29 Μαΐ 2010

Μαθήματα τουρκικών 3: ποιητική βραδιά

Για σήμερα, εκλεκτό μας κοινό, έχουμε τρία όμορφα (και πάντα επίκαιρα) τουρκικά ποιηματάκια (σε ελεύθερη μετάφραση).


Το πρώτο είναι αρκετά παλιό, είναι από την εποχή των Νεότουρκων (1908-18), εποχή που ονομαζόταν και "συνταγματικό καθεστώς" ή "νέο καθεστώς" (μεταπολίτευση σαν να λέμε!) ή και "εποχή της ελευθερίας", γιατί ξεκίνησε με την επαναφορά του Συντάγματος του οποίου την εφαρμογή είχε αναστείλει ο Σουλτάνος Αμπντούλχαμιτ το 1878. Κι η εποχή των Νεότουρκων όμως δεν τα πήγε τελικά πολύ καλά σε θέματα ελευθερίας, εξ'ού και το ποιηματάκι του ποιητή Eşref (για τον οποίο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες):


Στην απολυταρχία να μιλήσεις ήταν απαγορευμένο,

Αν μιλούσες, σ’έκλαιγε η μάνα σου.

Στην εποχή της ελευθερίας, αλλιώς τώρα είναι ορισμένο,

Σ’αφήνουν να μιλήσεις και μετά γαμάνε τη μάνα σου.


Τα άλλα δύο είναι πολύ πιο πρόσφατα. Είναι και τα δύο του Ορχάν Βελί (Κιανίκ), σπουδαίου ποιητή που γεννήθηκε το 1914 και πέθανε νεότατος το 1950, πολύ άδοξα δυστυχώς: ένα βράδυ στην Άγκυρα (μεθυσμένος καθώς λέγεται) έπεσε σε μια τρύπα που είχαν ανοίξει στον δρόμο για να κάνουν έργα. Γύρισε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά δύο μέρες μέτα πέθανε μετά από ξαφνική αδιαθεσία, από εγκεφαλική αιμορραγία που είχε προκαλέσει η πτώση. Περισσότερες πληροφορίες εδώ. Τα δύο αυτά ποιήματα είναι από τα σχετικά τελευταία του, από την εποχή που φαίνεται ότι είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για κοινωνικά ζητήματα. Δημοσιεύτηκαν και τα δύο στο περιοδικό Yaprak με διαφορά ενός μήνα (στις 15 Δεκεμβρίου 1949 το πρώτο, στις 15 Ιανουαρίου 1950 το δεύτερο).


Ποίημα με ουρά


Δεν μπορούμε να ταιριάξουμε, είναι ξέχωροι οι δρόμοι μας ∙

Εσύ είσαι η γάτα του χασάπη, εγώ είμαι του δρόμου ∙

Το δικό σου το φαΐ, σε γυαλισμένο μπωλάκι ∙

Το δικό μου στο στόμα του λιονταριού ∙

Εσύ βλέπεις στον ύπνο σου έρωτες, εγώ κόκαλα.


Δεν είναι εύκολο όμως και το δικό σου, αδερφούλα μου ∙

Δεν είναι εύκολο δηλαδή,

Έτσι να κουνάς την ουρά σου, μέρα του θεού.


Απάντηση

- Από τη γάτα του χασάπη στη γάτα του δρόμου


Μιλάς για πείνα ∙

Πάει να πει, είσαι κομμουνίστρια.

Πάει να πει, όλα αυτά τα κτήρια εσύ τα καις.

Κι αυτά στην Κωνσταντινούπολη εσύ,

Κι αυτά στην Άγκυρα εσύ...

Τι γουρούνι που είσαι, εσύ!

