11 Απρ 2012

Το πουκάμισο το θαλασσί

Σήμερα φοράω θαλασσί πουλόβερ. Με παλ γαλάζιο φουλάρι. Το πιο άνετό μου τζιν και γαλάζια αθλητικά με λυτά κορδόνια. Νομίζω ότι θα σου αρέσει αν το δεις. Ίσως να εγκρίνεις, το πουλόβερ έστω. Σκέφτηκα το ροζ κουφετί που είναι το αγαπημένο σου χρώμα, αλλά αυτό είναι το κατώτατο όριό μου στην κλίμακα του παλ. Για το χαχόλικο τζιν θα στραβώσεις σίγουρα. Και θα μαλώσουμε. Πάλι. Εσύ με τη γκρίνια της άθλιας αμφίεσης, εγώ με τη λύσσα του αυτονόητου χύμα. Θα περάσει το δικό μου. Θα μου κρατήσεις μούτρα. Και θ' αναπολήσεις τον καιρό που δεν έφερνα αντιρρήσεις και φορούσα πειθήνια ό,τι μου διάλεγες, και σ' ακολουθούσα όπου με πήγαινες, και έπινα το ζαχαρούχο νουνού που σιχαινόμουν (αλλά δε στο ΄λεγα), και μετά ελληνικό γλυκό με γάλα που τον λέγαμε "καφέ βιενουά", κι έπαιρνα αγόγγυστα τηλέφωνο τη θεία Κατίνα τις Κυριακές γιατί έτσι είναι το πρέπον, και έτρωγα ό,τι μου έφτιαχνες. Αυτό το τελευταίο ακόμα ισχύει και το ξέρεις. Πάντα τρώω ό,τι μου φτάχνεις, ας είναι κι αλατόνερο.

Και μετά θα με ρωτήσεις τι θέλω να μαγειρέψεις γιατί ακόμα και τα πνεύματα αντιλογίας έχουν δικαίωμα σ' ένα καλό γεύμα. Το μόνο που υποτιμάς στο μονόλογο είναι η μαγειρική σου δεινότητα. Όλα τα υπόλοιπα τα υπερασπίζεσαι με πάθος ιεραποστόλου. Και ποια είμαι εγώ που θα σ' αμφισβητήσω, που δεν ξέρω από πού βγαίνει ο ήλιος, που ίδια η επαναστάτρια η μάνα μου είμαι, που ευτυχώς που πήρα τη ρητορική δεινότητα του πατέρα μου, αλλά σιγά μη μου βγει σε καλό με τα μυαλά που κουβαλάω, αλλά έτσι είναι οι σημερινοί νέοι, αχάριστοι κι εγωιστές. Που όλα έτσι ξεκινάνε. Πρώτα πετάν στα σκουπίδια τις ενδυματολογικές συμβουλές των σοφότερων και μετά αρχίζουν το κάπνισμα, μετά το ποτό, μετά τα ναρκωτικά, και μετά παίρνουν τον κακό το δρόμο. Πάντα με την αυτή σειρά και πάντα με την αυτή κατάληξη.

Εντάξει, υπάρχουν και τα άλλα. Που βγαίνεις στο μπαλκόνι να προλάβεις να με δεις πριν χτυπήσω το κουδούνι και πάλι όταν φεύγω κρεμιέσαι απ΄τα κάγκελα και μου κουνάς το χέρι ώσπου να χαθώ στη γωνία, και σηκώνεις τον κόσμο στο πόδι όταν έρχομαι, και καλείς όλα τα παιδιά της γειτονιάς στο σπίτι, και τα κερνάς γλυκά και σοκολάτες στο πάρκο, κι όταν δε με παίζουν αυτά με παίζεις εσύ, και μου παραχωρείς πάντα μα πάντα τη θέση του συνοδηγού για να χορτάσω τον μπαμπά μου, και μου λες να μη λυπάμαι που φεύγω γιατί είναι ευτυχία να έχεις πολλά σπίτια και να μην κλαίω που θέλω μόνο το δικό σου, και να ντύνομαι καλά γιατί κυκλοφορεί ίωση, και να σκεπάζομαι καλά γιατί κάνει κρύο, και να μην ανοίγω σε κανέναν αν δε ρωτήσω ποιος είναι, και να μη φοβηθώ αν ξυπνήσω ένα πρωί κι εσύ δεν ξυπνήσεις, και να πάω να το πω στην κυρία Σοφία δίπλα κι αυτή θα ξέρει τι να κάνει, κι εγώ να γελάω και να σου ανταποδίδω ιστορίες τρόμου για τον Σκωτσέζο που κατάπιε τη γκάιντα.

