8 Οκτ 2012

Κωνσταντινούπολη 2004-Αθήνα 2012


Με αφορμή τις αυριανές απαγορεύσεις συνάθροισης, θυμήθηκα ένα παλιό άρθρο (του 2004), όπου περιγράφω την ατμόσφαιρα στην Κωνσταντινούπολη εν όψει της τότε Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την Αθηνα του 2012 δεν είναι καθόλου συμπτωματική. Για το αρχείο να σημειωθεί ότι παρά τις απέλπιδες προσπάθειες μας, δεν καταφέραμε με το κ2 να φτάσουμε στην πορεία.



Μια Πόλη φάντασμα, με μνήμες αλλοτινές. Εν μια νυκτί, δρόμοι κλειστοί, απαγόρευση κυκλοφορίας, αστυνομικά μπλόκα, κανένα όχημα, ελάχιστοι πεζοί, μόνο περιπολικά, πολεμικά πλοία σε παράταξη, πολεμικά αεροπλάνα και ελικόπτερα σε επιφυλακή, ελεύθεροι σκοπευτές, μικρά στρατόπεδα συγκέντρωσης, χωρίς πρόσβαση, χωρίς διέξοδο. Νεκρική σιγή. Φόβος, απορία, σάστισμα, έκπληξη, αιφνιδιασμός στα πρόσωπα των λιγοστών ανθρώπων. 

Μέρες αδέσποτες, αίσθηση δυσάρεστης αναμονής. Τίνος πράγματος; Δεν είναι πραξικόπημα, δεν ξανάρχονται οι Γερμανοί, δεν είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας, ούτε βίαιη ανατροπή της εξουσίας. Είναι η εξουσία. Η νέα μορφή παγκοσμιοποιημένης εξουσίας. Μέρες Κωνσταντινούπολης στη Σύνοδο Κορυφής το ΝΑΤΟ. 

Κι ενώ η Πόλη κοιτάζει τρομαγμένα πίσω από τις γρίλιες, αναμένοντας το αναπόφευκτο κακό, την τρομοκρατική επίθεση, τον πυρηνικό όλεθρο, τους βομβιστές, τα τανκς, τον καύσωνα (όλα σε περιτύλιγμα πολυτελείας από τα ΜΜΕ), οι 26 ηγέτες κυκλοφορούν με τα καλά τους στους άδειους δρόμους, διαβάζοντας τα "αυθόρμητα" συνθήματα που έχουν αναρτηθεί απανταχού της Πόλης "Welcome to Istanbul". Ο Τούρκος πρωθυπουργός αναφέρεται στην ιστορική τουρκική φιλοξενία, που απλόχερα απολαμβάνουν οι καλεσμένοι του. Την ίδια στιγμή ο πλανητάρχης εκφωνεί λόγο στο πανεπιστήμιο του Galatasaray, εκθειάζοντας την αξία της ελευθερίας και της δημοκρατίας, ενώ τα πολεμικά ελικόπτερα πετάνε πάνω από τα κεφάλια του "ελεύθερου κόσμου" και τα αστυνομικά μπλόκα μου κάνουν τρεις φορές σωματικό έλεγχο (άπαξ ανά 50 μέτρα) μέχρι να φτάσω στο μπακάλικο της γειτονιάς μου. Κάθε φορά ρωτάω ευγενικά τι συμβαίνει, για να λάβω, εξίσου ευγενικά, την ίδια απάντηση: "Μα δε βλέπετε τι γίνεται; Τόσες επιθέσεις, τόσοι τρομοκράτες μ' αυτή τη Σύνοδο. Αντί να περιμένετε σπίτια σας να περάσει, κυκλοφορείτε σα να μη συμβαίνει τίποτα και ταλαιπωρείστε κι εσείς κι εμείς". Ομολογώ ότι δεν το είχα αξιολογήσει έτσι. Είμαι πράγματι ελεύθερη, σχεδόν αναγκασμένη να πιστέψω στην αξία του τρόμου, είμαι ελεύθερη να πανικοβληθώ με τους τρομοκράτες που ζουν ανάμεσά μας, ελεύθερη να κλειστώ σπίτι μου και να δω στην τηλεόραση πώς θα ήταν η ζωή μου αν υπήρχε, και φυσικά απολύτως ελεύθερη να παραδώσω, βίαια σχεδόν, και την τελευταία ρανίδα αξιοπρέπειας σε δημοκρατικούς καιρούς, στα ιδρωμένα χέρια του οργάνου της τάξης, που καίγεται κάτω από τον μεσογειακό ήλιο, πλην όμως παράγει περήφανα έργο. Μέρες παρωδίας... 

Πολλά μπορούν να ειπωθούν σε σχέση με το πιο πάνω θέατρο του παραλόγου. Ας σταθούμε ωστόσο, χάριν οικονομίας, σε δυο πολύ σημαντικά ζητήματα. Πρώτον, στη στάση της εξουσίας με αφορμή ανάλογες συνόδους, και δεύτερον την αντίδραση των πολιτών. Ως προς την ηγεσία, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είναι εμφανής η αποξένωσή της από τον κόσμο. Απόδειξη οι εικόνες της Συνόδου που έκαναν το γύρο του κόσμου προβεβλημένες ως κάτι σχεδόν τετριμμένο: μια αίσθηση ερήμου παντού, ηγέτες φερμένοι από το πουθενά, συνεδριάζουν, διασκεδάζουν, αποφασίζουν με βάση το πρωτόκολλο σε άδειες πόλεις, φροντίζοντας πολύ προσεκτικά να μην έρθουν σε επαφή με καμία καθημερινότητα, κανένα φυσιολογικό ρυθμό ζωής, και κυρίως καμία μορφή ανθρώπινης αντίδρασης. Θεωρώντας προφανώς δεδομένη όχι μόνο τη μη αντίδραση του κόσμου, αλλά και την a priori αποδοχή των όποιων αποφάσεων χάραξης πολιτικής, οι ηγεσίες λαμβάνουν ανερυθρίαστα βαθιά αντιδημοκρατικά μέτρα, τόσο πρακτικά (καταστολή αντιδράσεων κατά τη διάρκεια της Συνόδου), όσο και ουσιαστικά, ως προς τις πολιτικές αποφάσεις του ίδιου του οργανισμού. Η a priori νομιμοποίηση που θεωρούν ότι απολαμβάνουν βασίζεται στους εξής μηχανισμούς: καταρχάς στην εκ βάθρων διαστρέβλωση καθολικά αποδεκτών όρων (δημοκρατία/ελευθερία κλπ), και, δεύτερον, στη λαϊκιστική παραπλάνηση του κόσμου ως προς την αδήριτη ανάγκη εφαρμογής συγκεκριμένων ιμπεριαλιστικών πολιτικών, απευθυνόμενοι βασικά στο θυμικό και όχι στην λογική του. 