21 Μαΐ 2010

Πώς γινόμαστε γυναίκες;

Picasso - Femme au balcon


Πρόσφατα ασχοληθήκαμε πάλι με μια από τις «ωραίες» της πολιτικής (τη γνώμη μου για τις οποίες είχα γράψει εδώ). Πρόσφατα επίσης έπεσε στην αντίληψή μου (δεν λέω πού – οικογένειες δεν θίγουμε :) ) μια συζήτηση για την... ελευθερία του μύστακος στις γυναίκες. Συζήτηση στην οποία, χοντρικά, η μία πλευρά στηλίτευε το μουστάκι στις γυναίκες σαν αντιαισθητικό, ενώ η άλλη το υπερασπιζόταν λέγοντας ότι μια γυναίκα που δεν τη νοιάζει η εικόνα της σημαίνει ότι νιώθει πολύ μεγάλη ελευθερία. Και μ’όλα αυτά θυμήθηκα έναν δικό μου πρόσφατο προβληματισμό, του πώς γινόμαστε γυναίκες και πώς βιώνουμε και διεκδικούμε τη γυναικεία μας υπόσταση.


Δύσκολα, είναι η μονολεκτική μου απάντηση. Ένα κορίτσι νιώθει αρκετά νωρίς στην εφηβεία ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με δύο επιλογές: η πρώτη είναι ν’ακολουθήσει τα πρότυπα που βλέπει γύρω του, κυρίως από τις «προχωρημένες» συμμαθήτριές του και την τηλεόραση (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έχει κάνει μεγάλο κακό τα τελευταία χρόνια σ’αυτό τον τομέα: δεν ξέρω αν έχετε συναντήσει κι εσείς κοριτσάκια 13 ή 15 χρόνων που ακκίζονται και νιαουρίζουν σαν κάτι γλάστρες της τηλεόρασης). Η δεύτερη επιλογή είναι να μην ακολουθήσει αυτά τα πρότυπα και να είναι λίγο ασουλούπωτο, λίγο αγοροκόριτσο – αυτή η επιλογή συνήθως έρχεται ως αντίδραση στην προηγούμενη, είτε επειδή αυτή φαίνεται πολύ επιφανειακή στο κορίτσι του παραδείγματός μας είτε επειδή νομίζει ότι είναι το ασχημόπαπο κι ότι έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να γίνει σαν την ωραία ξανθιά της τάξης.

Φυσιολογική κατάσταση της εφηβείας και οι δύο αυτές επιλογές, αλλά προβληματικές αν συνεχιστούν μετά την εφηβεία. Κι αυτό όχι γιατί είναι κακό από μόνο του το να προσέχει ή να μην προσέχει μια γυναίκα την εμφάνισή της. Όχι. Κακό είναι μόνο στον βαθμό που δεν αποτελεί συνειδητή κι ελεύθερη επιλογή της γυναίκας. Κι αυτό γιατί για να ενηλικιωθεί μια γυναίκα, και για να νιώσει καλά με τον ίδιο της τον εαυτό, πρέπει να βρει τον δικό της τρόπο για να βιώνει τη θηλυκότητά της. Κι αυτό το καταφέρνουμε σιγά-σιγά, όταν βρίσκουμε τη δική μας ισορροπία, όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει ένας και μόνο τρόπος για να είμαστε γυναίκες. Έτσι, σταματάνε οι επιλογές να μας φαίνονται τόσο περιορισμένες, και κυρίως παύουν να έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα: καταλαβαίνουμε ότι αν είμαστε ανίκανες να ασχοληθούμε με το ίσιωμα του μαλλιού μας αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε αρκετά γυναίκες, όπως καταλαβαίνουμε κι ότι δεν χρειάζεται να εξαφανίσουμε από πάνω μας κάθε ίχνος θηλυκότητας για να δείξουμε ότι έχουμε προσωπικότητα και δυναμισμό και να μας πάρουν στα σοβαρά. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, τότε έχουμε ξεφύγει από τα δύο άκρα, επί της ουσίας – το φαίνεσθαι λίγη σημασία έχει: δεν έχει τίποτα το προβληματικό το να θέλει μια γυναίκα να σπαταλάει 8 ώρες από τη μέρα της για να φτιάχνεται ή, αντιθέτως, να νιώθει καλά με την τριχοφυΐα της, εφόσον αυτό το κάνει συνειδητά κι επειδή το θέλει, κι όχι επειδή έτσι θεωρεί ότι πρέπει να κάνει.


