτικό έθνος δεν μπορεί να αφήσει τους πολίτες του να περιθωριοποιηθούν (γιατί μ’αυτό τον τρόπο θα αυτοακυρωνόταν), έτσι κι η ΕΕ δεν μπορεί να αφήσει μια χώρα-μέλος να περιθωριοποιηθεί. Ας σημειώσω εδώ ότι δεν νομίζω πως ο Σαρκοζύ το υποστηρίζει αυτό από την καλή του την καρδιά ή γιατί ο ίδιος πιστεύει στην αλληλεγγύη. Ίσα-ίσα που αυτός είναι ο πρώτος που στη Γαλλία χτυπάει την αλληλεγγύη του κράτους πρόνοιας (θα ανεβάσω ίσως ένα άρθρο που είχα γράψει όταν εξελέγη, όπου εξηγούσα περίπου αυτό). Απλώς, ακόμα κι αν δεν συμφωνεί με τη λογική αλληλεγγύης και ένταξης του πολιτικού έθνους, πάντως απ’αυτή προέρχεται και δεν μπορεί να τη διαγράψει από τη μια μέρα στην άλλη.



6 Μαρ 2010

Ι. Φτώχεια και μίσος

Νομίζω ότι αυτό που μας ζητάνε τελικά, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και στον κόσμο όλο, είναι, καλά το έθεσε ο Παπανδρέου, να «τα βγάλουμε πέρα με λιγότερα». Κι αυτό όχι για τώρα, για ένα-δυο χρόνια, μέχρι να περάσει η μπόρα, αλλά για τα καλά, για πάντα. Εκεί οδηγούν οι πολιτικές που εφαρμόζονται πια σ’όλο τον κόσμο: ιδιωποίηση της υπεραξίας (πήγα να γράψω «κέρδος», αλλά όχι, δεν είναι παρωχημένος ο Μαρξ!) από όλο και πιο λίγους μέσω των χρηματιστηριακών παιχνιδιών, όλο και λιγότερα χρήματα για τους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα για την εργασία τους και ως παροχές του κοινωνικού κράτους (συντάξεις, υγεία) και δημόσιες υπηρεσίες (παιδεία, διαχείριση πόρων και αγαθών όπως το νερό και η ενέργεια).

Δεν πρόκειται για μια καινούρια τάση, ας μη γελιόμαστε. Ο καπιταλισμός, από τότε που άρχισε να διαμορφώνεται, αυτό επεδίωκε. Ο φιλελευθερισμός αυτό πρέσβευε, με το επιχείρημα ότι είναι απαραίτητο να συγκεντρώνεται η υπεραξία στα χέρια κάποιων, ώστε αυτή με τη σειρά τους να δημιουργούν επιχειρήσεις, άρα θέσεις εργασίας, κι έτσι όλοι να είναι ικανοποιημένοι. Ό,τι ρυθμίσεις, παροχές και δημόσια αγαθά υπήρχαν μέχρι τώρα οφείλονται σε δύο πράγματα. Πρώτον, στους αγώνες των ίδιων των εργαζόμενων, στο εργατικό κίνημα, στην Αριστερά. Δεύτερον, στο ότι και ο ίδιος ο κλασικός φιλελευθερισμός είχε παραδεχτεί ότι η λογική του, αν έφτανε στα λογικά της όρια, που δεν είναι άλλη από την εμπορευματοποίηση του ανθρώπου και της ζωής του, οι ανισότητες και οι συγκρούσεις που θα προκαλούνταν θα ήταν τεράστιες, δυσβάσταχτες για τον ίδιο τον καπιταλισμό. Για να μη ρισκάρει λοιπόν την πλήρη κατάρρευση του συστήματος, αναγνώριζε ορισμένα αγαθά ως δημόσια και παραχωρούσε στους εργαζόμενους δικαιώματα και παροχές.