Σήμερα φοράω το φουλ του θαλασσί για να εκτιμήσεις την πρόοδό μου, που είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής για να με ρίξει στο ροζ κουφετί. Αλλά εγώ ξύπνησα το πρωί κι εσύ δεν ξύπνησες. Και η κυρία Σοφία είναι ήδη εκεί και μου λέει ότι δεν έχει ξαναδεί τόσο θαλασσί σε κηδεία. Και μου χαμογελάς πλατιά.

9 Απρ 2012

Αστοχίες και ασυναρτησίες (1)

Time machine


Από το πρόγραμμα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» (ΑΕ):

«Επανέλεγχος και αναδιατύπωση σχολικών βιβλίων και συγγραμμάτων, διόρθωση ιστορικών και ερευνητικών αστοχιών, με στόχο να αποτυπώνεται η ιστορική πραγματικότητα και να τονώνεται το φρόνημα των Ελλήνων μαθητών – σπουδαστών.»

Μισό να καταλάβω το βάθος αυτής της σκέψης, γιατί είναι εμφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με φιλοσοφία. Τα ερωτήματα που τίθενται έχουν να κάνουν με τα επίπεδα της πραγματικότητας, με το αν υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα έξω απ’τον νου μας, κι άλλα τέτοια που ομολογώ δεν τα κατέχω. Ας περάσω λοιπόν στο προκείμενο. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως το ζήτημα εδώ να έχει να κάνει και με την κβαντική θεωρία και τις παράλληλες πραγματικότητες, αλλά κι αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν κατέχω. Θα πορευτώ λοιπόν με τις ταπεινές γνώσεις μου περί Ιστορίας.

Πρέπει να διορθωθούν λέει «ιστορικές και ερευνητικές αστοχίες». Αφήνω τις «ερευνητικές αστοχίες» για τη συνέχεια και πιάνω τις «ιστορικές αστοχίες». Αν υπάρχουν «ιστορικές αστοχίες» αυτό σημαίνει ότι η Ιστορία αστόχησε, σωστά; Δηλαδή δεν πορεύτηκε σύμφωνα με κάποιες στοχεύσεις που είχαν τεθεί (αφήνω κατά μέρος το ερώτημα «από ποιον;», καίτοι βασανιστικό και βασικό – πρόκειται για ένα ερώτημα αντάξιο ενός Χέγκελ κι ούτε αυτό νιώθω ότι είμαι σε θέση να απαντήσω). Με άλλα λόγια, η Ιστορία δεν ακολούθησε την πορεία που θα ήθελε όποιος είναι αυτός ο άγνωστος που έθεσε τις στοχεύσεις. Επομένως, αν υπάρχουν «ιστορικές αστοχίες», αυτό που μας λένε ότι θέλουν να αποτυπώνεται, η «ιστορική πραγματικότητα» δεν κατέστη δυνατό να γίνει πραγματικότητα, δηλαδή δεν υφίσταται, δεν είναι πραγματικότητα στην πραγματικότητα. Κι απ’την ανάποδη να το πάρουμε, πάλι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό που θέλουν να αποτυπώνεται δεν είναι η πραγματικότητα: δεν θέλουν να αποτυπώνεται η πραγματικότητα, η όντως συντελεσθείσα Ιστορία (τα res gesta για να το πω και λατινικά να σας εντυπωσιάσω) αλλά μια δυνητική (;), φαντασιακή πραγματικότητα η οποία λόγω «ιστορικών αστοχιών» δεν πραγματώθηκε. Ακόμα πιο απλά, ή αυτό που θα αποτυπώνεται δεν είναι η πραγματικότητα, ή η «πραγματικότητα» (ό,τι εννοούν οι συντάκτες του κειμένου με τον όρο πραγματικότητα) είναι εξ’ορισμού μη αποτυπώσιμη καθότι μη πραγματική, μη συντελεσθείσα.