Τα δύο άκρα με βρίσκουν αντίθετη για δύο λόγους. Πρώτον, ακυρώνουν δεκαετίες γυναικείων αγώνων για τη χειραφέτηση, αγώνων που μας επιτρέπουν και να διεκδικούμε ό,τι διεκδικούμε με την αξία μας κι όχι με την εμφάνισή μας ή με νάζια (που για κάποιο λόγο – εγώ θα έλεγα γιατί κάνουν τους άντρες να μη νιώθουν ότι απειλούνται – θεωρούνται αποδεκτά, ενώ ο δυναμισμός όχι) αλλά ούτε και να θεωρούμαστε πόρνες αν προσέχουμε την εμφάνισή μας (ή, αν όχι πόρνες, τουλάχιστον μη σοβαρές – τι έχω τραβήξει από Τούρκους αριστερούς που θεωρούν ότι μια γυναίκα που βάφει τα νύχια της δεν μπορεί να είναι αριστερή :) ). Δεύτερον, τα δύο αυτά ακρά, όταν συνεχίζονται μετά την εφηβεία, δείχνουν ανωριμότητα: μια γυναίκα που δεν καταλαβαίνει ότι υπάρχει κάτι πέρα απ’αυτά που βίωσε ως πρότυπα στην εφηβεία απλώς δεν έχει ωριμάσει. Ή για οποιουσδήποτε λόγους έχουν εμπεδοθεί μέσα της στερεότυπα που εξακολουθούν να υπάρχουν στην κοινωνία μας, πρότυπα που δυστυχώς πάνε πακέτο με αντίστοιχες συμπεριφορές.

Αλήθεια, πόσες φορές ακούμε για μια γυναίκα ότι είναι «δυναμική» κι αυτό θεωρείται κάτι που τη χαρακτηρίζει; Έχετε ακούσει ποτέ να λένε έναν άντρα «δυναμικό» (σκέτο όμως, όχι π.χ. «δυναμικό επιχειρηματία»); Ο άντρας μάλλον θεωρείται δεδομένο ότι θα είναι δυναμικός, ότι θα διεκδικεί αυτό που θέλει, ενώ για τη γυναίκα είναι κάτι αξιοσημείωτο. Για τη γυναίκα, το επικρατέστερο πρότυπο είναι αυτό του νιαουρίσματος, με την ευρύτερη έννοια του όρου: κλαίει μπροστά στον καθηγητή γιατί δεν πέρασε το μάθημα, κάνει νάζια στον μπαμπά για εκείνο τον λογαριασμό τηλεφώνου που ήρθε 1000 ευρώ (καλά, αυτό βολεύει πολύ είναι η αλήθεια, στο κάτω-κάτω μπαμπάς μας είναι, δεν έχουμε να του αποδείξουμε τίποτα :) ), γκρινιάζει και δημιουργεί ενοχές στον γκόμενο για να της κάνει τα χατήρια και να μην την παρατήσει (για κάποιον λόγο που οι περιοσμένες γνώσεις μου για τον ανδρικό ψυχισμό δεν μου επιτρέπουν να γνωρίζω, οι ενοχές έχουν τεράστια επίδραση στους άντρες – ίσως γιατί απλώς δεν μπορούν να παρατήσουν αυτό το πλασματάκι που νιαουρίζοντας τους δείχνει ότι είναι αδύναμο).


