2 Απρ 2012

«Κατοχή», «προδοσία», «προδότες»: λέξεις ενός απολιτικού λόγου

Είναι πια κοινός τόπος ότι το πολιτικό σύστημα, μετά από δύο χρόνια πρωτοφανούς και από κάθε άποψη παράλογης (αφού δεν φέρνει τα αποτελέσματα που διαφημίζουν οι θιασώτες της) λιτότητας, βρίσκεται σε μεγάλη κρίση νομιμοποίησης. Κι είναι λογικό να είναι έτσι, και σχεδόν αυταπόδεικτο ότι δεν βρισκόμαστε σε περίοδο κανονικότητας της δημοκρατίας. Οι πολίτες είναι εμφανώς δυσαρεστημένοι -και οργισμένοι- με την πολιτική που ακολουθείται (όπως δείχνουν οι μεγάλες διαδηλώσεις ή οι διάφορες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον πολιτικών), ενώ οι πολιτικοί όλο και περισσότερο μιλάνε για κατάσταση έκτακτης εθνικής ανάγκης για να δικαιολογήσουν την ακολουθούμενη πολιτική αλλά και τις διαδικασίες με τις οποίες εφαρμόζεται (με την ψήφιση κατεπείγοντων πολυνομοσχεδίων). Ταυτόχρονα, στη βουλή έχουν επέλθει, απ’τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και μετά, τέτοιες αλλαγές που επιτρέπουν να αμφιβάλλουμε για το κατά πόσο αυτό το όργανο εκφράζει πραγματικά τη βούληση του έθνους: βουλευτές που εφαρμόζουν απ’την αρχή ένα πρόγραμμα διαφορετικό απ’αυτό με το οποίο εκλέχτηκαν, άλλοι που έχουν μετακινηθεί σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, κι ένα κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης που στηρίζει μια κυβέρνηση συνεργασίας (ας μην πούμε συγκυβερνά και το κακοκαρδίσουμε) με τον κυριότερο αντίπαλό του, το κόμμα της πλειοψηφίας των εκλογών του 2009 (βλ. και το "μεταξύ τύπου και ουσίας" του Χασοδίκη). Και βέβαια, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο σχηματίστηκε η παρούσα κυβέρνηση, υπό τον (μη εκλεγμένο) κ. Παπαδήμο, φαίνεται να είναι στα όρια της συνταγματικότητας.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με την καθόλου δημοκρατική συμπεριφορά της αστυνομίας (χρήση βίας, προληπτικές προσαγωγές, κλείσιμο σταθμών του μετρό σε κάθε διαδήλωση), κάνουν αρκετούς να μιλάνε για χούντα. Ως προς τη χρήση αυτού του όρου, οι αντιρρήσεις μου είναι δύο. Πρώτον, μια (υπερβολική ίσως, σίγουρα θεωρητική και χωρίς πολιτικό ενδιαφέρον) επιθυμία ακρίβειας στη χρήση των όρων: όσο έλλειμμα νομιμοποίησης κι αν έχει η παρούσα εξουσία, το κοινοβούλιο λειτουργεί και η εκλεγμένη το 2009 πλειοψηφία δεν ανατράπηκε βίαια. Δεύτερον, κι αυτό είναι πιο πολιτικό, η εξουσία αυτή τη στιγμή δεν χρησιμοποιεί βία σε τέτοιο βαθμό ώστε η βία της και μόνο να μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν ανατρέπεται. Με άλλα λόγια, είναι εμφανές ότι έχει ακόμα μια κάποια νομιμοποίηση: δεν χρησιμοποιείται τόση βία απ’τη μεριά της εξουσίας ώστε να καταπνίγεται κάθε αντιπολιτευτική φωνή εν τη γενέσει της, και άρα αν η επιθυμία ανατροπής της ήταν τόσο μεγάλη μπορεί και να είχε επικρατήσει, π.χ. με τη συνέχιση των μεγάλων συγκεντρώσεων του περσινού Μαΐου-Ιουνίου. Τούτων λεχθέντων, και δεδομένου ότι ούτε εγώ πιστεύω πως βρισκόμαστε σε περίοδο δημοκρατικής κανονικότητας (ο όρος «δημοκρατικός αυταρχισμός» του Αχμέτ Ινσέλ μου φαίνεται ο πιο κατάλληλος για να περιγράψουμε την παρούσα κατάσταση), δεν θεωρώ ότι η χρήση του όρου χούντα για τη σημερινή κατάσταση έχει αρνητικές συνέπειες – εκτός ίσως απ’την αναπαραγωγή της (λανθασμένης, κατά την άποψή μου) αντίληψης ότι υπάρχει τέτοια κρίση νομιμοποίησης ώστε να επίκειται μια επανάσταση.