Ομολογώ ότι τώρα μπερδεύτηκα κι εγώ (αλλά πού να συγκριθεί βέβαια η δική μου σκέψη μ’αυτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων). Η φωνή της λογικής μου λέει «πάρ’το άλλιως». Το παίρνω λοιπόν ανάποδα. Είδαμε σε τι αδιέξοδο μας φέρνει η προσπάθεια να συμφιλιώσουμε τις «ιστορικές αστοχίες» με την «ιστορική πραγματικότητα». Άρα, για να αποτυπώνεται η επιθυμητή (απ’τους συντάκτες του κειμένου πάντα) «ιστορική πραγματικότητα», πρέπει πράγματι να διορθωθούν οι περί ων ο λόγος «ιστορικές αστοχίες». Δεδομένου ότι κανονικά (σύμφωνα με τους κανόνες περί χρόνου με τους οποίους πορεύεται η ανθρωπότητα εδώ και κάτι αιώνες – κανόνες που σε μεγάλο βαθμό είναι κατασκευασμένοι απ’τον άνθρωπο και άρα σηκώνουν συζήτηση, το ομολογώ, αλλά τι να κάνουμε, αυτούς τους κανόνες έχουμε αυτή τη στιγμή) η Ιστορία έχει να κάνει με συντελεσμένα γεγονότα (τα res gesta που λέγαμε παραπάνω), οι «ιστορικές αστοχίες» βρίσκονται σ’αυτό που ο κοινός (φευ, υπερβολικά απλός, απλοϊκός θα έλεγα!) νους συνηθίζει να αποκαλεί παρελθόν. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει λοιπόν για να διορθωθούν. Καλά το καταλάβατε (το ήξερα ότι είστε οξυδερκείς): time travel !

Θέλω να πιστεύω ότι οι ΑΕ έχουν στην κατοχή τους τα σχέδια της πρώτης μηχανής του χρόνου. Επομένως, με το που θα έρθουν στα πράγματα, θα εγκρίνουν τα απαραίτητα κονδύλια για την κατασκευή της – είμαι σίγουρη ότι τα κονδύλια θα βρεθούν, όπως ακριβώς βρίσκονται πάντα χρήματα για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς: πρόκειται για εθνική ανάγκη! Κι έτσι, οι άξιοι μηχανικοί της πατρίδας μας (ο κλάδος τους μαστίζεται απ’την ανεργία, μην το ξεχνάμε) θα κατασκευάσουν την εν λόγω πρωτοποριακή χρονομηχανή για να διορθωθούν οι «ιστορικές αστοχίες». Εδώ μπορείτε να φανταστείτε τον Πάνο Καμμένο στις παρακάτω ένδοξες στιγμές: με χλαμύδα να αποτρέπει την κατάκτηση της Ελλάδας απ’τους Ρωμαίους ∙ με στολή παραλλαγής (ξέρω, αναχρονισμός, αλλά εκεί θα κολλήσουμε; Στο κάτω-κάτω, ας ωφεληθούμε κι απ’τις σύγχρονες εφευρέσεις) να κλείνει την κερκόπορτα στα μούτρα του προδότη που την ξέχασε ανοιχτή την ώρα που βγήκε να κατουρήσει στην έξω μεριά των τειχών της Κωνσταντινούπολης ∙ μυστικοσύμβουλο του Βενιζέλου (του Ελευθερίου, όχι του Ευάγγελου) να κατοχυρώνει τη συνθήκη των Σεβρών άπαξ και δια παντός. Έτσι, οι «ιστορικές αστοχίες» θα έχουν διορθωθεί και θα έχουμε την επιθυμητή πραγματικότητα: την Ελλάδα των δύο ηπείρων (με μικρό αυτό, δεν θέλουμε δύο Ηπείρους, να γεμίσουμε ξανθούς και ροδομάγουλους κτηνοτρόφους αμφίβολης γλωσσικής κατάρτισης και ύποπτων εθνικών φρονημάτων) και των πέντε θαλασσών, παγκόσμια υπερδύναμη, κέντρο του κόσμου (και της διεθνούς τσινετσιτά, αφού θα πραγματοποιηθούν και τα υπόλοιπα σημεία του προγράμματος των ΑΕ – βλ. «Διασύνδεση της πολιτιστικής μας βιομηχανίας (Θέατρο, Ιστορία, Μυθολογία, Φιλοσοφία, Ανθρωπισμός, Επιστήμες) με άλλες, όπως αυτή του κινηματογράφου, ώστε να καταταχθεί η χώρα στο χάρτη με τους ιδανικούς προορισμούς της παγκόσμιας βιομηχανίας κινηματογράφου για τη δημιουργία ταινιών με έντονο ελληνικό ενδιαφέρον ή χρώμα.»).

