26 Μαρ 2009

Die Welle: Ποιος είπε ότι μια δικτατορία σήμερα δεν είναι πιθανή;



Αν υπάρχει μία ταινία που δεν πρέπει με τίποτα να χάσετε φέτος είναι αυτή. Το εφιαλτικό σενάριο της ταινίας Das Experiment (Oliver Hirschbiegel, 2001) ξαναχτυπά. Εκπληκτικοί ηθοποιοί, αληθινά γενονότα, δυνατά γυρίσματα, πρωτότυπη μουσική, πολιτικό μήνυμα, ο τέλειος συνδυασμός.

Τα γεγονότα: Η ταινία εμπνέεται από κοινωνιολογικό πείραμα που έγινε το 1967 στο γυμνάσιο Cubberley στο Palo Alto της Καλιφόρνια. Όταν ο καθηγητής ιστορίας Ron Jones δίδασκε το Ολοκαύτωμα και ρωτήθηκε από μαθητή «θα μπορούσε αυτό να συμβεί εδώ;», αποφάσισε να αφήσει την απάντηση στα παιδιά οργανώνοντας ένα πείραμα διάρκειας 2 εβδομάδων. Με αρχή την έννοια της πειθαρχίας, την πρώτη μέρα ο καθηγητής χαμήλωσε τα φώτα, έβαλε μουσική του Βάγκνερ, στοίχισε τα παιδιά στις καρέκλες τους και μίλησε για τον οκοληρωτισμό. Τη δεύτερη μέρα έφτιαξαν μαζί αγωνιστικό χαιρετισμό της ομάδας, ονόματι Third Wave (Τρίτο Κύμα) τον οποίο θα έπρεπε να χρησιμοποιούν καθημερινά όπου βρίσκονταν τα μέλη,εντός και εκτός σχολείου. Στις διαλέξεις που ακολούθησαν η λογική επεκτάθηκε από την πειθαρχία στη «δύναμη μέσω της κοινότητας» και στη «δύναμη μέσω της δράσης». Μέχρι τα τέλη της εβδομάδας η ομάδα «Τρίτο Κύμα» αριθμούσε πάνω από 200 μέλη. Το πείραμα σταμάτησε πρόωρα όταν οι μαθητές που συμμετείχαν άρχισαν να παρενοχλούν όσους δεν συμμετείχαν. Το εγχείρημα θεωρήθηκε επικίνδυνο για την ασφάλεια των παιδιών, κατέληξε όμως σε εύγλωττα συμπεράσματα για την προθυμία των ανθρώπων να ανταλλάξουν την ελευθερία τους με το αίσθημα ανωτερότητας που προσφέρει η κοινότητα και να αναπαράγουν έτσι φασιστικές συμπεριφορές.

Η ταινία: ο Dennis Gansel μεταφέρει το πείραμα αριστοτεχνικά στη Γερμανία του 2008. Τόπος γυρισμάτων ένα χωριό του Βραδεμβούργου, πολλές σκηνές όμως τραβήχτηκαν στο Reinickendorf του Βερολίνου και στο Πότσνταμ. Ο σκηνοθέτης μας μεταφέρει σε ένα φανταστικό χωριό, το οποίο όχι μόνο δεν κατονομάζεται αλλά είναι αδύνατο και να εντοπιστεί, αφού ακόμα και οι πινακίδες των αυτοκινήτων έχουν τα διακριτικά BE, που έχουν καταργηθεί στη Γερμανία από το 1975. Άρα ο τόπος δεν έχει σημασία.

Σημασία έχουν οι πράξεις. Ο εναλλακτικός καθηγητής Reiner Wenger, παιδί της γενιάς του ’68, ολίγον αναρχικός, ολίγον ροκάς (κυκλοφορεί με μπλουζάκια των Ramones) επιλέγεται από τη διεύθυνση του σχολείου να δουλέψει με μια ομάδα παιδιών το θέμα «Αυταρχισμός». Παρά τις αντιδράσεις του, καθότι θα ήθελε να ασχοληθεί με το θέμα «Αναρχία», αναγκάζεται να δεχτεί την πρόκληση. Τι είναι αυταρχισμός; «Το Τρίτο Ράιχ, ο Χίτλερ και όλα αυτά τα απολιθώματα που μας μαθαίνετε» απαντάνε τα παιδιά. Και ξεκινάει το ανορθόδοξο πείραμα, σε πείσμα των απολιθωμάτων και των φαντασμάτων του παρελθόντος. Οι μαθητές πρέπει να του μιλάνε στον πληθυντικό, να κάθονται ίσια στα θρανία, να σηκώνονται όταν παίρνουν τον λόγο και να δίνουν σύντομες και περιεκτικές απαντήσεις. Τη δεύτερη μέρα πείθονται να πάνε στο σχολείο με στολή, τζιν και άσπρο πουκάμισο, «γιατί η στολη δεν παραπέμπει μόνο στο στρατό, εξαφανίζει και τις κοινωνικές ανισότητες». Και τα παιδιά βρίσκουν όνομα για την ομάδα τους, «το Κύμα», φτιάχνουν λογότυπο, χαιρετισμό και ζουν την αλληλεγγύη της κοινότητας.