Το ζήτημα επαναπροσδιορισμού όρων θετικών par excellence, άρα και καθολικά αποδεκτών, έγκειται στον εντελώς αυθαίρετο καθορισμό τους από μεσσιανικούς ηγέτες τύπου Μπους. Ο ψυχολογικός μηχανισμός είναι απλός: στην υπεραπλουστευτική λογική τέτοιου είδους, το τρίπτυχο Δημοκρατία - Ελευθερία - Πολιτισμένος κόσμος είναι εξ ορισμού "καλό". Ανεξάρτητα από το πώς θα ορίζεται το περιεχόμενό τους, οι έννοιες αυτές συνεχίζουν να παραπέμπουν σε κάτι γενικά και αόριστα "καλό και θετικό". Στη λογική της τρομοϋστερίας και της χυδαίας απλοποίησης των πάντων, η όποια ιδεολογία ή πολιτική νομιμοποιείται αυτόματα και καθαγιάζεται στη συνέχεια, όσο ιμπεριαλιστική, ξενοφοβική, ρατσιστική ή φανατική και αν είναι, στο όνομα της δημοκρατίας. Έχοντας λοιπόν αυθαίρετα ορίσει το περιεχόμενο αυτών των όρων, και κατ'επέκταση εαυτούς ως φορείς τους, ως το "απόλυτο καλό", η αντιπαραβολή πρέπει να γίνει αντίστοιχα με το απόλυτο κακό, δηλαδή τους απολίτιστους αλλόθρησκους / βάρβαρους / αδαείς ή οτιδήποτε άλλο μας αρέσει. Η ρητορική δεν είναι καινούρια και μάλλον δεν βασίζεται καν σε πολιτικούς, αλλά σε ηθικούς/ηθικολογικούς όρους. Όλο το σενάριο ελάχιστα διαφέρει ουσιαστικά από την "αποστολή εκπολιτισμού" των αποικιοκρατικών δυνάμεων, που βασιζόταν στον χυδαίο διαχωρισμό οριενταλιστικού τύπου "εμείς και οι βάρβαροι". "Εμείς" ξέρουμε τι είναι καλό / ηθικό / ωφέλιμο, και προσπαθούμε να το επιβάλουμε με όποιον τρόπο στη βάρβαρη ανατολή. Εστιάζω πάλι στην ηθική διάσταση του ζητήματος, η οποία συνήθως αποπροσανατολίζει από την αντίστοιχη πολιτική και οδηγεί τεχνητά σε λογικά αδιέξοδα. 

Αυτό όμως δεν αρκεί, ακριβώς γιατί δεν ζούμε πλέον στην εποχή της παραδοσιακής αποικιοκρατίας. Ο κόσμος δεν πρέπει μόνο να πειστεί για το "δίκαιο του αγώνα", αλλά και να στηρίζει ενεργά αυτή την πολιτική. Ο μοναδικός τρόπος να επιτευχθεί μια τέτοια ευρεία συναίνεση, αλλά και ανέξοδη καταστολή μεγάλου μέρους αντίδρασης, είναι η εξίσου κλασική προσφυγή στην κινδυνολογία, τον συναισθηματικό φανατισμό, η επίκληση του πιο βασικού ενστίκτου: της αυτοσυντήρησης. Γιατί αυτό; Γιατί κινδυνεύουμε! Οι τρομοκρατικές επιθέσεις, οι βομβιστικές ενέργειες, οποιαδήποτε υπόνοια αταξίας ή ταραχής, τροφοδοτεί τη ρητορική του κινδύνου, αλλά και νομιμοποιεί τα αντιδημοκρατικά μέτρα που λαμβάνονται σε ευρεία κλίμακα, τον αυξανόμενο περιορισμό των ατομικών ελευθεριών, τη συρρίκνωση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Όλοι κινδυνεύουμε, ο καθένας ξεχωριστά, και όλοι μαζί σε συλλογικό επίπεδο. Η παντελής αδυναμία μας να αντιδράσουμε μεμονωμένα, να προστατευθούμε, να συνεχίσουμε να ζούμε φυσιολογικά, επιβάλλει και πυροδοτεί την απόλυτη καταστολή, τον επεκτατισμό, τον φαύλο κύκλο του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Η παγκόσμια ασφάλεια ανάγεται σε απόλυτη αξία, στο βωμό της οποίας σφαγιάζεται η ελευθερία και κατακρεουργείται η σκέψη. Η καθοριστική συμβολή του "πολιτισμένου κόσμου" στην αστάθεια και την αναπαραγωγή του τρόμου φυσικά αποσιωπάται έντεχνα, γιατί η ασφάλειά μας είναι πολύ εύθραστη για να επιδέχεται κριτική η πολιτική που την διασφαλίζει. 

Παρά τον απλοϊκό και εντελώς λαϊκιστικό μηχανισμό της εξουσίας να νομιμοποιεί τεχνηέντως πολιτικές στη συνείδηση του κόσμου, η αντίσταση δεν φαίνεται πολύ ισχυρή. Κι εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα, αυτό της αντίδρασης της βάσης. Παρά τις πραγματικά φασιστικές μεθόδους πρόληψης της αντίδρασης με αφορμή την ασφάλεια στην Πόλη (τριήμερη απαγόρευση κυκλοφορίας, γκετοποίηση του κέντρου με αστυνομικά μπλόκα, διακοπή οποιασδήποτε συγκοινωνίας μεταξύ των δυο πλευρών του Βοσπόρου σε άτακτα χρονικά διαστήματα -- και όλα αυτά χωρίς καμία ειδοποίηση) η πλειονότητα του κόσμου μάλλον δεν αντέδρασε όπως θα φανταζόταν ο καλόπιστος παρατηρητής. Όταν τόλμησα να παραπονεθώ δημόσια για τα μέτρα ασφαλείας, που δεν μου επέτρεπαν όχι μόνο να φτάσω στην πορεία διαμαρτυρίας κατά του ΝΑΤΟ, αλλά ούτε καν να βγω από τα σύνορα της "Δημοκρατίας του Πέρα", φίλος Τούρκος μου αντέταξε ενοχλημένος: "Και τι είναι προτιμότερο, να διαμαρτύρεσαι εσύ ελεύθερα ή να θρηνούμε 300 θύματα από βομβιστική επίθεση;". Το επιχείρημα είναι καταλυτικό στη συνείδηση του πολίτη, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Η πλειοψηφία είναι πεπεισμένη ότι κινδυνεύει και δεν ενοχλείται να ενδώσει, προσωρινά όπως φροντίζουν να με καθησυχάσουν, στα πιο σκληρά αστυνομικά / στρατιωτικά μέτρα, με αντάλλαγμα το δικαίωμα να περιφέρεσαι νεκροζώντανος στις προβλεπόμενες ζώνες, αλλά τουλάχιστον όχι κλινικά νεκρός. Ο κόσμος αντιδρά ενστικτωδώς και θυμικά δίνοντας εύπεπτες απαντήσεις σε λανθασμένες ερωτήσεις. Αντί να αναρωτηθούμε τι προκαλεί την τρομοκρατία, σε τι αντιδρά ο κόσμος, αντί να θέσουμε το φαινόμενο στον πραγματικό του χωροχρόνο, στη σχέση δράσης-αντίδρασης της τρομοκρατίας με τον "πολιτισμένο κόσμο", την ανατροφοδότηση των δύο, και να προβούμε σε μια κριτική του συστήματος της βίας που ασκείται εκατέρωθεν, μας είναι πιο απλό να ταχθούμε στο πλευρό της "καλής" βίας, και να συνεχίσουμε να τροφοδοτούμε παθητικά τον φαύλο κύκλο. Η δική μας βία τουλάχιστον έχει καλό σκοπό. Υποβαλλόμενη λοιπόν στο ψευτοδίλημμα "ασφάλεια ή τρομοκρατία", η πλειονότητα της βάσης χάνει και την ουσία του θέματος, που είναι στην προκειμένη περίπτωση το ΝΑΤΟ και οι πολιτικές που ακολουθεί. Μέσα στην τρομοϋστερία λίγο ασχολούμαστε με τη σημασία του οργανισμού και τις αποφάσεις που πήρε στη διάρκεια της Συνόδου. 

