13 Απρ 2011

Τι να φταίει;

Εδώ και τουλάχιστον έναν χρόνο συζητάμε τι (ή ποιος) φταίει τελικά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα. Τα επιχειρήματα στις σχετικές συζητήσεις επαναλαμβάνονται ad nauseam και συνήθως είναι εξοργιστικά επιφανειακά. Είναι όμως ενδιαφέρον να τοποθετηθούν σε μια ιστορική συνέχεια. Το ερώτημα δεν είναι καινούριο, γι’αυτό δεν είναι κι οι απαντήσεις καινούριες. Επιπλέον, όλη αυτή η συζήτηση δεν είναι μόνο ελληνική.

Τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα, οι αναπτυγμένες χώρες και οι ελίτ των «υπανάπτυκτων» χωρών προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τις αιτίες αυτής της «υπανάπτυξης» την οποία αντιλαμβάνονταν σε τουλάχιστον τρία επίπεδα: στο οικονομικό επίπεδο ως φτώχεια και αδυναμία ορισμένων χωρών να αναπτύξουν παραγωγική βάση ∙ στο κοινωνικό και/ή πολιτισμικό επίπεδο ως συντηρητισμό και προσκόλληση σε παρωχημένες αντιλήψεις (για παράδειγμα θρησκευτικές) ∙ στο πολιτικό επίπεδο, όπου θεωρούσαν ότι ορισμένοι λαοί ήταν ανίκανοι να αυτοδιοικηθούν και άρα «έπρεπε» να βρίσκονται υπό την κηδεμονία της αποικιοκρατίας ή ενός διδακτορικού καθεστώτος, ή έβλεπαν ότι αναπαραγόταν διαρκώς ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα.

Συνήθως, οι ερμηνείες που δίνονταν ήταν απλουστευτικές, πολύ συχνά ρατσιστικές, και πάντα βόλευαν αυτούς που τις έδιναν, δηλαδή τους κυρίαρχους. Τα βασικά επιχειρήματα δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν, καθώς είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από τις ελίτ των αναπτυγμένων χωρών για να εμπεδώσουν την κυριαρχία τους στο εσωτερικό των χωρών τους, πρωτίστως την οικονομική κυριαρχία τους, με το επιχείρημα ότι η αστική ελίτ πρέπει να έχει τον έλεγχο των κεφαλαίων επειδή οι αστοί είναι οι πλέον κατάλληλοι για να διαχειριστούν την οικονομία και να παραγάγουν πλούτο ∙ οι φτωχοί είναι τεμπέληδες ή ανίκανοι, είναι τέλος πάντων αυτοί που δεν έχουν τις αρετές του homo economicus. Γι’αυτό άλλωστε κι οι πολιτικές για τη φτώχεια ήταν συνήθως σχεδιασμένες με τρόπο που να ταπεινώνει τους φτωχούς: να έχουν τον χαρακτήρα φιλανθρωπίας και να μην εξασφαλίζουν μια αξιοπρεπή διαβίωση, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι εξαλείφονται τα κίνητρα για εργασία κι ότι αναγνωρίζεται πως δεν ευθύνεται το ατόμο για τη φτώχεια του, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες.

Τα επιχειρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν με μεγάλη επιτυχία και στην περίπτωση των «υπανάπτυκτων» χωρών. Η modernization theory (εδώ μερικές βασικές πληροφορίες) είναι ένα έξοχο παράδειγμα που δείχνει πώς οι φτωχές χώρες (όπως ακριβώς τα φτωχά άτομα) μπορούν να θεωρηθούν ως εξ’ολοκλήρου υπεύθυνες για την κατάστασή τους. Τουλάχιστον η modernization theory προσπαθεί να είναι κόσμια. Αντιθέτως, οι αντίστοιχες συζητήσεις του 19ου αιώνα ήταν ξεκάθαρα ρατσιστικές, καθώς, επανερμηνεύοντας και επεκτείνοντας το αρχικό επιχείρημα (αυτό που στρεφόταν εναντίον των φτωχών) θεωρούν την υπανάπτυξη εγγενές χαρακτηριστικό ολόκληρων λαών.