"Macht durch Disziplin - Macht durch Gemeinschaft - Macht durch Handeln" Εξουσία μέσω της πειθαρχίας, εξουσία μέσω της κοινότητας, εξουσία μέσω της πράξης. Και η κατάσταση δεν αργεί να βγει εκτός ελέγχου. Το κύμα των εκλεκτών εξαπλώνεται σε όλο το σχολείο, τα παιδιά δεν παίζουν πια, έχουν ταυτιστεί με την ομάδα, όποιος δεν είναι μαζί τους είναι εναντίον τους, η συλλογικότητα είναι η δύναμή τους. Έξυπνα ο Gansel χρησιμοποιεί διάφορους χαρακτήρες της σύγχρονης νεολαίας. Τον Σινάν, τουρκικής καταγωγής μαθητή, που βλέπει τις πολιτισμικές διαφορές να εξαλείφονται, τον Μάρκο, που βρίσκει στην ομάδα την αλληλεγγύη και το δέσιμο που του λείπουν στην οικογένειά του, τον Τιμ, παιδί με πολλά προβλήματα προσαρμοστικότητας, που βρίσκει φίλους και νόημα στη ζωή του, αλλά και παιδιά που αντιτίθενται στη λογική της κάστας και αρνούνται να συμμετάσχουν στο πείραμα. Σε 4 μέρες το Κύμα είναι πλέον ανεξέλεγκτο.

Δεν θα σας αποκαλύψω το τέλος, όχι τόσο για να μη σας το χαλάσω (όπως οι σπαστικοί τύποι που στην τανία τρόμου σου αποκαλύπτουν στο πρώτο δεκάλεπτο τον δολοφόνο), αλλά κυρίως γιατί δεν έχει σημασία. Σημασία έχουν οι ψυχολογικοί χειρισμοί και οι μισές αλήθειες που οδηγούν φυσιολογικούς ανθρώπους στην υιοθέτηση φασιστικών προτύπων. Όπως πολύ εύλογα αναρωτιέται ένας μαθητής «μα δεν έχει μόνο κακά το Κύμα! Έχουμε παρέα, αλληλεγγύη, κοινότητα. Γιατί πρέπει να το χαλάσουμε;». Πράγματι, ο χαρισματικός καθηγητής κατάφερε να δημιουργήσει μια κάστα επίλεκτων στα πρότυπα του εθνικοσοσιαλισμού, βασιζόμενος όμως σε ξεκάθαρες και όχι απαραίτητα κακές αρχές: πειθαρχία, δικαιοσύνη, ισότητα, συνεργασία, συντροφικότητα, αλληλεγγύη. Το θέμα λοιπόν δεν είναι ούτε απλό ούτε αυτονόητο. Πράγματι, κανείς δεν ξεκίνησε εξ αρχής για να εξοντώσει τον υπόλοιπο κόσμο. Πόσο δύσκολο όμως είναι να περάσεις από τη λογική της αλληλεγγύης στη λογική του τύπου «όποιος δεν είναι μαζι μας είναι εναντίον μας»; Και πού βρίσκονται τα όρια μεταξύ της συντροφικότητας και του αποκλεισμού της διαφορετικότητας;

Ίσως να μην ταυτίζεται ο θεατής με τα παιδιά που μεταλλάσσονται, σίγουρα όμως ακολουθεί βήμα βήμα τη λογική του παραλόγου σύμφωνα με την οποία οι επιμέρους αλήθειες και οι θετικές αξίες καταλήγουν, μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο σύνολο και στη μαγεία του ομοιόμορφου, στο αντίθετό τους. Και γι’αυτό χάνει και το μέτρο.