Υπάρχει φυσικά και η μειοψηφία που αντιδρά. Οι λίγοι που θέλησαν να διαδηλώσουν κατά του ΝΑΤΟ, και οι ακόμα λιγότεροι που τα κατάφεραν, ελάχιστα μηνύματα αντίστασης μπόρεσαν να περάσουν. Η αλήθεια είναι ότι στην οργανωμένη πορεία αποφεύχθηκαν τα επεισόδια τόσο από τους διαδηλωτές όσο και από την αστυνομία. Ο Τούρκος πρωθυπουργός μάλιστα δήλωσε ικανοποιημένος για την μερίδα του κόσμου που εξέφρασε ειρηνικά και ελεύθερα την αντίθεσή της. Φαντάζομαι ότι αναφερόταν στους μόνιμους κατοίκους της περιοχής που γινόταν η πορεία, καθότι ήταν σχεδόν οι μόνοι που μπόρεσαν να φτάσουν μέχρι εκεί ανεμπόδιστοι από την γενική απαγόρευση κυκλοφορίας. Φαντάζομαι επίσης ότι είχε κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος από τα μηνύματα που εξέπεμψε η πορεία: σύγχυση και γενικό πανηγύρι. Χρώματα, σημαίες, αόριστα συνθήματα, χορός και καθολική ευθυμία. Ισλαμιστές και τροτσκιστές, εθνικιστές και κομμουνιστές, Γκρίζοι Λύκοι και αριστεριστές πάσης φύσεως, ένα πολύχρωμο πλήθος όπως θα έλεγε πιο εκφραστικά ο Νέγκρι, φώναζε ο καθένας τα δικά του και όλοι μαζί κατά του Μπους. Καθόλου κακή παρουσία για διαδήλωση. Για ουσία όμως; Τι κοινό είχε όλο αυτό το ετερογενές πλήθος; Προφανώς τη δυσαρέσκεια. Και τι άλλο; Μάλλον τίποτα. 

Πόσο αποτελεσματικό είναι όμως ένα κοινό σημείο που ορίζεται μόνο αρνητικά; Ελάχιστα, φοβάμαι. Ακόμα και πολύ μεγαλύτερες, πολύ πιο μαζικές, οργανωμένες και ελπιδοφόρες διαδηλώσεις (μην ξεχνάμε τις τεράστιες αντιπολεμικές διαδηλώσεις απανταχού της γης τον Φεβρουάριο του 2003), δεν έφεραν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, γιατί πολύ απλά δεν τέθησαν ποτέ συγκροτημένοι στόχοι. Όλοι είμαστε κατά του πολέμου, όλοι φωνάξαμε γι'αυτό, αλλά ποια ήταν η εναλλακτική λύση που προτείναμε σε συλλογικό επίπεδο; Εκεί που σταματάει το πάθος της πορείας, συνεχίζεται η γνωστή και ελάχιστα διαφοροποιημένη καθημερινότητά μας. Το ίδιο επαναλήφθηκε σε μικρότερη διάσταση στην Πόλη. Όλοι ήταν κατά του ΝΑΤΟ, αλλά χωρίς συνέχεια, χωρίς κοινή εναλλακτική πρόταση, και γι'αυτό χωρίς ειρμό. 

Τι μπορεί να γίνει όμως για να αποκτήσει νόημα η αντίδραση, πού να αναζητηθεί η εναλλακτική πρόταση; Το μεγαλύτερο όπλο αυτής της παγκόσμιας εξουσίας σήμερα είναι ότι προτείνει μια ολοκληρωμένη θέση, όσο απλοϊκή, διάτρητη ή αδύναμη στην κριτική και να φαίνεται. Η αριστερά δεν έχει μέχρι σήμερα καταφέρει να συνθέσει μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση τόσο στον νεοφιλελευθερισμό όσο και στις σοσιαλδημοκρατικές εκφάνσεις του, είτε γιατί ξοδεύεται σε μια ανούσια, παρελθοντολογική ρητορική, είτε γιατί παγιδεύεται στα επιμέρους. Δεν λείπουν σοβαρές αναλύσεις, κριτικές του υπάρχοντος ασφυκτικού συστήματος, φωνές διάσπαρτες. Η σύνθεση λείπει ενός σοβαρού όλου, οι νέοι "οργανικοί διανοούμενοι", άνθρωποι ικανοί να καταρτίσουν μια ολοκληρωμένη αντιπρόταση στον σημερινό παραλογισμό, και συγκροτημένα πια όχι μόνο να κρίνουν, αλλά κυρίως να διεκδικούν. Μόνο όταν η αντίδραση οριστεί και θετικά (όχι μόνο κατά της υπάρχουσας κατάστασης αλλά και υπέρ μιας άλλης), μόνο όταν το πολύχρωμο πλήθος πάψει να παραπέμπει σε μεμονωμένες ανθρώπινες κουκίδες αλλά σε συλλογικότητα, τότε μόνο ένας άλλος κόσμος θα είναι εφικτός. 

1 Μαΐ 2012

Υποκρισία



Ποιοι/ες είναι πραγματικά πουτάνες;

Οι πόρνες είναι επαγγελματίες του σεξ. Η πορνεία είναι αυτό που κάνουν κι όχι αυτό που είναι. Η συμφωνία με τον πελάτη είναι πολύ ξεκάθαρη: ανταλλάσσουν σεξ με λεφτά.

Οι πελάτες ξέρουν ότι έχουν απέναντί τους έναν άνθρωπο κοινωνικά ευάλωτο, αφού είναι αναγκασμένος, σε πολλές περιπτώσεις, να πουλάει σεξ για χρήματα. Κυρίως ξέρουν επίσης ότι αυτός ο άνθρωπος, επαγγελματίας ων, κάνει σεξ με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους. Άρα είναι δική τους ευθύνη να παίρνουν προφυλάξεις, σε απλά ελληνικά να βάζουν προφυλακτικό. Είναι υποκρισία να θεωρούν ότι η πόρνη έχει ευθύνη για τη δική τους υγεία. Είναι δυνατόν να μην έχουν ακούσει για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα; Να μην ξέρουν ότι ακόμα και σε μονογαμικές σχέσεις πρέπει να παίρνουμε προφυλάξεις, πόσο μάλλον όταν έχουμε σεξουαλική επαφή με επαγγελματία; (Ας μη ρωτήσω αν έχουν δώσει ποτέ τους αίμα: αν θυμάμαι καλά, στο ερωτηματολόγιο που συμπληρώνεις σε ρωτάνε κι αν έχεις πληρώσει ποτέ για σεξ – σαφής ένδειξη ότι είναι συμπεριφορά με ρίσκο.) Είναι επίσης υποκριτικό να θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ηθικοί, ενώ οι πόρνες ανήθικες: αυτοί είναι που εκμεταλλεύονται τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η πόρνη. (Βλ. και το κείμενο της φεμινιστικής πρωτοβουλίας.)