Θέλω λοιπόν να πιστεύω πως οι ΑΕ έχουν στα χέρια τους τα σχέδια της πρώτης χρονομηχανής. Κι αυτό γιατί στην αντίθετη περίπτωση δύο είναι οι πιθανότητες. Η πρώτη είναι να μας κοροϊδεύουν, αφού δεν θα μπορέσουν να διορθώσουν τις «ιστορικές αστοχίες». Η δεύτερη είναι να σκοπεύουν να κάνουν κανονικότατη απάτη: να ξαναγράψουν την Ιστορία – να επέμβουν όχι στα ίδια τα res gesta αλλά στην καταγραφή τους, η οποία κανονικά αποτελεί καταγραφή συντελεσμένων γεγονότων, historia rerum gestarum για να ξαναεντυπωσιάσω με το λατινικό μου – να ξαναγράψουν λοιπόν την Ιστορία όπως τους βολεύει, ώστε αυτό που θα διαβάζουν οι «μαθητές και σπουδαστές» να ταιριάζει με τη φαντασίωση των ΑΕ για την «ιστορική πραγματικότητα». Κι ας λέει ό,τι θέλει η αληθινή πραγματικότητα, αυτή που γύρω μας θα συνεχίζει να κινείται την ώρα που εμείς θα κοιμόμαστε ήρεμοι, νανουρισμένοι απ’το κύμα των φαντασιακών πέντε ελληνικών θαλασσών. Τώρα που το σκέφτομαι, μήπως αυτό θέλουν οι ΑΕ; Μήπως γι’αυτό αναφέρονται και σε «ερευνητικές αστοχίες»;

Συνεχίζεται (μάλλον).


ΥΓ. Και μετά μου λέτε σας δυσκολεύει ο Βέλτσος. «Ανεξάρτητους Έλληνες» διαβάσατε τελευταία;

ΥΓ. Σοβαρά τώρα, διαβάστε αυτό εδώ.