Όπως και να’χει, οι Γερμανοί για άλλη μια φορά όχι μόνο δεν εφησυχάζουν, αλλά μπορούν και αντιμετωπίζουν τα μεγάλα πολιτικά θέματα που τους καίνε με διεισδυτικότητα, σαφήνεια και βαθύ προβληματισμό. Μακράν ό,τι πιο δυνατό είδα φέτος.

Update: το θέμα βέβαια μου φάνηκε ακόμα πιο επίκαιρο τώρα με τις εθνικές εορτές και τα πανηγύρια. Η ταινία είναι από μόνη της η απάντηση σ'αυτό το άθλιο, τάχαμου αθώο "ποιον ενοχλούν οι παρελάσεις και γιατί να τις καταργήσουμε;"

24 Μαρ 2009

Ποιος είναι Έλληνας;


Το πρώτο επαναστατικό Σύνταγμα, αυτό που ψηφίστηκε το 1822 (έτος Α' της Ανεξαρτησίας) στην Επίδαυρο και ξεκινά με τη συγκινητική διατύπωση «Το Ελληνικόν έθνος [...] κηρύττει σήμερον δια των νομίμων Παραστατών του, [...] ‘την Πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν’.», αναφέρει:
«Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων. [...]
Όσοι έξωθεν ελθόντες κατοικήσωσιν ή παροικήσωσιν εις την Επικράτειαν της Ελλάδος, εισίν όμοιοι με τους αυτόχθονας κατοίκους ενώπιον των Νόμων.
Η Διοίκησις θέλει φροντίσει να εκδώση προσεχώς νόμον περί πολιτογραφήσεως των ξένων, όσοι έχουσι την επιθυμίαν να γίνωσιν Έλληνες.»
Το αναθεωρημένο Σύνταγμα του Άστρους (1823), και ακόμα περισσότερο αυτό της Τροιζήνας (1827), μπαίνουν σε περισσότερες λεπτομέρειες, και ορίζουν ουσιαστικά ότι όποιος ξένος επιθυμεί να πολιτογραφηθεί Έλληνας μπορεί με έναν απλό σχετικά τρόπο να το πράξει. Επομένως, μπορούμε νόμιμα να θεωρήσουμε ότι η αρχική αναφορά σε όσους «πιστεύουσιν εις Χριστόν» (σημειωτέον αυτό περιλαμβάνει τους Χριστιανούς όλων των δογμάτων) χρησιμεύει απλώς για τον διαχωρισμό μεταξύ της πολιτικής κοινότητας που επιχειρείται να δημιουργηθεί και αυτών σε πείσμα των οποίων, με την Επανάσταση, δημιουργείται (δηλαδή των μουσουλμάνων Οθωμανών) – ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εκείνης της εποχής ο βασικός διαχωρισμός μεταξύ των υπηκόων βασιζόταν στη θρησκεία. Επομένως, στην ουσία όποιος αποδεχόταν τους όρους της πολιτικής κοινότητας – χαρακτηριστικό είναι ότι γίνονταν αμέσως Έλληνες πολίτες όσοι πολεμούσαν στην Επανάσταση, ανεξαρτήτως καταγωγής – μπορούσε να πολιτογραφηθεί Έλληνας.