Η πολιτεία (Αστυνομία, υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Υγείας) ξέρει τι είναι η πορνεία, ξέρει σε ποιες συνθήκες εκδίδονται πολλά άτομα, ξέρει τους κινδύνους για την υγεία. Τώρα ξαφνικά ενδιαφέρεται για τη δημόσια υγεία; Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι ανύπαρκτη (γιατί θα έπρεπε όλοι να ξέρουν ότι οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλακτικό είναι επικίνδυνη – πόσο μάλλον επαφή με επαγγελματία). Η πρόνοια για το να φροντίζουμε να εξεταζόμαστε όλοι για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και όσοι νοσούν να έχουν πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπεία είναι τουλάχιστον ανεπαρκής. Η προσπάθεια να παταχθούν τα κυκλώματα σωματεμπορίας είναι επίσης τουλάχιστον ανεπαρκής. Η προσπάθεια να προστατευτούν ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ώστε να μη φτάσει κανένας άνθρωπος να πουλάει σεξ για να επιβιώσει είναι ανύπαρκτη (πολλοί άνθρωποι που εκδίδονται είναι άστεγοι ή/και ναρκομανείς). Επομένως το να δημοσιεύει φωτογραφίες και στοιχεία εκδιδόμενων ατόμων είναι υποκριτικό. Κι είμαι πολύ επιεικής, γιατί υποψιάζομαι ότι εκτός απ’το ότι είναι υποκριτικό συνιστά παραβίαση στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Ζούμε σε μια κοινωνία όπου ακόμα σε μεγάλο βαθμό κυριαρχεί μια υποκριτική ηθικιστική προσέγγιση της σεξουαλικότητας. Το βλέπουμε στο πώς κρίνεται η σεξουαλική συμπεριφορά ανδρών και γυναικών. Ή στο ότι η κριτική για την κυβερνητική πολιτική εκφράζεται με εκφράσεις όπως «μας γάμησαν», «τον ήπιαμε» κλπ.. Κι οι βρισιές μας είναι αντίστοιχα σεξιστικές: «τον παίρνεις», «γαμιέσαι». Γιατί είναι κακό να γαμιέσαι (αλλά να γαμάς είναι καλό). Την ίδια στιγμή, η «ιερή» οικογένεια καθαγιάζει τα πάντα. Δεν πειράζει αν είσαι κατίνα, εφόσον παντρευτείς και γίνεις δούλα και κυρά – και μάνα βέβαια, ρόλος που σε εξαγνίζει μια για πάντα. Δεν πειράζει αν ο άντρας «τσιλιμπουρδίζει», παρενοχλεί σεξουαλικώς τις συναδέλφους του, κάνει κακόγουστα σεξιστικά αστεία, ή μαθαίνει τον γιο του ότι οι γυναίκες είναι μόνο για να τις γαμάς – αρκεί που είναι σωστός οικογενειάρχης (κι αν πάει σε κάνα μπουρδέλο και κολλήσει τίποτα, οι πουτάνες φταίνε, τά’παμε αυτά).
Αλλά η μεγαλύτερη υποκρισία είναι η ίδια η συναλλαγή που έχουν τόσες και τόσες σχέσεις, τόσες και τόσες οικογένειες. Η γκόμενα που γουστάρει τον γκόμενο μόνο αν της κάνει ακριβά δώρα και την πηγαίνει σε ακριβά εστιατόρια. Ο γκόμενος που θέλει την ξανθιά γκομενάρα για να τη δείχνει, αλα trophy wife. Αυτός/ή που θέλει πλούσιο/α σύζυγο. Οι γάμοι που χτίζονται σ’αυτή τη λογική. Οι γάμοι που συνεχίζονται σ’αυτή τη λογική. Οι συζητήσεις «σε ποιον θα γράψει το σπίτι στη Λούτσα η μάνα σου». Τα σχόλια «ξεβράκωτη την πήραμε» (η προίκα επισήμως έχει καταργηθεί, αλλά ας είναι).

Μια σακούλα εμετού, παρακαλώ. Έχω να ξεράσω μερικές αξίες αγίας ελληνικής οικογένειας.
Οι πόρνες είναι πολύ έντιμες, γιατί κάνουν ανοιχτά μια συναλλαγή με πολύ ξεκάθαρους όρους.



ΥΓ. Ο Ζολά, σ'ένα μικρό βιβλίο με τίτλο "Comment on se marie" (Πώς παντρευόμαστε) έχει διακωμωδήσει πριν πολλά χρόνια τους γάμους – οικονομικές συναλλαγές. Κι ο Έριχ Φρομ, συγγραφέας του The Art of Loving, μάλλον θα συμφωνούσε.


11 Απρ 2012

Το πουκάμισο το θαλασσί

Σήμερα φοράω θαλασσί πουλόβερ. Με παλ γαλάζιο φουλάρι. Το πιο άνετό μου τζιν και γαλάζια αθλητικά με λυτά κορδόνια. Νομίζω ότι θα σου αρέσει αν το δεις. Ίσως να εγκρίνεις, το πουλόβερ έστω. Σκέφτηκα το ροζ κουφετί που είναι το αγαπημένο σου χρώμα, αλλά αυτό είναι το κατώτατο όριό μου στην κλίμακα του παλ. Για το χαχόλικο τζιν θα στραβώσεις σίγουρα. Και θα μαλώσουμε. Πάλι. Εσύ με τη γκρίνια της άθλιας αμφίεσης, εγώ με τη λύσσα του αυτονόητου χύμα. Θα περάσει το δικό μου. Θα μου κρατήσεις μούτρα. Και θ' αναπολήσεις τον καιρό που δεν έφερνα αντιρρήσεις και φορούσα πειθήνια ό,τι μου διάλεγες, και σ' ακολουθούσα όπου με πήγαινες, και έπινα το ζαχαρούχο νουνού που σιχαινόμουν (αλλά δε στο ΄λεγα), και μετά ελληνικό γλυκό με γάλα που τον λέγαμε "καφέ βιενουά", κι έπαιρνα αγόγγυστα τηλέφωνο τη θεία Κατίνα τις Κυριακές γιατί έτσι είναι το πρέπον, και έτρωγα ό,τι μου έφτιαχνες. Αυτό το τελευταίο ακόμα ισχύει και το ξέρεις. Πάντα τρώω ό,τι μου φτάχνεις, ας είναι κι αλατόνερο.

Και μετά θα με ρωτήσεις τι θέλω να μαγειρέψεις γιατί ακόμα και τα πνεύματα αντιλογίας έχουν δικαίωμα σ' ένα καλό γεύμα. Το μόνο που υποτιμάς στο μονόλογο είναι η μαγειρική σου δεινότητα. Όλα τα υπόλοιπα τα υπερασπίζεσαι με πάθος ιεραποστόλου. Και ποια είμαι εγώ που θα σ' αμφισβητήσω, που δεν ξέρω από πού βγαίνει ο ήλιος, που ίδια η επαναστάτρια η μάνα μου είμαι, που ευτυχώς που πήρα τη ρητορική δεινότητα του πατέρα μου, αλλά σιγά μη μου βγει σε καλό με τα μυαλά που κουβαλάω, αλλά έτσι είναι οι σημερινοί νέοι, αχάριστοι κι εγωιστές. Που όλα έτσι ξεκινάνε. Πρώτα πετάν στα σκουπίδια τις ενδυματολογικές συμβουλές των σοφότερων και μετά αρχίζουν το κάπνισμα, μετά το ποτό, μετά τα ναρκωτικά, και μετά παίρνουν τον κακό το δρόμο. Πάντα με την αυτή σειρά και πάντα με την αυτή κατάληξη.