2 Απρ 2012

«Κατοχή», «προδοσία», «προδότες»: λέξεις ενός απολιτικού λόγου

Είναι πια κοινός τόπος ότι το πολιτικό σύστημα, μετά από δύο χρόνια πρωτοφανούς και από κάθε άποψη παράλογης (αφού δεν φέρνει τα αποτελέσματα που διαφημίζουν οι θιασώτες της) λιτότητας, βρίσκεται σε μεγάλη κρίση νομιμοποίησης. Κι είναι λογικό να είναι έτσι, και σχεδόν αυταπόδεικτο ότι δεν βρισκόμαστε σε περίοδο κανονικότητας της δημοκρατίας. Οι πολίτες είναι εμφανώς δυσαρεστημένοι -και οργισμένοι- με την πολιτική που ακολουθείται (όπως δείχνουν οι μεγάλες διαδηλώσεις ή οι διάφορες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον πολιτικών), ενώ οι πολιτικοί όλο και περισσότερο μιλάνε για κατάσταση έκτακτης εθνικής ανάγκης για να δικαιολογήσουν την ακολουθούμενη πολιτική αλλά και τις διαδικασίες με τις οποίες εφαρμόζεται (με την ψήφιση κατεπείγοντων πολυνομοσχεδίων). Ταυτόχρονα, στη βουλή έχουν επέλθει, απ’τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και μετά, τέτοιες αλλαγές που επιτρέπουν να αμφιβάλλουμε για το κατά πόσο αυτό το όργανο εκφράζει πραγματικά τη βούληση του έθνους: βουλευτές που εφαρμόζουν απ’την αρχή ένα πρόγραμμα διαφορετικό απ’αυτό με το οποίο εκλέχτηκαν, άλλοι που έχουν μετακινηθεί σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, κι ένα κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης που στηρίζει μια κυβέρνηση συνεργασίας (ας μην πούμε συγκυβερνά και το κακοκαρδίσουμε) με τον κυριότερο αντίπαλό του, το κόμμα της πλειοψηφίας των εκλογών του 2009 (βλ. και το "μεταξύ τύπου και ουσίας" του Χασοδίκη). Και βέβαια, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο σχηματίστηκε η παρούσα κυβέρνηση, υπό τον (μη εκλεγμένο) κ. Παπαδήμο, φαίνεται να είναι στα όρια της συνταγματικότητας.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με την καθόλου δημοκρατική συμπεριφορά της αστυνομίας (χρήση βίας, προληπτικές προσαγωγές, κλείσιμο σταθμών του μετρό σε κάθε διαδήλωση), κάνουν αρκετούς να μιλάνε για χούντα. Ως προς τη χρήση αυτού του όρου, οι αντιρρήσεις μου είναι δύο. Πρώτον, μια (υπερβολική ίσως, σίγουρα θεωρητική και χωρίς πολιτικό ενδιαφέρον) επιθυμία ακρίβειας στη χρήση των όρων: όσο έλλειμμα νομιμοποίησης κι αν έχει η παρούσα εξουσία, το κοινοβούλιο λειτουργεί και η εκλεγμένη το 2009 πλειοψηφία δεν ανατράπηκε βίαια. Δεύτερον, κι αυτό είναι πιο πολιτικό, η εξουσία αυτή τη στιγμή δεν χρησιμοποιεί βία σε τέτοιο βαθμό ώστε η βία της και μόνο να μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν ανατρέπεται. Με άλλα λόγια, είναι εμφανές ότι έχει ακόμα μια κάποια νομιμοποίηση: δεν χρησιμοποιείται τόση βία απ’τη μεριά της εξουσίας ώστε να καταπνίγεται κάθε αντιπολιτευτική φωνή εν τη γενέσει της, και άρα αν η επιθυμία ανατροπής της ήταν τόσο μεγάλη μπορεί και να είχε επικρατήσει, π.χ. με τη συνέχιση των μεγάλων συγκεντρώσεων του περσινού Μαΐου-Ιουνίου. Τούτων λεχθέντων, και δεδομένου ότι ούτε εγώ πιστεύω πως βρισκόμαστε σε περίοδο δημοκρατικής κανονικότητας (ο όρος «δημοκρατικός αυταρχισμός» του Αχμέτ Ινσέλ μου φαίνεται ο πιο κατάλληλος για να περιγράψουμε την παρούσα κατάσταση), δεν θεωρώ ότι η χρήση του όρου χούντα για τη σημερινή κατάσταση έχει αρνητικές συνέπειες – εκτός ίσως απ’την αναπαραγωγή της (λανθασμένης, κατά την άποψή μου) αντίληψης ότι υπάρχει τέτοια κρίση νομιμοποίησης ώστε να επίκειται μια επανάσταση.