Σήμερα, σχεδόν δύο αιώνες μετά, ποια είναι η κατάσταση; Δύο ζητήματα έχουν πέσει στην αντίληψή μου: από τη μία, τα πολιτικά κόμματα συζητάνε το θέμα του δικαιώματος ψήφου των απόδημων Ελλήνων (βλ. για παράδειγμα εδώ). Δεν έχω καταφέρει να βρω αρκετές πληροφορίες για να καταλάβω το εξής: ως απόδημοι Έλληνες που θα μπορούν να ψηφίζουν από το εξωτερικό νοούνται όσοι βρίσκονται για μερικά χρόνια εκτός των ελληνικών συνόρων, και άρα λογικό είναι να μπορούν να ψηφίζουν μέσω των κατά τόπους ελληνικών προξενείων; Ή δικαίωμα ψήφου θα αποκτήσουν και οι κατά τόπους ελληνικές «κοινότητες» του εξωτερικού, πολλά από τα μέλη των οποίων έχουν χάσει την επαφή τους με την ελληνική πραγματικότητα και πιθανόν να μη μιλάνε ούτε ελληνικά;
Το άλλο ζήτημα είναι αυτό της πολιτογράφησης ξένων στην καταγωγή που κατοικούν χρόνια στην Ελλάδα ή έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα από ξένους γονείς. Εδώ είναι γνωστό ότι η Ελλάδα μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να συμβαδίσει με την πραγματικότητα της μετανάστευσης. Ενώ δηλαδή υπάρχουν μετανάστες στην Ελλάδα ήδη από τη δεκαετία του ’80 (κυρίως από αφρικανικές χώρες εκείνη την εποχή, αν δεν κάνω λάθος), κι ακόμα περισσότερο από τη δεκαετία του ’90 και μετά, για να μην αναφέρουμε τους πρόσφυγες από γειτονικές χώρες (Τουρκία, Μέση Ανατολή) που ζουν πια χρόνια στην Ελλάδα, είναι σχεδόν αδύνατο γι’αυτούς του ανθρώπους, κι ακόμα και για τα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά τους, όσο κι αν νιώθουν Έλληνες περισσότερο απ’ότιδήποτε άλλο, να πολιτογραφηθούν Έλληνες. Κάτι τέτοιο καθίσταται δυνατό μόνο όταν αποδεικνύεται μια σχέση καταγωγής, για όσους δηλαδή θεωρούνται «Έλληνες το γένος» (Πόντιοι, Βορειοηπειρώτες).

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (της οποίας την ύπαρξη ομολογώ ότι πρόσφατα έμαθα - η ιστοσελίδα της εδώ) παρουσιάζει αυτή την Πέμπτη τις προτάσεις της για «ένα νέο δίκαιο της ιθαγένειας» (αίθουσα εκδηλώσεων ΕΣΗΕΑ, 18.30). Στην ιστοσελίδα της Ένωσης υπάρχουν, εκτός από την πρόσκληση, περίληψη της αιτιολογικής έκθεσης και «δέκα σημεία» σχετικά με τον νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τι ακριβώς προτείνουν!

21 Μαρ 2009

Η Πόλις



Ημέρα ποίησης σήμερα. Αν και σιχαίνομαι τις παγκόσμιες ημέρες γενικά, εδώ θα κάνω μια εξαίρεση, για ένα ποίημα που πάντα με συγκινούσε γιατί μου θύμιζε ταξίδια, ανθρώπους, τάσεις φυγής, αλήθειες, ηλιόλουστες μελαγχολίες.

Η πόλις

Εἶπες: «Θὰ πάγω σ᾿ ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ᾿ ἄλλη θάλασσα,
μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθῇ καλλίτερη ἀπὸ αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτή•
κ᾿ εἶν᾿ ἡ καρδιά μου -- σὰν νεκρός -- θαμμένη.
Ὁ νοῦς μου ὣς πότε μέσ᾿ στὸν μαρασμὸ αὐτὸν θὰ μένῃ.
Ὅπου τὸ μάτι μου γυρίσω, ὅπου κ᾿ ἂν δῶ
ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,
ποὺ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα».

Καινούριους τόπους δὲν θὰ βρῇς, δὲν θἅβρῃς ἄλλες θάλασσες.
Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθῇ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾶς
τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾶς•
καὶ μέσ᾿ στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ᾿ ἀσπρίζῃς.
Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνῃς. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ -- μὴν ἐλπίζεις --
δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.
Ἔτσι ποὺ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ
στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ᾿ ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.

Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης (1910)


Ο ίδιος περιέγραφε τον εαυτό του κάπως έτσι:

"Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια - σ' ένα σπίτι της οδού Σερίφ• μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά"

Όταν ο πολίτης του κόσμου δεν είχε ακόμα την έννοια του γιάπη...
Πολύ καλημέρα σας

18 Μαρ 2009

Ήταν 12 του Μάρτη...

... στην Άγκυρα, όταν ο τουρκικός στρατός ανακοίνωσε το τελεσίγραφό του προς τα πολιτικά κόμματα, το 1971. Ήταν το δεύτερο στρατιωτικό πραξικόπημα στην ιστορία της Τουρκίας.