Είμαι βέβαιη ότι αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι άντρες, αλλά γι’αυτά δεν είμαι σε θέση να μιλήσω. Επίσης εδώ τίθεται το θέμα μιας αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις γυναίκες και τους άντρες: τα πρότυπα που έχει το ένα φύλο για το άλλο καταλήγουν πολλές φορές να γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Και μπορεί όλα αυτά να ακούγονται σαν λεπτομέρειες, αλλά έχουν τη σημασία τους αν θέλουμε να υπερασπιστούμε και να προαγάγουμε τη θέση των γυναικών στην κοινωνία: η δυνατότητα των γυναικών να διεκδικούν περισσότερο αυτά που θέλουν να κάνουν, να έχουν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για να τα βγάζουν πέρα σ'όλες τις καταστάσεις, περνάει και από την προώθηση υγιών προτύπων.



15 Μαΐ 2010

Για τον παραλογισμό των "αγορών"

"Ο νέος καπιταλισμός: να δανείζεις λεφτά που έχεις δανειστεί!"

Αυτό το σκιτσάκι δείχνει πάρα πολύ καλά αυτό που κάνουν αυτή τη στιγμή οι "αγορές": τρώνε τις σάρκες τους. Το βρήκα στο ίντερνετ και το αναπαράγω με την ευγενική άδεια του δημιουργού του, του Γάλλου καρικατουρίστα Marc Large. Εδώ περισσότερα από τα εξαιρετικά σκιτσάκια του.

Επίσης, συνιστώ στους γαλλομαθείς να διαβάσουν αυτό το άρθρο: "Sauver les banques jusququand?" (Να σώζουμε τις τράπεζες ως πότε;) του Frédéric Lordon. Είναι λίγο μεγάλο (σε σχέση με άρθρα εφημερίδων εννοείται), αλλά αξίζει τον κόπο. Θα το βρείτε εδώ, στα μπλογκ της Monde Diplomatique. Δείχνει σε ποιο βαθμό οι κοινωνίες μας εξαρτώνται από τις τράπεζες, άρα είναι λογικό να δαπανώνται χρήματα για να σωθούν από τη χρεοκοπία ή τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Θεωρεί ομως το παραπάνω απόδειξη ότι, ακριβώς επειδή η συλλογικότητα εξαρτάται από τις τράπεζες, είναι εντελώς παράλογο να τις αφήνουμε βορά στα ιδιωτικά συμφέροντα, γιατί αυτό σημαίνει ότι αφήνουμε την τύχη της συλλογικότητας στα χέρια αυτών των συμφερόντων.

Ιδού ένα μικρό απόσπασμα από το τέλος του άρθρου (σε λίγο πρόχειρη μετάφραση):
"Αν - αλλά είναι ν'αναρωτιόμαστε με ποιο θαύμα - προκαλούνταν ένα μεγάλου μεγέθους πολιτικό σοκ, σοκ που γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι δεν θα προκληθεί χάρη στις κυβερνήσεις, και άρα εμφανιζόταν στον ορίζοντα μια ανακατάταξη, τότε θα έπρεπε σ'αυτή να συμπεριληφθεί ρητά η αρχή της απαγόρευσης οικειοποίησης αγαθών κοινής ωφέλειας - όπως η σταθερότητα και η χρηματοπιστωτική ασφάλεια με την ευρεία έννοια - από ιδιωτικά συμφέροντα, και να υιοθετηθεί στην πράξη το συμπέρασμα που αυτή συνεπάγεται: εθνικοποίηση και στη συνέχεια κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος."