Για τη χρήση της λέξης «κατοχή», όμως, έχω μεγάλες αντιρρήσεις. Καταρχάς, χρησιμοποιείται πολύ συχνά μέσα σ’έναν «εθνικοπατριωτικό» λόγο ∙ προάγει δηλαδή τον εθνικισμό και παρουσιάζει ως εχθρούς τους ξένους. Κι αν εχθροί είναι, χωρίς κοινωνική διάκριση, οι ξένοι, αυτό σημαίνει ότι εχθρός είναι π.χ. ο Γερμανός εργάτης αλλά δεν είναι ο Έλληνας καπιταλιστής. Χρησιμοποιείται επίσης (αυτό ισχύει σ’ένα βαθμό και για τον όρο «χούντα») μέσα σ’έναν οίστρο επαναστατικότητας, όπου μεγαλύτερος επαναστάτης είναι αυτός που φωνάζει περισσότερο, αυτός που χρησιμοποιεί τους πιο έντονους όρους – με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία, να χάνονται τα πολιτικά επιχειρήματα. Και φυσικά, αν λάβουμε υπόψη μας και τους όρους «προδότες», «νενέκοι» και άλλα συναφή που χρησιμοποιούνται μαζί με την «κατοχή», έχουμε μπροστά μας έναν υπεραπλουστευτικό λόγο, ο οποίος επιπλέον διχάζει -αντί να συσπειρώνει- και μάλιστα έχει την τάση να κατατάσσει στην κατηγορία των «προδοτών» όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους, ακόμα κι αυτούς με τους οποίους η διαφωνία έγκειται όχι στην εναντίωση στην πολιτική λιτότητας των μνημονίων, αλλά σε επιμέρους ζητήματα, π.χ. στο αν είναι ή όχι επιθυμητή η έξοδος απ’την ευρωζώνη.

Ακόμα περισσότερο όμως, ο λόγος περί «κατοχής», «προδοτών» κλπ. είναι βαθιά απολιτικός και στην πραγματικότητα δέχεται και αναπαράγει τον λόγο περί έκτακτης εθνικής ανάγκης που προβάλλει η εξουσία. Η εξουσία προσπαθεί εμφανώς και συστηματικά να βγάλει απ’τη μέση την πολιτική: μιλάει διαρκώς για εθνική ανάγκη που επιβάλλει τη σύμπνοια στην εφαρμογή της μίας και μοναδικής «εθνικής» πολιτικής ∙ οποιαδήποτε αντίρρηση σ’αυτή την πολιτική δεν αντιμετωπίζεται σαν αυτό που είναι, μια εναλλακτική πολιτική επιλογή, αλλά θεωρείται εθνικώς επικίνδυνη, με άλλα λόγια προδοτική. Η απάντηση σ’αυτή τη λογική είναι η προβολή και ενίσχυση του πολιτικού, η συστηματική προώθηση της ιδέας ότι, μπροστά στα οικονομικά -και στην πραγματικότητα βαθιά πολιτικά- προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, μπορούν να υπάρξουν πολλές πολιτικές, με διαφορετικούς στόχους: η πολιτική την μνημονίων έχει ως στόχο να διασώσει ένα χρεοκοπημένο -με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του όρου- σύστημα εις βάρος της κοινωνίας ∙ μια εναλλακτική πολιτική θα έχει ως στόχο την προστασία της κοινωνίας, ενδεχομένως και τη δημιουργία ενός εντελώς νέου μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης.

Ας μη μεταφέρουμε λοιπόν τη διαμάχη στο πεδίο που έχει διαλέξει και προετοιμάσει ο αντίπαλος - γιατί αυτό γίνεται όσο μιλάμε για «προδοσία». Δεν μας ενδιαφέρει η αντίληψη ότι υπάρχει μόνο μία εθνικώς ενδεδειγμένη πολιτική κι οτιδήποτε άλλο αποτελεί προδοσία. Δεν θέλουμε συνθήκες έκτακτης ανάγκης όπου μόνο μία πολιτική θα είναι νομιμοποιημένη - ακόμα κι αν αυτή η «μοναδική πολιτική» είναι η «δική μας». Στην πραγματικότητα, η δική μας αντίληψη είναι ότι το εθνικό είναι το δημοκρατικό, είναι το πεδίο στο οποίο μπορούν να αναμετρηθούν διαφορετικές πολιτικές. Σ’αυτό το πεδίο μπορεί εύκολα να καταδειχτεί ότι η προωθούμενη ως μόνη εθνικώς ορθή πολιτική είναι αναποτελεσματική και άδικη κι ότι μια άλλη πολιτική είναι και εφικτή και ευκταία.