Ο Μπασκίν Οράν είναι πολιτικός επιστήμονας, μέχρι πρόσφατα καθηγητής διεθνών σχέσεων, με σημαντική παρουσία στον δημόσιο χώρο: πρωτοστατεί στο ζήτημα της μελέτης στην Τουρκία της γενοκτονίας των Αρμενίων και στις βουλευτικές εκλογές του 2002 ήταν ένας από αυτούς που ξεκίνησαν την εκστρατεία για την εκλογή αριστέρων βουλευτών ως ανεξάρτητων, ώστε να παρακαμφθεί το όριο του 10% εξαιτίας του οποίου η τουρκική αριστερά δεν εκπροσωπείται στη Βουλή (βλ. την ιστοσελίδα του). Το 1971 ήταν βοηθός στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών της Άγκυρας. Φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του σε «διαδήλωση χωρίς άδεια», τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Όπως ο ίδιος λέει, επειδή φυλακίστηκε για έναν τόσο χαζό λόγο δεν περάσε βασανιστήρια (όπως τόσοι άλλοι εκείνη την περίοδο) και εξέτισε την ποινή του σε μια φυλακή με κρατούμενους του κοινού ποινικού δικαίου. Έτσι, τα απομνημονεύματά του από τη φυλακή (ο τίτλος, σε ελεύθερη μετάφραση: «Αχ, εκείνες οι παλιές φυλακές!» - εδώ έκδοση και λοιπά στοιχεία) είναι μάλλον διασκεδαστικά, καθώς μεταφέρει όλα τα ευτράπελα της φυλακής. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τον πρόλογό του:


Το εξώφυλλο του βιβλίου


Το πρωί της 12ης Μαρτίου 1971 μου τηλεφώνησε ο αδελφός μου ο Τασκίν. Ήταν πολύ χαρούμενος: «Με το καλό, αρχίζουν μεταρρυθμίσεις!» μου είπε. [...]

Θυμάμαι ότι ήμουν επιφυλακτικός και είπα: «Μη βιαζόμαστε, περίμενε να δούμε τι θα γίνει.»

Πολύ θα ήθελα να είχα σφάλει και να είχε δίκιο ο αδελφός μου, αλλά δεν έγινε έτσι.


Στην πραγματικότητα, ήταν πολύ φυσιολογικό να μπερδευτεί ο αδελφός μου. Και εξηγώ.

Εκείνη την εποχή υπήρχε στην Τουρκία μια μεγάλη κοινωνική αναταραχή. Αυτή η αναταραχή είχε γεννηθεί από μια μεγάλη προσδοκία που δημιουργήθηκε μετά την 27η Μαΐου.

Κατά έναν πολύ αντιφατικό τρόπο, το Σύνταγμα του 1961, που θεσπίστηκε ως αποτέλεσμα του κινήματος της 27ης Μαΐου 1960, του πρώτου στρατιωτικού πραξικοπήματος στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, είχε δημιουργήσει, για πρώτη φορά από την ίδρυση της Δημοκρατίας, ένα δημοκρατικό περιβάλλον. Ακόμα κι αν δεν ήταν όλα, πάντως πολλά πράγματα μπορούσαν πια να συζητηθούν.

Πολλά μπορούσαν να συζητηθούν, αλλά η κατάσταση στη Βουλή, όπως αντανακλούσε την ισορροπία (ή καλύτερα την ανισορροπία) δυνάμεων στην Τουρκία, έδειχνε ότι στην πραγματικότητα δεν άλλαζε τίποτα κι ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα άλλαζε.

Τελικά, αφού το 1965 ο Μπουλέντ Ετζεβίτ λανσάρισε στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα [CHP] την Αριστερά του Κέντρου και το σύνθημα «Αυτή η τάξη πρέπει να αλλάξει», άρχισε να κυκλοφορεί πολύ ένα αστείο που έλεγε «Η τάξη αλλάζει, αυτός που τακτοποιούν δεν αλλάζει» [Düzen değişiyor, ama düzülen değişmiyor” – κυριολεκτικά: «η τάξη αλλάζει αλλά αυτός που πηδάνε δεν αλλάζει»] – με το συμπάθειο για την αθυροστομία της έκφρασης αλλά η ιστοριογραφική ανάγκη θα με συγχωρήσει που το γράφω ανοιχτά.