6 Μαΐ 2010

Αλληλεγγύη (για να κερδίσουμε τον πόλεμο)

«Είμαστε σε πόλεμο», είπε ο πρωθυπουργός. Το πρόβλημα όμως είναι ότι ο πόλεμος δεν διεξάγεται με όπλα και πυρομαχικά και κυρίως ότι ο εχθρός είναι αόρατος. Επίσης είναι δύσκολο να κατανοηθεί τι προκάλεσε αυτό τον πόλεμο και πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί ο εχθρός. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πρωθυπουργός μπορεί να δηλώνει πως η κυβέρνησή του πολεμάει ενώ στην πραγματικότητα συνθηκολογεί, κι εμείς οι υπόλοιποι κινδυνεύουμε να αναγνωρίσουμε τον εχθρό ο ένας στο πρόσωπο του άλλου και να αλληλοσκοτωθούμε από φίλια πυρά, αφήνοντας τον πραγματικό εχθρό ανενόχλητο. Ταυτόχρονα τίθεται ακόμα και το ερώτημα «ποιοι είμαστε εμείς».


Ας αρχίσουμε λοιπόν απ’αυτό, το βασικό. Κάθε κοινωνία έχει ένα «εμείς», αλλιώς δεν είναι κοινωνία. Στη σύγχρονη εποχή, από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, αυτό το «εμείς» είναι η πολιτική κοινότητα του έθνους. Το έθνος είναι η πολιτική κοινότητα, ο δημόσιος αυτός χώρος στον οποίο τα επιμέρους συμφέροντα, τα ταξικά κυρίως, συναντιούνται. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια συναίνεση, εντελώς πρόσκαιρη ή λίγο πιο μόνιμη, ή και σε σύγκρουση, λιγότερηο ή περισσότερο σφοδρή, ακόμα και σ’αυτό που στα ελληνικά ονομάζεται εμφύλιος πόλεμος και στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, πιο εύστοχα, πόλεμος πολιτών, πολιτικός πόλεμος (guerre civile). Στόχος της σύγκρουσης, στο πλαίσιο πάντα του έθνους-κράτους, είναι να οριστεί η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας (δηλαδή ποιοι είναι πολίτες, ποιοι είναι μέρος του κυρίαρχου λαού) και στη συνέχεια να εκφραστεί επαρκώς αυτή η λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή να προκύψει, μέσα από τη σύγκρουση – κανονικά με τη δημιουργία μιας συναίνεσης μέσω της συγκρούσης, αλλά περνώντας ενδεχομένως από φάσεις επιβολής μίας από τις πλευρές της σύγκρουσης – να προκύψει λοιπόν μεσ’από τη σύγκρουση μια νομιμοποιημένη μορφή εξουσίας, νομιμοποιημένη εννοείται από τη λαϊκή κυριαρχία, ως εκπροσωπούσα τον λαό, το έθνος.

Η πολιτική κρίση, κρίση αντιπροσώπευσης, που περνάνε τα τελευταία πολλά χρόνια όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, προκαλείται από τον προβληματικό ορισμό της λαϊκής κυριαρχίας και την ανεπαρκή έκφρασή της. Στο νευραλγικό θέμα της οικονομίας, νευραλγικό γιατί απ’αυτό εξαρτάται η επιβίωση των ανθρώπων αλλά και επειδή η επιτυχής ενσωμάτωση όλων των πολιτών στον κυρίαρχο λαό περνάει μέσα από τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, οι πολιτικοί εδώ και χρόνια έχουν παραδώσει τα κλειδιά της εξουσίας στους τεχνοκράτες, τους τραπεζίτες, τελικά στις θολές, αμφίβολης νομιμότητας και ανύπαρκτης νομιμοποίησης «αγορές». Αν η ελληνική κυβέρνηση παρέπεμψε πριν μερικές μέρες τους εκπροσώπους των εργαζομένων να συζητήσουν τα προβλήματά τους με τους εκπροσώπους διεθνών οργανισμών, όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εδώ και χρόνια παραπέμπουν τους πολίτες τους σε ευρωπαϊκές αποφάσεις, για τις οποίες δηλώνουν ανεύθυνοι κρύβοντας το πρόσωπό τους πίσω από το περίφημο (από τη δεκαετία του ’90 έχουμε που το συζητάμε) δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δε οικονομική πολιτική μέσα στη νομισματική ένωση δεν μπορεί να ασκηθεί επαρκώς, από τη στιγμή που η μεν οικονομική πολιτική είναι στην αρμοδιότητα των εθνικών κυβερνήσεων, η δε νομισματική πολιτική είναι πέρα από τον έλεγχό τους. Επομένως, πού και πώς πρέπει να εκφραστεί ποια λαϊκή κυριαρχία για να έχει το έθνος, ο λαός, τον έλεγχο της οργανωμένης κοινωνίας στην οποία ζει;