Για τη χρήση της λέξης «κατοχή», όμως, έχω μεγάλες αντιρρήσεις. Καταρχάς, χρησιμοποιείται πολύ συχνά μέσα σ’έναν «εθνικοπατριωτικό» λόγο ∙ προάγει δηλαδή τον εθνικισμό και παρουσιάζει ως εχθρούς τους ξένους. Κι αν εχθροί είναι, χωρίς κοινωνική διάκριση, οι ξένοι, αυτό σημαίνει ότι εχθρός είναι π.χ. ο Γερμανός εργάτης αλλά δεν είναι ο Έλληνας καπιταλιστής. Χρησιμοποιείται επίσης (αυτό ισχύει σ’ένα βαθμό και για τον όρο «χούντα») μέσα σ’έναν οίστρο επαναστατικότητας, όπου μεγαλύτερος επαναστάτης είναι αυτός που φωνάζει περισσότερο, αυτός που χρησιμοποιεί τους πιο έντονους όρους – με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία, να χάνονται τα πολιτικά επιχειρήματα. Και φυσικά, αν λάβουμε υπόψη μας και τους όρους «προδότες», «νενέκοι» και άλλα συναφή που χρησιμοποιούνται μαζί με την «κατοχή», έχουμε μπροστά μας έναν υπεραπλουστευτικό λόγο, ο οποίος επιπλέον διχάζει -αντί να συσπειρώνει- και μάλιστα έχει την τάση να κατατάσσει στην κατηγορία των «προδοτών» όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους, ακόμα κι αυτούς με τους οποίους η διαφωνία έγκειται όχι στην εναντίωση στην πολιτική λιτότητας των μνημονίων, αλλά σε επιμέρους ζητήματα, π.χ. στο αν είναι ή όχι επιθυμητή η έξοδος απ’την ευρωζώνη.

Ακόμα περισσότερο όμως, ο λόγος περί «κατοχής», «προδοτών» κλπ. είναι βαθιά απολιτικός και στην πραγματικότητα δέχεται και αναπαράγει τον λόγο περί έκτακτης εθνικής ανάγκης που προβάλλει η εξουσία. Η εξουσία προσπαθεί εμφανώς και συστηματικά να βγάλει απ’τη μέση την πολιτική: μιλάει διαρκώς για εθνική ανάγκη που επιβάλλει τη σύμπνοια στην εφαρμογή της μίας και μοναδικής «εθνικής» πολιτικής ∙ οποιαδήποτε αντίρρηση σ’αυτή την πολιτική δεν αντιμετωπίζεται σαν αυτό που είναι, μια εναλλακτική πολιτική επιλογή, αλλά θεωρείται εθνικώς επικίνδυνη, με άλλα λόγια προδοτική. Η απάντηση σ’αυτή τη λογική είναι η προβολή και ενίσχυση του πολιτικού, η συστηματική προώθηση της ιδέας ότι, μπροστά στα οικονομικά -και στην πραγματικότητα βαθιά πολιτικά- προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, μπορούν να υπάρξουν πολλές πολιτικές, με διαφορετικούς στόχους: η πολιτική την μνημονίων έχει ως στόχο να διασώσει ένα χρεοκοπημένο -με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του όρου- σύστημα εις βάρος της κοινωνίας ∙ μια εναλλακτική πολιτική θα έχει ως στόχο την προστασία της κοινωνίας, ενδεχομένως και τη δημιουργία ενός εντελώς νέου μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης.

Ας μη μεταφέρουμε λοιπόν τη διαμάχη στο πεδίο που έχει διαλέξει και προετοιμάσει ο αντίπαλος - γιατί αυτό γίνεται όσο μιλάμε για «προδοσία». Δεν μας ενδιαφέρει η αντίληψη ότι υπάρχει μόνο μία εθνικώς ενδεδειγμένη πολιτική κι οτιδήποτε άλλο αποτελεί προδοσία. Δεν θέλουμε συνθήκες έκτακτης ανάγκης όπου μόνο μία πολιτική θα είναι νομιμοποιημένη - ακόμα κι αν αυτή η «μοναδική πολιτική» είναι η «δική μας». Στην πραγματικότητα, η δική μας αντίληψη είναι ότι το εθνικό είναι το δημοκρατικό, είναι το πεδίο στο οποίο μπορούν να αναμετρηθούν διαφορετικές πολιτικές. Σ’αυτό το πεδίο μπορεί εύκολα να καταδειχτεί ότι η προωθούμενη ως μόνη εθνικώς ορθή πολιτική είναι αναποτελεσματική και άδικη κι ότι μια άλλη πολιτική είναι και εφικτή και ευκταία.


6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

καλησπέρα , τό ότι ύπάρχει μιά έκλεγμένη κυβέρνηση καί ότι λειτουργεί τό κοινοβούλιο δέν σημαίνει ότι έχουμε καί δημοκρατία .
έκλογές καί κοινοβούλια έχουν όλα τά όλοκληρωτικά καθεστώτα .
τώρα όσον άφορά τίς λέξεις "κατοχή"
"εθνική πολιτική" "προδοτες" κλπ
κατά τήν γνώμη μου αύτοί που τίς έπικαλούντα κοροιδεύουν καί άποπροσανατολίζουν τόν κόσμο .
γιώργος -λευκαδα

Кроткая είπε...

Κουπέπι, ακριβώς επειδη η προτάσεις μας ειναι διαφορετικές, συμφωνώ απόλυτα με την ανάλυση που κάνεις, ειδικά στο κομμάτι περί κατοχής και προδοσίας.

δύτης των νιπτήρων είπε...

Πολύ καλό, μπράβο!

k2 είπε...

Γιώργο,
σεβαστή η άποψή σου. Τις αντιρρήσεις μου για τον όρο "χούντα" τις εξηγώ στο κείμενο.

@Κροτ,
χαίρομαι που συμφωνούμε :)

@Dalgıcığım,
teşekkürler :)

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Βρήκα το χρόνο να σε απολαύσω. Και απόλαυσα πάλι την πυκνότητα και την χειρουργική ψυχραιμία σου. Καλή σου μέρα

k2 είπε...

@kaçamak :)
Νά'σαι καλά.

(Εγώ σε απολαμβάνω διαρκώς - μη βλέπεις που δεν σου αφήνω σχόλια :))