Σ’αυτή την ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και ταυτόχρονης ελπίδας κι απελπισίας, εμφανίστηκαν δυναμικά οι αριστεροί νέοι, που ανυπομονούσαν για την άμεση απελευθέρωση από τη μια «των υπο εκμετάλλευση μαζών» κι από την άλλη «της υπό εκμετάλλευση Τουρκίας». Μερικοί από αυτούς, με την επιρροή και εκδόσεων όπως το περιοδικό Επανάσταση του Ντογάν Αβτζίογλου, είχαν κατά νου μια «παράκαμψη» και έφταναν στο συμπέρασμα ότι οι επιθυμούμενες μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να υλοποιηθούν μόνο από αυτούς που είχαν το χέρι στη σκανδάλη. Δηλαδή, οι μεταρρυθμιστές είχαν παρακλάδια και μέσα στον Στρατό. [...]

Το σημαντικό στοιχείο ήταν ότι το «αντάρτικο πόλεων» των αριστερών νέων, το οποίο λήστευε και τράπεζες, είχε προκαλέσει πανικό στον συντηρητικό Στρατό, ενώ οι καταλήψεις εργοστασίων από το DİSK (Συνομοσπονδία Επαναστατικών Εργατικών Συνδικάτων) είχαν πανικοβάλει τη μεγαλοαστική τάξη της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, είχε δημιουργηθεί μια φυσική αντιαριστερή συμμαχία ανάμεσα σ’αυτά τα δύο πιο σημαντικά κέντρα δύναμης της Τουρκίας.

Σ’αυτή την ατμόσφαιρα αναταραχής ανακοινώθηκε από το κρατικό ραδιόφωνο το «τελεσίγραφο» της 12ης Μαρτίου και γέννησε μεγάλες ελπίδες. Ο αδελφός μου λοιπόν, και πολλοί άλλοι, ήταν ανάμεσα σ’αυτούς που έλπιζαν. Κι αυτό γιατί αυτά που έλεγε η ανακοίνωση μπορούσαν να μπερδέψουν ακόμα κι αυτούς που παρακολουθούσαν τα γεγονόταν από κοντά και περίμεναν ένα «προοδευτικό» στρατιωτικό πραξικόπημα: πρέπει να δοθεί τέλος στην εμφύλια διαμάχη και στην αναταραχή, πρέπει να σχηματιστεί μια κυβέρνηση με πειθώ και δύναμη για να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπει το Σύνταγμα, αυτές οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να εξεταστούν αμέσως στη Βουλή με υπερκομματική συναίνεση. Σε περίπτωση που δεν ξεκινούσαν αμέσως τα βήματα προς τις μεταρρυθμίσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, υπακούοντας στο καθήκον επαγρύπνησης και προστασίας που τους έδιναν οι νόμοι, μπορούσαν να αναλάβουν απευθείας την εξουσία.

Δηλαδή, ο Στρατός πίεζε και μάλιστα απειλούσε για μεταρρυθμίσεις.


Τι είχε γίνει; Πώς ο Στρατός, γνωστός ως συντηρητικός, είχε εκδώσει μια τέτοια ανακοίνωση για «Μεταρρυθμίσεις, Αμέσως!»; [...]

Την είχε εκδώσει, γιατί είχε ειδοποιηθεί ότι τα «ριζοσπαστικά παρακλάδια» που, όπως προανέφερα, υπήρχαν μέσα στον Στρατό, θα πραγματοποιούσαν τη νύχτα της 8ης – 9ης Μαρτίου ένα «ριζοσπαστικό πραξικόπημα». Χρειαζόταν μια τέτοια πρωτοβουλία, ώστε και να εμποδιστεί αυτό το πραξικόπημα και να μην προκληθεί η αντίδραση των ριζοσπαστών.

Πρώτα εμποδίστηκε το πραξικόπημα της 8ης – 9ης Μαρτίου. Οι μονάδες που έπρεπε εκείνο το βράδυ να κινηθούν σταμάτησαν, επειδή οι διοικητές των Όπλων που θεωρούνταν «ριζοσπάστες» – και ιδίως οι Μπατούρ και Γκιουρλέρ – άλλαξαν γνώμη.

Οι στρατηγοί άλλαξαν γνώμη γιατί, πρώτον, υπολόγισαν ότι θα δημιουργούνταν απέναντί τους ένα δυνατό μέτωπο αντίστασης. [...]

Δεύτερον, οι στρατηγοί υπολόγισαν ότι μετά το πραξικόπημα οι «κατώτερες βαθμίδες» θα τους έστελναν στην αποστρατεία. Έτσι είχε γίνει και στην αιγυπτιακή επανάσταση, όπου ο στρατηγός Νετζίπ είχε αποστρατευθεί από τον συνταγματάρχη Νάσερ.