Ζούμε εδώ και χρόνια σε μια μεταβατική περίοδο. Κι αυτό γιατί οι παγκόσμιες προκλήσεις που έχουν προκύψει, αυτός ο ιδιότυπος παγκόσμιος πόλεμος, δεν επιτρέπει σε κανένα ευρωπαϊκό έθνος να οπισθοχωρήσει από τις ευρωπαϊκές δομές στις οποίες έχει παραχωρηθεί μέρος της εθνικής κυριαρχίας. Δηλαδή, εντελώς απλά: η λύση δεν είναι μια χώρα να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της ∙ τη στιγμή που οι περίφημες «αγορές» είναι παγκοσμιοποιημένες, καμία χώρα μόνη της δεν μπορεί να τους αντιτάξει επαρκή και επιτυχή αντίσταση. Η λύση είναι να δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή λαϊκή κυριαρχία, που θα πάρει στα χέρια της την οικονομία δίνοντας πολιτικές λύσεις. Γιατί η Ευρώπη ολόκληρη, αν από τη μία αντλήσει από τις αξίες της κι από την άλλη αφήσει κατά μέρος τα στοιχεία αυτά που τη διαιρούν, μπορεί να αντιταχθεί στον παγκόσμιο εχθρό. Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε ταυτόχρονα παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο και εμφύλιο, πολιτικό πόλεμο. Ακόμα χειρότερα, ο εμφύλιος πόλεμος αυτή τη στιγμή διεξάγεται σε πολλά μέτωπα και κυρίως με πολλούς και διαφορετικούς συμμετέχοντες. Και ο κίνδυνος είναι να διολισθήσουμε στο «ο σώζων εαυτόν σωθήτο», τόσο ατομικά όσο και ως έθνη.

Πρώτα, στο εθνικό επίπεδο. Η κοινωνία φρικτά διαιρείται και κατηγορούμε οι μεν τους δε. Οι εργαζόμενοι της επισφάλειας του ιδιωτικού τομέα κατηγορούν τους βολεμένους δημοσίους υπαλλήλους. Οι νέοι κατηγορούν τους μεγαλύτερους, τους οποίους επίσης θεωρούν βολεμένους χάρη στα εργασιακά δικαιώματα που αυτοί απολαμβάνουν, ενώ σιγά-σιγά για τις νεότερες γενιές το εργατικό δίκαιο και το κράτος πρόνοιας έχουν αρχίσει να ξηλώνονται. Δεν είναι ελληνικό το φαινόμενο. Τα ίδια λόγια, τα ίδια πάνω-κάτω επιχειρήματα ακούγονται και στη Γαλλία – ακούγονταν ιδιαίτερα πολύ την εποχή της εκλογής του Νικολά Σαρκοζύ. Κι εκεί κατηγορείται το τεράστιο και σπάταλο δημόσιο, τα δικαιώματα που κάποιοι προσπαθούν να παρουσίασουν ως προνόμια.