Εντάξει, υπάρχουν και τα άλλα. Που βγαίνεις στο μπαλκόνι να προλάβεις να με δεις πριν χτυπήσω το κουδούνι και πάλι όταν φεύγω κρεμιέσαι απ΄τα κάγκελα και μου κουνάς το χέρι ώσπου να χαθώ στη γωνία, και σηκώνεις τον κόσμο στο πόδι όταν έρχομαι, και καλείς όλα τα παιδιά της γειτονιάς στο σπίτι, και τα κερνάς γλυκά και σοκολάτες στο πάρκο, κι όταν δε με παίζουν αυτά με παίζεις εσύ, και μου παραχωρείς πάντα μα πάντα τη θέση του συνοδηγού για να χορτάσω τον μπαμπά μου, και μου λες να μη λυπάμαι που φεύγω γιατί είναι ευτυχία να έχεις πολλά σπίτια και να μην κλαίω που θέλω μόνο το δικό σου, και να ντύνομαι καλά γιατί κυκλοφορεί ίωση, και να σκεπάζομαι καλά γιατί κάνει κρύο, και να μην ανοίγω σε κανέναν αν δε ρωτήσω ποιος είναι, και να μη φοβηθώ αν ξυπνήσω ένα πρωί κι εσύ δεν ξυπνήσεις, και να πάω να το πω στην κυρία Σοφία δίπλα κι αυτή θα ξέρει τι να κάνει, κι εγώ να γελάω και να σου ανταποδίδω ιστορίες τρόμου για τον Σκωτσέζο που κατάπιε τη γκάιντα.

Σήμερα φοράω το φουλ του θαλασσί για να εκτιμήσεις την πρόοδό μου, που είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής για να με ρίξει στο ροζ κουφετί. Αλλά εγώ ξύπνησα το πρωί κι εσύ δεν ξύπνησες. Και η κυρία Σοφία είναι ήδη εκεί και μου λέει ότι δεν έχει ξαναδεί τόσο θαλασσί σε κηδεία. Και μου χαμογελάς πλατιά.

9 Απρ 2012

Αστοχίες και ασυναρτησίες (1)

Time machine


Από το πρόγραμμα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» (ΑΕ):

«Επανέλεγχος και αναδιατύπωση σχολικών βιβλίων και συγγραμμάτων, διόρθωση ιστορικών και ερευνητικών αστοχιών, με στόχο να αποτυπώνεται η ιστορική πραγματικότητα και να τονώνεται το φρόνημα των Ελλήνων μαθητών – σπουδαστών.»

Μισό να καταλάβω το βάθος αυτής της σκέψης, γιατί είναι εμφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με φιλοσοφία. Τα ερωτήματα που τίθενται έχουν να κάνουν με τα επίπεδα της πραγματικότητας, με το αν υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα έξω απ’τον νου μας, κι άλλα τέτοια που ομολογώ δεν τα κατέχω. Ας περάσω λοιπόν στο προκείμενο. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως το ζήτημα εδώ να έχει να κάνει και με την κβαντική θεωρία και τις παράλληλες πραγματικότητες, αλλά κι αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν κατέχω. Θα πορευτώ λοιπόν με τις ταπεινές γνώσεις μου περί Ιστορίας.

Πρέπει να διορθωθούν λέει «ιστορικές και ερευνητικές αστοχίες». Αφήνω τις «ερευνητικές αστοχίες» για τη συνέχεια και πιάνω τις «ιστορικές αστοχίες». Αν υπάρχουν «ιστορικές αστοχίες» αυτό σημαίνει ότι η Ιστορία αστόχησε, σωστά; Δηλαδή δεν πορεύτηκε σύμφωνα με κάποιες στοχεύσεις που είχαν τεθεί (αφήνω κατά μέρος το ερώτημα «από ποιον;», καίτοι βασανιστικό και βασικό – πρόκειται για ένα ερώτημα αντάξιο ενός Χέγκελ κι ούτε αυτό νιώθω ότι είμαι σε θέση να απαντήσω). Με άλλα λόγια, η Ιστορία δεν ακολούθησε την πορεία που θα ήθελε όποιος είναι αυτός ο άγνωστος που έθεσε τις στοχεύσεις. Επομένως, αν υπάρχουν «ιστορικές αστοχίες», αυτό που μας λένε ότι θέλουν να αποτυπώνεται, η «ιστορική πραγματικότητα» δεν κατέστη δυνατό να γίνει πραγματικότητα, δηλαδή δεν υφίσταται, δεν είναι πραγματικότητα στην πραγματικότητα. Κι απ’την ανάποδη να το πάρουμε, πάλι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό που θέλουν να αποτυπώνεται δεν είναι η πραγματικότητα: δεν θέλουν να αποτυπώνεται η πραγματικότητα, η όντως συντελεσθείσα Ιστορία (τα res gesta για να το πω και λατινικά να σας εντυπωσιάσω) αλλά μια δυνητική (;), φαντασιακή πραγματικότητα η οποία λόγω «ιστορικών αστοχιών» δεν πραγματώθηκε. Ακόμα πιο απλά, ή αυτό που θα αποτυπώνεται δεν είναι η πραγματικότητα, ή η «πραγματικότητα» (ό,τι εννοούν οι συντάκτες του κειμένου με τον όρο πραγματικότητα) είναι εξ’ορισμού μη αποτυπώσιμη καθότι μη πραγματική, μη συντελεσθείσα.

Ομολογώ ότι τώρα μπερδεύτηκα κι εγώ (αλλά πού να συγκριθεί βέβαια η δική μου σκέψη μ’αυτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων). Η φωνή της λογικής μου λέει «πάρ’το άλλιως». Το παίρνω λοιπόν ανάποδα. Είδαμε σε τι αδιέξοδο μας φέρνει η προσπάθεια να συμφιλιώσουμε τις «ιστορικές αστοχίες» με την «ιστορική πραγματικότητα». Άρα, για να αποτυπώνεται η επιθυμητή (απ’τους συντάκτες του κειμένου πάντα) «ιστορική πραγματικότητα», πρέπει πράγματι να διορθωθούν οι περί ων ο λόγος «ιστορικές αστοχίες». Δεδομένου ότι κανονικά (σύμφωνα με τους κανόνες περί χρόνου με τους οποίους πορεύεται η ανθρωπότητα εδώ και κάτι αιώνες – κανόνες που σε μεγάλο βαθμό είναι κατασκευασμένοι απ’τον άνθρωπο και άρα σηκώνουν συζήτηση, το ομολογώ, αλλά τι να κάνουμε, αυτούς τους κανόνες έχουμε αυτή τη στιγμή) η Ιστορία έχει να κάνει με συντελεσμένα γεγονότα (τα res gesta που λέγαμε παραπάνω), οι «ιστορικές αστοχίες» βρίσκονται σ’αυτό που ο κοινός (φευ, υπερβολικά απλός, απλοϊκός θα έλεγα!) νους συνηθίζει να αποκαλεί παρελθόν. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει λοιπόν για να διορθωθούν. Καλά το καταλάβατε (το ήξερα ότι είστε οξυδερκείς): time travel !