Ο σημερινός νεοφιλελευθερισμός όμως δεν έχει αναστολές. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ένα πρώτο πρόβλημα είναι ότι σήμερα στην πραγματικότητα, για να παράγονται αρκετά αγαθά και υπηρεσίες ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες όλου του πληθυσμού της γης, χρειάζονται πια πολύ λιγότεροι εργαζόμενοι. Άρα δύσκολο να δημιουργήσεις θέσεις εργασίας, έτσι κι αλλιώς. Αδύνατο επίσης πια να ακολουθήσει μια χώρα εθνική, προστατευτική πολιτική ώστε να παράγει αγαθά και να δημιουργεί θέσεις εργασίας στο εσωτερικό της, αδιαφορώντας για το αν η Αφρική ή η Ασία πεθαίνει από την πείνα. Είμαστε πια όλοι αναλώσιμοι – για να μην πω περιττοί – ως (δυνητικά) εργαζόμενοι, κι επομένως πρέπει να βρεθούν νέοι τρόποι καταμερισμού του πλούτου κι όχι μέσω της εργασίας (ή π.χ. να προβλεφθεί πλήρης, ικανοποιητικός μισθός για τη μερική απασχόληση).

Το άλλο, πιο περίκλοπο, ζήτημα είναι το εξής: το σύστημα κατέρρευσε ήδη μία φορά: αυτή η κατάρρευση ήταν η κρίση του 1929, η ύφεση που την ακολούθησε και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν είναι σύμπτωση που ακριβώς γύρω από τα χρόνια του πολέμου (π.χ. με τα μέτρα υπέρ των εργαζομένων που πήρε το Λαϊκό Μέτωπο της Γαλλίας το 1936), και κυρίως μετά τον πόλεμο, δημιουργήθηκε το καλύτερα ρυθμισμένο νομισματικό / χρηματοπιστωτικό σύστημα (με όσα προέβλεπαν οι συμφωνίες Μπρέτον-Γουντς) και το ικανοποιητικότερο κοινωνικό κράτος (κυρίως στις χώρες της ΒΔ Ευρώπης) που έχουμε δει ως τώρα. Το σύστημα όμως κατέρρευσε, και κατέρρευσε γιατί οι ιθύνοντες θεώρησαν ότι δεν υπήρχαν πια οι πολιτικοί λόγοι που επέβαλαν τη δημιουργία του. Δεν διαφαίνονται πολιτικοί λόγοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια σύγκρουση του μεγέθους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά δεν τρομάζουν πια κανέναν.



Αλήθεια όμως, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος; Η ύπαρξη δημόσιων αγαθών, το κοινωνικό κράτος, η οικονομική και κοινωνική ισότητα όλων των πολιτών έχουν μια λειτουργία πάρα πολύ βασική: αποτελούν προϋπόθεση για την ύπαρξη των πολιτικών συστημάτων της Ευρώπης, όπως τα ξέρουμε. Το ρεπουμπλικανικό έθνος είναι ακριβώς αυτό: προϋποθέτει την εξίσωση – έστω σ’ένα βαθμό – όλων των πολιτών, ώστε να συμμετέχουν ισότιμα στην πολιτική κοινότητα που είναι το έθνος. Χωρίς ένα μίνουμουμ ισότητας, το δημοκρατικό, ρεπουμπλικανικό έθνος χάνει τη νομιμοποίησή του. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι είναι πια εμφανές, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, ότι ένα κράτος μόνο του δεν μπορεί να κάνει πολλά για να αλλάξει την κατάσταση. Ο κίνδυνος λοιπόν είναι ότι, καθώς το έθνος ως πολιτική κοινότητα χάνει τη νομιμοποίησή του, όλο και περισσότεροι νιώθουν ότι είναι στο περιθώριο, ότι δεν είναι μέλη μιας πολιτικής κοινότητας της οποίας τις αποφάσεις μπορούν να επηρεάσουν (γιατί, πράγματα, η πατρίδα για την οποία μας κάλεσε ο Παπανδρέου να θυσιαστούμε δεν είναι η πατρίδα μας, όσο δεν βλέπουμε να συμβάλλουν όλοι ισότιμα στη θυσία που μας ζητείται). Ο άλλος κίνδυνος είναι βέβαια το έθνος ως πολιτική κοινότητα να υποκαθίσταται από μία άλλη έννοια του έθνους, που ήδη υπάρχει άλλωστε: το έθνος ως κοινότητα αίματος, το οποίο θα καλούμαστε να υπερασπιστούμε όχι γιατί σ’αυτό νιώθουμε ουσιαστικά να ανήκουμε, να συναποφασίζουμε και να μοιραζόμαστε τα βάρη, αλλά γιατί αυτό και τα περασμένα μεγαλεία του – θα μας κάνουν να πιστέψουμε – είναι ό,τι έχουμε κι ό,τι θα μας εξασφαλίσει μεγαλείο στο μέλλον, ενάντια στα υπόλοιπα έθνη κι ενάντια στους ξένους, στους μετανάστες βέβαια.