Με μια σημαντικότατη διαφορά: στη Γαλλία τα επιχειρήματα μπορούν να αντικρουστούν πολύ πιο εύκολα, γιατί δεν υπάρχει τόσο μεγάλη διαφθορά τόσο διάχυτη στην κοινωνία: υπάρχει διαφθορά σε υψηλό επίπεδο (έχουν προκύψει αρκετά σκάνδαλα με πρωταγωνιστές πολιτικούς και επιχειρηματίες), αλλά δεν υπάρχει πελατειακό κράτος. Είναι επομένως δύσκολο να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα εναντίον του δημοσίου τομέα το ότι έχει στελεχωθεί μέσω εξυπηρετήσεων. Επίσης, για ιστορικά εξηγήσιμους λόγους, στη Γαλλία είναι εδραιωμένη η πίστη στον δημόσιο τομέα, κυρίως με τη μορφή του κράτους πρόνοιας που φροντίζει για την παιδεία και την υγεία των πολιτών. Στην Ελλάδα από την άλλη, επίσης για ιστορικά εξηγήσιμους λόγους, το κράτος πρόνοιας πότε δεν στήθηκε με τόσο επαρκή τρόπο ούτε και εξορθολογίστηκε πλήρως. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την τάση των Ελλήνων να αποταμιεύουν και να προνοούν (τα ελληνικά είναι από τα λιγότερο χρεωμένα νοικοκυριά στην Ευρώπη, και μ’ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκτησίας της στέγης τους). Εξηγεί επίσης και τη μικροδιαφθορά και τον λόγο που αυτή γίνεται ανεκτή: σ’ένα ανεπαρκές κοινωνικό κράτος, η στοιχειώδης κοινωνική συνοχή και συναίνεση στηρίζεται στην υπάρξη νόμιμων αλλά και παράνομων ατομικών σχεδίων.

Αυτή είναι η βασική πλευρά του ιδιαίτερου ελληνικού προβλήματος. Και ναι, σ’αυτό είμαστε όλοι συνένοχοι. Αλλά δυστυχώς οι κοινωνίες δεν δρουν αυτόματα. Όσο καιρό αυτό το σύστημα λειτουργούσε, επιμεριζόμασταν όλοι την πολιτική ευθύνη και κανείς δεν αντιδρούσε – ακόμα κι αυτοί (που είναι πολλοί, πολύ περισσότεροι απ’ό,τι θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι πραγματικά διεφθαρμένοι) που δεν συμμετείχαν σ’αυτό και που ατομικά όπου μπορούσαν το κατήγγελλαν. Υπάρχουν όμως πια και ποινικές ευθύνες, κι αυτές πρέπει να καταλογιστούν, πρωτίστως για να φανεί ότι δεν είναι όλη η κοινωνία συνένοχη – αντίθετα απ’ό,τι θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε για να μας επιβάλουν μια συλλογική τιμωρία.


Αυτό όμως το ιδιαίτερο ελληνικό πρόβλημα είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο το πρώτο μεγάλο μέτωπο του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου στην καρδιά της Ευρώπης άνοιξε στην Ελλάδα. Οι «λύσεις» που επιβάλλονται στην Ελλάδα από τους οικονομικούς προστάτες της κάθε άλλο παρά λύνουν το πρόβλημα. Γιατί κάποιες απ’αυτές δεν έχουν καμία εμφανή χρησιμότητα στην αποπληρωμή του χρέους, παρά μόνο προσφέρουν ως θυσία στις ιδεοληψίες των «αγορών» τους εργαζόμενους, απορρυθμίζοντας εντελώς τις εργασιακές σχέσεις. Το κυριότερο όμως είναι ότι επιτείνουν την κρίση αντιπροσώπευσης, σπρώχνοντας ακόμα περισσότερο στο περιθώριο τη λαϊκή κυριαρχία. Η εργατική νομοθεσία παρακάμπτεται, ενώ η εφαρμογή μέτρων που αφορούν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες επισπεύδεται: αυτό συμβαίνει για παράδειγμα με την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς της ενέργειας (ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου).