Επιχειρήματα αυτού τους είδους εξακολουθούν να διατυπώνονται, περισσότερο ή λιγότερο σκόπιμα και συνειδητά, και πάντως προδίδοντας ανεπάρκεια (γιατί σαφώς και προδίδει επιστημονική ανεπάρκεια η αδυναμία να βρεθεί μια πραγματική ερμηνεία για την «υπανάπτυξη»). Υπάρχουν πρόσφατα ελληνικά παραδείγματα, κυρίως σε σχέση με την πολιτική «υπανάπτυξη»: από την ιστοριογραφική παραγωγή τη σχετική με το σύγχρονο ελληνικό κράτος δεν λείπουν οι ερμηνείες (αν μπορούν αυτές οι ταυτολογίες να ονομαστούν ερμηνείες) που αποδίδουν την αδυναμία οργάνωσης του ελληνικού κράτους ή την πολιτική αστάθεια της Ελλάδας για πολλές δεκαετίες σε μια εγγενή «διαφθορά» ή «ανομία». Πρόχειρα, έρχονται στο μυαλό και τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ που υιοθέτησαν αυτή την οπτική: η «Μεγάλη Αλλαγή» της ΝΕΤ και το «1821» του Σκάι (εδώ πολύ καλή κριτική του Μ. Σαρηγιάννη).

Η ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών, αλλά και τα ερωτήματα που έθεσε η αριστερή σκέψη, είχαν ως αποτέλεσμα να δοθεί μια άλλη απάντηση στο ερώτημα «ποιος/τι φταίει», στον αντίποδα της προηγούμενης. Οι κοινωνικές συνθήκες άρχισαν να λαμβάνονται πολύ πιο σοβάρα υπόψιν, όπως και οι παγκόσμιες ισορροπίες, στην περίπτωση «υπανάπτυκτων» χωρών. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι οι φτωχοί δεν έχουν κάποιο ελάττωμα: η φτώχεια είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών ανισοτήτων. Σε σχέση με τα κράτη, μελετήθηκαν φαινόμενα όπως η αποικιοκρατία κι αναπτύχθηκαν θεωρίες όπως η dependency theory (βλ. εδώ – ένας απ’τους πιο γνωστούς στην Ελλάδα εκπροσώπους της είναι ο Σαμίρ Αμίν) και η world-systems approach (βλ. εδώ – κύριως εκφραστής της ο Immanuel Wallerstein), σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει ένας διεθνής καταμερισμός εργασίας, στον οποίο ορισμένα κράτη έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τη μορφή που θα πάρουν οι οικονομικές συναλλαγές, προς όφελος δικό τους και εις βάρος των χωρών της περιφέρειας, που μένουν εσαεί εξαγωγείς πρώτων υλών (στην καλύτερη περίπτωση), άμεσα εξαρτημένες από ροές κεφαλαίου τις οποίες δεν ελέγχουν και με ελλειματικό ισοζύγιο συναλλαγών.

Ούτε αυτή η δεύτερη προσέγγιση λύνει όλες τις απορίες, και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Τραβηγμένη στα άκρα, μπορεί για παράδειγμα να οδηγήσει σ’έναν άκριτο οικονομισμό που αντικαθιστά τη «βούληση του Κυρίου» με τη «βούληση του Κεφαλαίου» (βλ. Ινσέλ). Επιπλέον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί απλώς για να εμπεδώσει την κυριαρχία μιας τάξης κεφαλαιοκρατών στο εσωτερικό μιας χώρας της περιφέρειας, προτάσσοντας έναν δρόμο εθνικής ανάπτυξης: αν θεωρήσουμε ότι το μόνο πρόβλημα είναι ο διεθνής καταμερισμός εργασίας, οι όποιες ταξικές διαχωριστικές γραμμές τοποθετούνται όχι μέσα στην χώρα, αλλά στο εξωτερικό, μεταξύ «καπιταλιστών» κρατών του κέντρου και «προλετάριων» κρατών της περιφέρειας, ή, με άλλα λόγια, οι «δικοί μας» (εθνικοί) καπιταλιστές είναι καλοί καπιταλιστές (έχω την αίσθηση, χωρίς να έχω στοιχεία γι’αυτό, ότι αυτή περίπου ήταν η οπτική του ΠΑΣΟΚ των δεκαετίων του ’70 και του ’80). Μια πιο αριστερή ανάγνωση, με την ίδια οικονομιστική λογική όμως, προτάσσει ως στόχο όχι τη δημιουργία μιας εγχώριας αστικής τάξης, αλλά τη συγκρότηση ενός κράτους-καπιταλιστή, ξεχνώντας ότι έτσι αγνοείται ο βασικός στόχος του ξεπεράσματος του κράτους και το κατεξοχήν αριστερό πρόταγμα της αμφισβητήσης κάθε είδους σχέσεων εξουσίας. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, αυτή η δεύτερη προσέγγιση μπορεί να (και έχει) αποτελέσει αφετηρία για συζητήσεις που εμβαθύνουν πολύ περισσότερο στα αίτια των προβλημάτων.