Θέλω να πιστεύω ότι οι ΑΕ έχουν στην κατοχή τους τα σχέδια της πρώτης μηχανής του χρόνου. Επομένως, με το που θα έρθουν στα πράγματα, θα εγκρίνουν τα απαραίτητα κονδύλια για την κατασκευή της – είμαι σίγουρη ότι τα κονδύλια θα βρεθούν, όπως ακριβώς βρίσκονται πάντα χρήματα για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς: πρόκειται για εθνική ανάγκη! Κι έτσι, οι άξιοι μηχανικοί της πατρίδας μας (ο κλάδος τους μαστίζεται απ’την ανεργία, μην το ξεχνάμε) θα κατασκευάσουν την εν λόγω πρωτοποριακή χρονομηχανή για να διορθωθούν οι «ιστορικές αστοχίες». Εδώ μπορείτε να φανταστείτε τον Πάνο Καμμένο στις παρακάτω ένδοξες στιγμές: με χλαμύδα να αποτρέπει την κατάκτηση της Ελλάδας απ’τους Ρωμαίους ∙ με στολή παραλλαγής (ξέρω, αναχρονισμός, αλλά εκεί θα κολλήσουμε; Στο κάτω-κάτω, ας ωφεληθούμε κι απ’τις σύγχρονες εφευρέσεις) να κλείνει την κερκόπορτα στα μούτρα του προδότη που την ξέχασε ανοιχτή την ώρα που βγήκε να κατουρήσει στην έξω μεριά των τειχών της Κωνσταντινούπολης ∙ μυστικοσύμβουλο του Βενιζέλου (του Ελευθερίου, όχι του Ευάγγελου) να κατοχυρώνει τη συνθήκη των Σεβρών άπαξ και δια παντός. Έτσι, οι «ιστορικές αστοχίες» θα έχουν διορθωθεί και θα έχουμε την επιθυμητή πραγματικότητα: την Ελλάδα των δύο ηπείρων (με μικρό αυτό, δεν θέλουμε δύο Ηπείρους, να γεμίσουμε ξανθούς και ροδομάγουλους κτηνοτρόφους αμφίβολης γλωσσικής κατάρτισης και ύποπτων εθνικών φρονημάτων) και των πέντε θαλασσών, παγκόσμια υπερδύναμη, κέντρο του κόσμου (και της διεθνούς τσινετσιτά, αφού θα πραγματοποιηθούν και τα υπόλοιπα σημεία του προγράμματος των ΑΕ – βλ. «Διασύνδεση της πολιτιστικής μας βιομηχανίας (Θέατρο, Ιστορία, Μυθολογία, Φιλοσοφία, Ανθρωπισμός, Επιστήμες) με άλλες, όπως αυτή του κινηματογράφου, ώστε να καταταχθεί η χώρα στο χάρτη με τους ιδανικούς προορισμούς της παγκόσμιας βιομηχανίας κινηματογράφου για τη δημιουργία ταινιών με έντονο ελληνικό ενδιαφέρον ή χρώμα.»).

Θέλω λοιπόν να πιστεύω πως οι ΑΕ έχουν στα χέρια τους τα σχέδια της πρώτης χρονομηχανής. Κι αυτό γιατί στην αντίθετη περίπτωση δύο είναι οι πιθανότητες. Η πρώτη είναι να μας κοροϊδεύουν, αφού δεν θα μπορέσουν να διορθώσουν τις «ιστορικές αστοχίες». Η δεύτερη είναι να σκοπεύουν να κάνουν κανονικότατη απάτη: να ξαναγράψουν την Ιστορία – να επέμβουν όχι στα ίδια τα res gesta αλλά στην καταγραφή τους, η οποία κανονικά αποτελεί καταγραφή συντελεσμένων γεγονότων, historia rerum gestarum για να ξαναεντυπωσιάσω με το λατινικό μου – να ξαναγράψουν λοιπόν την Ιστορία όπως τους βολεύει, ώστε αυτό που θα διαβάζουν οι «μαθητές και σπουδαστές» να ταιριάζει με τη φαντασίωση των ΑΕ για την «ιστορική πραγματικότητα». Κι ας λέει ό,τι θέλει η αληθινή πραγματικότητα, αυτή που γύρω μας θα συνεχίζει να κινείται την ώρα που εμείς θα κοιμόμαστε ήρεμοι, νανουρισμένοι απ’το κύμα των φαντασιακών πέντε ελληνικών θαλασσών. Τώρα που το σκέφτομαι, μήπως αυτό θέλουν οι ΑΕ; Μήπως γι’αυτό αναφέρονται και σε «ερευνητικές αστοχίες»;

Συνεχίζεται (μάλλον).


ΥΓ. Και μετά μου λέτε σας δυσκολεύει ο Βέλτσος. «Ανεξάρτητους Έλληνες» διαβάσατε τελευταία;

ΥΓ. Σοβαρά τώρα, διαβάστε αυτό εδώ.


2 Απρ 2012

«Κατοχή», «προδοσία», «προδότες»: λέξεις ενός απολιτικού λόγου

Είναι πια κοινός τόπος ότι το πολιτικό σύστημα, μετά από δύο χρόνια πρωτοφανούς και από κάθε άποψη παράλογης (αφού δεν φέρνει τα αποτελέσματα που διαφημίζουν οι θιασώτες της) λιτότητας, βρίσκεται σε μεγάλη κρίση νομιμοποίησης. Κι είναι λογικό να είναι έτσι, και σχεδόν αυταπόδεικτο ότι δεν βρισκόμαστε σε περίοδο κανονικότητας της δημοκρατίας. Οι πολίτες είναι εμφανώς δυσαρεστημένοι -και οργισμένοι- με την πολιτική που ακολουθείται (όπως δείχνουν οι μεγάλες διαδηλώσεις ή οι διάφορες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον πολιτικών), ενώ οι πολιτικοί όλο και περισσότερο μιλάνε για κατάσταση έκτακτης εθνικής ανάγκης για να δικαιολογήσουν την ακολουθούμενη πολιτική αλλά και τις διαδικασίες με τις οποίες εφαρμόζεται (με την ψήφιση κατεπείγοντων πολυνομοσχεδίων). Ταυτόχρονα, στη βουλή έχουν επέλθει, απ’τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και μετά, τέτοιες αλλαγές που επιτρέπουν να αμφιβάλλουμε για το κατά πόσο αυτό το όργανο εκφράζει πραγματικά τη βούληση του έθνους: βουλευτές που εφαρμόζουν απ’την αρχή ένα πρόγραμμα διαφορετικό απ’αυτό με το οποίο εκλέχτηκαν, άλλοι που έχουν μετακινηθεί σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, κι ένα κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης που στηρίζει μια κυβέρνηση συνεργασίας (ας μην πούμε συγκυβερνά και το κακοκαρδίσουμε) με τον κυριότερο αντίπαλό του, το κόμμα της πλειοψηφίας των εκλογών του 2009 (βλ. και το "μεταξύ τύπου και ουσίας" του Χασοδίκη). Και βέβαια, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο σχηματίστηκε η παρούσα κυβέρνηση, υπό τον (μη εκλεγμένο) κ. Παπαδήμο, φαίνεται να είναι στα όρια της συνταγματικότητας.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με την καθόλου δημοκρατική συμπεριφορά της αστυνομίας (χρήση βίας, προληπτικές προσαγωγές, κλείσιμο σταθμών του μετρό σε κάθε διαδήλωση), κάνουν αρκετούς να μιλάνε για χούντα. Ως προς τη χρήση αυτού του όρου, οι αντιρρήσεις μου είναι δύο. Πρώτον, μια (υπερβολική ίσως, σίγουρα θεωρητική και χωρίς πολιτικό ενδιαφέρον) επιθυμία ακρίβειας στη χρήση των όρων: όσο έλλειμμα νομιμοποίησης κι αν έχει η παρούσα εξουσία, το κοινοβούλιο λειτουργεί και η εκλεγμένη το 2009 πλειοψηφία δεν ανατράπηκε βίαια. Δεύτερον, κι αυτό είναι πιο πολιτικό, η εξουσία αυτή τη στιγμή δεν χρησιμοποιεί βία σε τέτοιο βαθμό ώστε η βία της και μόνο να μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν ανατρέπεται. Με άλλα λόγια, είναι εμφανές ότι έχει ακόμα μια κάποια νομιμοποίηση: δεν χρησιμοποιείται τόση βία απ’τη μεριά της εξουσίας ώστε να καταπνίγεται κάθε αντιπολιτευτική φωνή εν τη γενέσει της, και άρα αν η επιθυμία ανατροπής της ήταν τόσο μεγάλη μπορεί και να είχε επικρατήσει, π.χ. με τη συνέχιση των μεγάλων συγκεντρώσεων του περσινού Μαΐου-Ιουνίου. Τούτων λεχθέντων, και δεδομένου ότι ούτε εγώ πιστεύω πως βρισκόμαστε σε περίοδο δημοκρατικής κανονικότητας (ο όρος «δημοκρατικός αυταρχισμός» του Αχμέτ Ινσέλ μου φαίνεται ο πιο κατάλληλος για να περιγράψουμε την παρούσα κατάσταση), δεν θεωρώ ότι η χρήση του όρου χούντα για τη σημερινή κατάσταση έχει αρνητικές συνέπειες – εκτός ίσως απ’την αναπαραγωγή της (λανθασμένης, κατά την άποψή μου) αντίληψης ότι υπάρχει τέτοια κρίση νομιμοποίησης ώστε να επίκειται μια επανάσταση.