Αυτό λοιπόν που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, παρά και πέρα από τις όποιες ελληνικές ιδιαιτερότητες, αφορά όλη την Ευρώπη – γι’αυτό και πρέπει να ειρηνεύσει το άλλο μέτωπο του εμφύλιου πολέμου μας, αυτού ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Οι ευρωπαϊκοί λαοί καλούνται να αποφασίσουν αν θέλουν να έχουν τον έλεγχο των οικονομικών τους, αν θέλουν να αποφασίζουν οι ίδιες ποιες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές θα ακολουθούν ή αν θα αφήσουν να τις τρομοκρατούν οι «αγορές» που στο όνομα του κέρδους επιβάλλουν την απεμπόληση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν συστατικό της λαϊκής κυριαρχίας, στον βαθμό που η τελευταία κινδυνεύει να νοθευτεί από την ύπαρξη ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων, από την περιθωριοποίηση μέρους του λαού που κατέχει αυτή την περίφημη κυριαρχία. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, με πρώτη τη Γαλλία, αυτό αποτελεί μέρος των καλύτερων παραδόσεών τους. Η επεξεργασία, μέσα στην Ιστορία, του ρεπουμπλικανικού ιδεώδους, έφτασε τους πολίτες στη συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει οργανωμένη κοινωνία χωρίς αλληλεγγύη. Η περιθωριοποίηση μέρους του λαού απλώς δεν νοείται αν θέλουμε να έχουμε μια νομιμοποιημένη εξουσία.

Γι’αυτό άλλωστε κι η ρητορική γύρω απ’αυτή την τελευταία κρίση περιστρέφεται γύρω από το έθνος. Άλλοι το κραδαίνουν σαν τοτέμ, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό των χωρών τους. Ο Έλληνας πρωθυπουργός προσπαθεί να πείσει πως ό,τι κάνει είναι εθνικά επιβεβλημένο, άρα απαιτεί εθνική συναίνεση. Τα πιο φοβικά – κι ενίοτε ακραία – στοιχεία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ξιφουλκούν εναντίον της «βοήθειας» (έντοκου δανεισμού στην ουσία) προς την Ελλάδα ή και προτείνουν την έξοδο της Ελλάδας ή της δικής τους χώρας από τη νομισματική ένωση. Ξεχνώντας ότι αν μια χώρα μέσα σε μια συλλογικότητα όπως η ΕΕ δυσκολεύεται να αποκρούσει τις επιθέσεις των «αγορών», τότε είναι αδύνατο στον σημερινό κόσμο να το καταφέρει μία χώρα μόνη της, γιατί απλούστατα δεν είναι σε θέση να αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο. Η εσωστρέφεια λοιπόν δεν είναι λύση, όπως δεν είναι λύση και η επίκληση μιας επίπλαστης εθνικής ενότητας ενάντια στον εχθρό με σκοπό στην ουσία να συνθηκολογήσουμε μαζί του.

Η λύση είναι η Ευρώπη να σταματήσει το συντομότερο δυνατό τον εμφύλιο πόλεμό της ώστε να ασχοληθεί με τον παγκόσμιο πόλεμο που την απειλεί ολόκληρη, που απειλεί την ίδια την ύπαρξη των λαών της σε μια οργανωμένη κοινωνία. Πρέπει οι λαοί της Ευρώπης να γίνουν ένας λαός και να διεκδικήσουν, να διαμορφώσουν οι ίδιοι το έθνος τους. Πρέπει λοιπόν αντί για το έθνος-τοτέμ να αντλήσουμε την έμπνευσή μας απ’ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει αυτή η ήπειρος, που είναι το πολιτικό έθνος, η πολιτική κοινότητα που εντάσσει και περικλείει όλους τους πολίτες. Πρέπει να ξαναδώσουμε νόημα στην ίδια την έννοια του πολίτη, έννοια που έχει ήδη κακοπάθει από την κρίση αντιπροσώπευσης σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αλλιώς, τι μας μένει; Να μείνουμε άτομα ξεκομμένα από κάθε έννοια κοινωνίας;