Σ’αυτό το πλαίσιο νομίζω ότι τοποθετείται κι η σημερινή συζήτηση για το «ποιος/τι φταίει» αλλά και, πιο συγκεκριμένα, η συζήτηση γύρω απ’το ντοκιμαντέρ Debtocracy. Το Debtocracy πέφτει σε ορισμένες απ’τις παγίδες της δεύτερης απ’τις δύο προσεγγίσεις που περιέγραψα. Tονίζει κυρίως τα εξωτερικά αίτια της κρίσης (τη διεθνή οικονομική συγκυρία, τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης) με τρόπο που δίνει την εντύπωση ότι η κρίση ήταν περίπου ένα οργανωμένο σχέδιο του "κέντρου" εναντίον της "περιφέρειας". Κυρίως, όμως, παρουσιάζει και αυτά τα αίτια και τις εσωτερικές πολιτικές πραγματικότητες της Ελλάδας σαν να υπάρχουν πέρα και πάνω απ’τους πολίτες. Αν ένα πράγμα δείχνουν τα παραδείγματα της Αργεντινής και του Ισημερινού, που παρουσιάζονται στο Debtocracy, είναι ότι τα πράγματα σ’αυτές τις χώρες άλλαξαν όταν οι πολίτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Αν θεωρήσουμε ότι όλες οι πολιτικές επιλογές των τελευταίων περίπου 30 χρόνων μάς έχουν έρθει ουρανοκατέβατες, πώς θα συνειδητοποιήσουμε ότι είναι στο χέρι μας να τις αλλάξουμε; Εκστασιάστηκε ή δεν εκστασιάστηκε μια ολόκληρη κοινωνία – πλην εξαιρέσεων – με το «όραμα» των Ολυμπιακών Αγώνων; Δεν είναι αλήθεια ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της κοινωνίας δηλώνει εμπιστοσύνη στον στρατό και στηρίζει τη συνέχιση των αμυντικών δαπανών; Τελικά, η προσέγγιση αυτή κινδυνεύει άθελά της να συναντηθεί με την προσέγγιση στην οποία εναντιώνεται: αν, για όσους θεωρούν ότι «φταίμε όλοι», οι πολίτες είναι ένας άξεστος, υπανάπτυκτος λαουτζίκος, το Debtocracy κινδυνεύει να μας αφήσει με την εντύπωση ότι ο λαός άγεται και φέρεται, ότι για παράδειγμα δεν ήξερε τι έκανε όταν ενθουσιαζόταν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ότι ήταν αμέτοχος στις πολιτικές αποφάσεις ∙ αν τελικά είμαστε τόσο ανήμποροι, πώς λοιπόν θα πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας;

Τούτων λεχθέντων, θεωρώ τουλάχιστον γελοίο να επιτίθενται στο Debtocracy όσοι, με μια λογική που συνάδει πλήρως με την πρώτη απ’τις δύο προσεγγίσεις που ανέφερα, δεν έχουν να μας προσφέρουν άλλη ερμηνεία για την κρίση παρά μόνο ότι φταίμε γενικώς και αοριστώς όλοι εμείς οι άθλιοι ιθαγενείς που ποτέ δεν καταφέραμε να οργανωθούμε, να παράγουμε, να πληρώνουμε φόρους. Το Debtocracy, αν μη τι άλλο, προσπαθεί να βρει πιο ουσιαστικές απαντήσεις (όσο κι αν μπορούν να υπάρξουν αντιρρήσεις γι’αυτές που τελικά προτείνει). Τελικά, αποτελεί όντως μια «παραδειγματική προσπάθεια», όχι τόσο για το περιεχόμενό του όσο για τον τρόπο με τον οποίο υλοποιήθηκε, ο οποίος του δίνει και το καταλυτικό επίχειρημα: αν δεν μου αρέσει, ας μπω κι εγώ στον τεράστιο κόπο που κόστισε στους δημιουργούς του για να προβάλω τη δική μου άποψη.