Για τη χρήση της λέξης «κατοχή», όμως, έχω μεγάλες αντιρρήσεις. Καταρχάς, χρησιμοποιείται πολύ συχνά μέσα σ’έναν «εθνικοπατριωτικό» λόγο ∙ προάγει δηλαδή τον εθνικισμό και παρουσιάζει ως εχθρούς τους ξένους. Κι αν εχθροί είναι, χωρίς κοινωνική διάκριση, οι ξένοι, αυτό σημαίνει ότι εχθρός είναι π.χ. ο Γερμανός εργάτης αλλά δεν είναι ο Έλληνας καπιταλιστής. Χρησιμοποιείται επίσης (αυτό ισχύει σ’ένα βαθμό και για τον όρο «χούντα») μέσα σ’έναν οίστρο επαναστατικότητας, όπου μεγαλύτερος επαναστάτης είναι αυτός που φωνάζει περισσότερο, αυτός που χρησιμοποιεί τους πιο έντονους όρους – με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία, να χάνονται τα πολιτικά επιχειρήματα. Και φυσικά, αν λάβουμε υπόψη μας και τους όρους «προδότες», «νενέκοι» και άλλα συναφή που χρησιμοποιούνται μαζί με την «κατοχή», έχουμε μπροστά μας έναν υπεραπλουστευτικό λόγο, ο οποίος επιπλέον διχάζει -αντί να συσπειρώνει- και μάλιστα έχει την τάση να κατατάσσει στην κατηγορία των «προδοτών» όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους, ακόμα κι αυτούς με τους οποίους η διαφωνία έγκειται όχι στην εναντίωση στην πολιτική λιτότητας των μνημονίων, αλλά σε επιμέρους ζητήματα, π.χ. στο αν είναι ή όχι επιθυμητή η έξοδος απ’την ευρωζώνη.

Ακόμα περισσότερο όμως, ο λόγος περί «κατοχής», «προδοτών» κλπ. είναι βαθιά απολιτικός και στην πραγματικότητα δέχεται και αναπαράγει τον λόγο περί έκτακτης εθνικής ανάγκης που προβάλλει η εξουσία. Η εξουσία προσπαθεί εμφανώς και συστηματικά να βγάλει απ’τη μέση την πολιτική: μιλάει διαρκώς για εθνική ανάγκη που επιβάλλει τη σύμπνοια στην εφαρμογή της μίας και μοναδικής «εθνικής» πολιτικής ∙ οποιαδήποτε αντίρρηση σ’αυτή την πολιτική δεν αντιμετωπίζεται σαν αυτό που είναι, μια εναλλακτική πολιτική επιλογή, αλλά θεωρείται εθνικώς επικίνδυνη, με άλλα λόγια προδοτική. Η απάντηση σ’αυτή τη λογική είναι η προβολή και ενίσχυση του πολιτικού, η συστηματική προώθηση της ιδέας ότι, μπροστά στα οικονομικά -και στην πραγματικότητα βαθιά πολιτικά- προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, μπορούν να υπάρξουν πολλές πολιτικές, με διαφορετικούς στόχους: η πολιτική την μνημονίων έχει ως στόχο να διασώσει ένα χρεοκοπημένο -με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του όρου- σύστημα εις βάρος της κοινωνίας ∙ μια εναλλακτική πολιτική θα έχει ως στόχο την προστασία της κοινωνίας, ενδεχομένως και τη δημιουργία ενός εντελώς νέου μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης.

Ας μη μεταφέρουμε λοιπόν τη διαμάχη στο πεδίο που έχει διαλέξει και προετοιμάσει ο αντίπαλος - γιατί αυτό γίνεται όσο μιλάμε για «προδοσία». Δεν μας ενδιαφέρει η αντίληψη ότι υπάρχει μόνο μία εθνικώς ενδεδειγμένη πολιτική κι οτιδήποτε άλλο αποτελεί προδοσία. Δεν θέλουμε συνθήκες έκτακτης ανάγκης όπου μόνο μία πολιτική θα είναι νομιμοποιημένη - ακόμα κι αν αυτή η «μοναδική πολιτική» είναι η «δική μας». Στην πραγματικότητα, η δική μας αντίληψη είναι ότι το εθνικό είναι το δημοκρατικό, είναι το πεδίο στο οποίο μπορούν να αναμετρηθούν διαφορετικές πολιτικές. Σ’αυτό το πεδίο μπορεί εύκολα να καταδειχτεί ότι η προωθούμενη ως μόνη εθνικώς ορθή πολιτική είναι αναποτελεσματική και άδικη κι ότι μια άλλη πολιτική είναι και εφικτή και ευκταία.


23 Μαρ 2012

Αντί πανηγυρικού: κλήρος και Ελληνική Επανάσταση

Από το ρεπορτάζ του Βήματος για την επίσκεψη του νέου υπουργού παιδείας στον αρχιεπίσκοπο:

Ο υπουργός εξέφρασε τη βαθιά του πίστη, αλλά και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και την παράδοσή της.

«Εχω βαθιά πίστη, όπως ο απλός Έλληνας πιστεύει» είπε ο υπουργός και συνέχισε τονίζοντας ότι είναι επίκαιρη η στιγμή που επισκέπτεται τον αρχιεπίσκοπο διότι, σε λίγο, «θα γιορτάσουμε την παλιγγενεσία του έθνους, που συνδέεται με την παρουσία του κλήρου. Δίπλα στον Κοραή, ήταν ο Νεόφυτος Δούκας, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων κλπ. Και βεβαίως, δεν ξεχνάμε τον Αθανάσιο Διάκο».