Ο κόσμος που μας ετοιμάζουν έχει λοιπόν και μίσος. Η λογική που επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός είναι η λογική του «ο θάνατός σου, η ζωή μου», η λογική που είναι το τέλος κάθε αλληλεγγύης. Δεν υπάρχουν αρκετές δουλειές για όλους: άρα, όποιος προλάβει! Οι πόροι, του καθενός μας και της συλλογικότητας, είναι περιορισμένοι, άρα γιατί ο καθένας μας να πληρώνει φόρους και εισφορές; Για να πληρώνονται οι άλλοι, οι κακοί, οι άνεργοι; Σ’αυτή τη λογική μάς έχουν βάλει ήδη. Το βλέπω με φρίκη στην Ελλάδα, ενώ το έχω ήδη δει στη σαρκοζική Γαλλία: όλοι τα βάζουν με τους δημοσίους υπαλλήλους, γιατί «δουλεύουν λιγότερο, σε καλύτερες συνθήκες, και κερδίζουν περισσότερα», κι αυτό «χάρη στους δικούς μου φόρους, που δουλεύω σαν σκυλί – και χωρίς καθόλου ασφάλεια – στον ιδιωτικό τομέα». Και το βλέπω πια και σε ευρωπαϊκό επίπεδο: οι Γερμανοί τα βάζουν με τους Έλληνες γιατί δεν δουλεύουν κι όλο θέλουν λεφτά, οι Έλληνες τα βάζουν με τους Γερμανούς γιατί επιβάλλουν την οικονομική πολιτική που αυτοί θέλουν. Οι Γάλλοι είναι κάπου στη μέση: οι μισοί τα βάζουν με τους Έλληνες (για τους ίδιους λόγους με τους Γερμανούς), οι άλλοι μισοί, τρομοκρατημένοι, βλέπουν ότι τα ίδια με τους Έλληνες θα πάθουν κι οι ίδιοι σε λίγο και ζητούν εγρήγορση.


Για να ξανάρθω λοιπόν στην αρχή: μας ετοιμάζουν έναν κόσμο όπου εμείς οι «κοινοί θνητοί» θα έχουμε λιγότερα να μοιραστούμε μεταξύ μας. Κι εμείς τσακωνόμαστε για το πώς θα τα μοιραστούμε. Ενώ για μένα μία είναι η απάντηση: ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ.


(Υ.Γ. Μια προσπάθεια να καταλάβω είναι όλα τα παραπάνω. Σίγουρα είναι χοντροκομμένα, και σίγουρα έχω κάνει λάθη και παραλείψεις.)


Δείτε επίσης τον Σαλαδίνο και τον Μπαμπάκη.

Suggested reading, ακόμα μια φορά: Karl Polanyi, The Great Transformation