Suggested readings:

Ayşe Buğra, İktisatçılar ve İnsanlar [Οικονομολόγοι και Άνθρωποι], İletişim Yayınları, İstanbul 1995

Ahmet İnsel, “Tanrı’nın hikmetinden sermayenin hikmetine: Wallerstein tarihinin bir eleştirisi” [Από τη σοφία του θεού στη σοφία του κεφαλαίου: μια κριτική της ιστορίας του Wallerstein] in idem, İktisat İdeolojisinin Eleştirisi [Κριτική της Οικονομικής Ιδεολογίας], Birikim Yayınları, Istanbul, 1993, pp. 215 – 237

Κριτικές για το Debtocracy:

Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, «Μια παραδειγματική προσπάθεια»

Γιάνης Βαρουφάκης, «Debtocracy: γιατί δεν συνυπέγραψα»


Και, βέβαια, το ίδιο το Debtocracy και οι απαντήσεις των συντελεστών του στις κριτικές.


5 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

Ωραίο.
(και, ξέρεις εσύ... ;) )

Δες κι αυτό.

k2 είπε...

@ Δύτη,
νομίζω ότι πρέπει να μετονομαστείς σε Yıldırım Dalgıç: δεν πρόλαβα να το ανεβάσω και σχολιάσες! :))
Ξέρω, ξέρω... :)
Χμ, θα το δω.

Να σημειώσω κι ένα lapsus που έκανα μες στο κείμενο: έχω γράψει "διδακτορικό καθεστώς" αντί για "δικτατορικό"...
Τι να πω... η κατάστασή μου είναι σοβαρή! :)

δύτης των νιπτήρων είπε...

Φταίει η δικτατορική διατριβή.

Кроткая είπε...

"με τρόπο που δίνει την εντύπωση ότι η κρίση ήταν περίπου ένα οργανωμένο σχέδιο του "κέντρου" εναντίον της "περιφέρειας""

Οργανωμένο όχι τόσο, καθότι ο καπιταλισμός είναι μάλλον ανοργάνωτος. Σχέδιο εν μέρει, ακριβώς λόγω της δομικής "αναρχικής φύσης" του καπιταλισμού. Αλλά ότι το κέντρο απομυζά και κρατά επί τούτου και εκβιαστικά καθηλωμένη στον "τριτοκοσμισμό" την περιφέρεια, θαρρώ πως ισχύει.

Κατά τα άλλα, συμφωνώ και βρίσκω πολύ καλό το κειμενό σου, επειδή είναι νηφάλιο.

k2 είπε...

@ Δύτη,
Φταίνε οι Νεότουρκοι που είναι διΚΤΑτορες και με καταδυναστεύουν. (Και να φανταστείς στην εποχή που είμαι εγώ δεν έχουν καν ακόμα εδραιώσει την εξουσία τους - "μόνο ενός χρονού κι είναι θηρία, τι θα κάνουμε μ'αυτούς", καταπώς θά'λεγε κι ο Σαββόπουλός σου :))

@ Κροτ,
Το οργανωμένο-ανοργάνωτο το συζητάμε. Αυτό που μου φαίνεται άκυρο, στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι να θεωρούμε ότι φταίνε πάντα οι άλλοι που είμαστε "περιφέρεια" ή πώς αλλιώς θες να το πεις. Να το λέγαμε αυτό το 1960 εντάξει, αλλά όχι ότι δεν είχε η Ελλάδα τις ευκαιρίες να οργανωθεί οικονομικά και κοινωνικά λίγο καλύτερα, ν'αντιμετωπίσει τη σημερινή κατάσταση από μια καλύτερη θέση, όπως τόσες άλλες χώρες της Ε.Ε.. Για παράδειγμα, όταν όντως υπήρχαν λεφτά, αυτά πήγαιναν σε ό,τι άλλο θες εκτός από την ορθολογική οργάνωση ενός κράτους πρόνοιας. Δηλαδή αν κλαιγόμαστε εμείς ότι μας έχει ρίξει το διεθνές σύστημα, τι να πουν κι άλλοι, οι γείτονες Τούρκοι π.χ. για να μην πάω μακριά, σε λατινικές Αμερικές κλπ....