Ώστόσο, έπρεπε να κατευνάσουν και τις κατώτερες βαθμίδες του Στρατού, που είχαν τόσο αναστατωθεί. Η λύση ήταν μια τέτοιου είδους ενέργεια που να δίνει την εντύπωση ότι το «ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό» πραξικόπημα που στήριζαν οι «προοδετικοί» και οι «επαναστάτες» είχε επιτέλους έρθει.

Κι έτσι, ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο το Τελεσίγραφο της 12ης Μαρτίου. Επιπλέον, φαινομενικά το Σύνταγμα δεν είχε παραβιαστεί: η Βουλή δεν είχε κλείσει, τα κόμματα συνέχιζαν να υπάρχουν, κανείς δεν είχε συλληφθεί. Απλώς, είχε προκληθεί η πτώση της κυβέρνησης Ντεμιρέλ, που ήταν στο στόχαστρο όλων. Είχε ανοίξει ο δρόμος για τις μεταρρυθμίσεις.


Η πρώτη δουλειά των ιθυνόντων της 12ης Μαρτίου ήταν να αποστρατεύσουν αμέσως τη «ριζοσπαστική» πτέρυγα του Στρατού [...].

Ωστόσο, το τιτίβισμα του φλύαρου αυτού πουλιού που λέγεται ελπίδα κατέπνιξε τις αμφιβολίες που προκάλεσε αυτή η εκκαθάριση. Κι αυτό γιατί, εκτός από το «μεταρρυθμιστικό» περιεχόμενο που είχε προστεθεί στο Τελεσίγραφο για να του προσδώσει νομιμοποίηση, στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τον πρώην καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Νιχάτ Ερίμ συμπεριλήφθηκαν και τεχνοκράτες υπουργοί που έγιναν γνωστοί ως «ομάδα μυαλών» και μερικοί από τους οποίους θεωρούνταν «αριστεροί» και «επαναστάτες» κι αυτό είχε δημιουργήσει ελπίδες. [...]

Το σημείο καμπής αυτής της στρατιωτικής επέμβασης υπήρξε η απαγωγή του Γενικού Προξένου του Ισραήλ, στις 17 Μαΐου του 1971. Η κυβέρνηση ξεκίνησε την «Επιχείρηση βαριοπούλα» εναντίον της αριστεράς.

Ακριβώς μετά από αυτό το γεγονός άρχισαν να συλλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλο – λες κι αυτοί διεύθυναν το «αντάρτικο πόλης» που έκαναν μερικές εκατοντάδες αριστεροί νέοι – όσοι επιστήμονες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, καθηγητές, καλλιτέχνες και άλλοι (οι περισσότεροι άνω των 60 ετών), θεωρήθηκε ότι ήταν συμπαθούντες της αριστεράς: Γιασάρ Κεμάλ, Τίλντα Κεμάλ, Αζρά Ερχάτ, Βεντάτ Γκιουνγιόλ, Σαμπαχατίν Εγιούμπογλου, Σεβγκί Σοϋσάλ, Μουμτάζ Σοϋσάλ, Μουαμέρ Ακσόυ, Τζαχίτ Ταλάς, Μπαχρί Σαβτζί, Μέτε Τούντσαϊ, η λίστα είναι ατελείωτη. Στη συνέχεια, πετσοκόβοντας το Σύνταγμα του 1961, που θεωρήθηκε «πολυτέλεια», περιορίστηκαν τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες.

Όμως, για την υπόθεση των «μεταρρυθμίσεων» δεν ακουγόταν κιχ. Τελικά, οι τεχνοκράτες υπουργοί που, όπως προανέφερα, με τα ονόματά τους είχαν προσδώσει νομιμοποίηση και ελπίδα στην επέμβαση της 12ης Μαρτίου (γνωστοί ως «οι 11») είδαν ότι κανείς δεν είχε σκοπό να κάνει οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις, αλλά αντιθέτως τα πράγματα συνέχιζαν ακριβώς όπως είχαν και μάλιστα είχε εγκαθιδρυθεί μια στρατιωτική δικτατορία. Στις 3 Δεκεμβρίου 1971 παραιτήθηκαν ομαδικά.