Ο υπουργός τόνισε ότι η Παιδεία δεν μπορεί να αφίσταται από την Ορθοδοξία. Μάλιστα, εξέφρασε τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη του για όσα προσφέρει η Ορθοδοξία και η Εκκλησία στον λαό, ενώ δήλωσε ότι θα είναι κοντά στην Εκκλησία.


Η Ελληνική Νομαρχία, ένα από τα κείμενα που προετοίμασαν την Ελληνική Επανάσταση έχει μια διαφορετική άποψη για τον κλήρο:

«Οι ιερείς, αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν καθόλου διάφορον, από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν, με τον μέσον της θεότητος, να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των, καθώς μέχρι της σήμερον, με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδυνάτους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε οπού, αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον, και ούτως αδιστάκτως πιστεύουσιν εις το κάθε τους λόγον, ούτε τολμούσι να εξετάσωσι το παραμικρόν, μάλιστα δε τους είναι εμποδισμένον.

Όσα έπρεπεν όμως να ειπή τινάς δι’αυτήν την κλάσιν, η συντομία του παρόντος μου λόγου μου τα εμποδίζει. Και μόνον αφήνω να στοχασθή καθείς, ότι τόσον πλήθος αργών και αμαθών ανθρώπων, όπου ζώσι, τρυφούσι, και πλουτίζουσι από τους κόπους των λοιπόν, πόσον μεγαλείτερον είναι, απ’όλα τα βάρη μιας υποδουλωμένης πολιτείας, και πόσον βοηθεί την τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, ούσαι και αι δύο δυνάμεις ιδεαστικαί και ανύπαρκτοι.»


Μια αντιπαραβολή των δύο παραπάνω κειμένων οδηγεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αντί για οποιοδήποτε σχόλιο, ξαναβάζω εδώ τις «5 βασικές ιστορικές γνώσεις», που είχα δημοσιεύσει στο μπλογκ τον Οκτώβριο του 2009:

1. Η Ιστορία διδάσκει;

Όχι. Η Ιστορία μάς εξηγεί πώς φτάσαμε στο σημείο που φτάσαμε. Μαζί με άλλες επιστήμες (π.χ. κοινωνιολογία, ανθρωπολογία) προσπαθεί να δείξει πώς λειτουργεί η κοινωνία. Ούτε νουθετεί, ούτε μας δίνει «παραδείγματα» με τον τρόπο που τα εννοούσε η δασκάλα μας στο δημοτικό.

2. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Όχι. Μ’όλο τον σεβασμό στον Μαρξ, ούτε καν ως φάρσα. Μπορεί να ξανατεθεί ένα πρόβλημα που δεν είχε λυθεί οριστικά (όπως για παράδειγμα ξανατέθηκε το πρόβλημα των βαλκανικών εθνικισμών μετά το 1989), αλλά, ακόμα και σ’αυτή την περίπτωση, θα τεθεί με νέους όρους.

3. Υπάρχει συνέχεια στην ελληνική Ιστορία, ισχύει δηλαδή το σχήμα που διδασκόμαστε στο σχολείο, αρχαία Ελλάδα - Βυζάντιο - σύγχρονη Ελλάδα;

Όχι. Το σχήμα αυτό δημιουργήθηκε στα μέσα-τέλη του 19ου αιώνα από δύο σπουδαίους ιστορικούς, τον Σπ. Ζαμπέλιο και τον Κων. Παπαρρηγόπουλου. Και ήταν σπουδαίοι ακριβώς επειδή έκαναν αυτό ακριβώς που επέτασσε η εποχή τους: έφτιαξαν μια εθνική ιστορία, στην οποία μπόρεσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να βασίσει την εσωτερική του ενότητα και τις βλέψεις του για ενσωμάτωση νέων εδαφών και πληθυσμών, δηλαδή τη Μεγάλη Ιδέα.

4. Έπαιξε ρόλο η Εκκλησία στην «εθνική παλιγγενεσία»;

Όχι. Για την ακρίβεια, ακόμα κι η ερώτηση αυτή είναι λανθασμένη. «Εθνική παλιγγενεσία» (αναγέννηση του έθνους δηλαδή) δεν υπάρχει, για τον απλό λόγο ότι το έθνος είναι φαινόμενο του 18ου – 19ου αιώνα. Πιο πριν δεν υπήρχε, άρα ούτε να «ξαναγεννηθεί» μπορούσε, ούτε να «αφυπνιστεί». Η Εκκλησία δεν υπήρξε θεματοφύλακας του έθνους, γιατί έθνος με τη σύγχρονη έννοια δεν υπήρχε. Βοήθησε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, σίγουρα, όπως και της χριστιανικής πίστης, αλλά μέχρι εκεί. Η προετοιμασία για την Επανάσταση του 1821 (Διαφωτισμός, Φιλική Εταιρεία...) και η Επανάσταση έγιναν από λαϊκούς (λόγιους, εμπόρους...), μερικοί μάλιστα από τους οποίους ήταν αντικληρικαλιστές (ενάντια στο παπαδαριό σε απλά ελληνικά), όπως φαίνεται π.χ. από την «Ελληνική Νομαρχία» κι άλλα έργα του νεοελληνικού Διαφωτισμού και από τα επαναστατικά Συντάγματα. Άνθρωποι του κατώτερου κλήρου (δηλαδή ο παπα-Γιώργος που μένει εδώ πιο κάτω κι ο διάκος του) έλαβαν μέρος, αλλά μόνον ατομικά. Η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση – Εκκλησία ήταν, φύσει και θέσει συντηρητικός θεσμός, και δεν έβλεπε με καλό μάτι τις ριζοσπαστικές αλλαγές (και τα έβρισκε και μια χαρά με την οθωμανική εξουσία). Είναι επίσης γνωστό και τεκμηριωμένο ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρχε κι ούτε ορκίστηκαν οι οπλαρχηγοί στην Αγ. Λαύρα. Αφήστε δε που η Επανάσταση δεν έγινε στις 25 Μαρτίου αλλά στις 20 – διάλεξαν να τη γιορτάζουν στις 25 για να είναι 2 σε 1 με τον Ευαγγελισμό, όταν πια το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με την εκκλησία. Αυτοί δε οι μύθοι περί ρόλου της Εκκλησίας μάς ήρθαν πακέτο με την εθνική ιστοριογραφία (βλ. πιο πάνω, Παπαρρηγόπουλος), για να υποστηριχθεί η Μεγάλη Ιδέα: αν αποδεικνυόταν ότι Έλληνες=Χριστιανοί, τότε και Χριστιανοί=Έλληνες, άρα Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπόκοοι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας = αλύτρωτοι Έλληνες, επομένως δώστε μας τη Σμύρνη και την Πόλη!

5. Εξελίσσεται η επιστήμη της Ιστορίας;

Ναι. Λογικό είναι να πει κάποιος «τι διαφορά έχει αν θα διαβάσω τον Παπαρρηγόπουλο ή κάποιο πιο καινούριο βιβλίο ελληνικής Ιστορίας; Τα ίδια δεν θα λένε; Αφού δεν άλλαξαν τα γεγονότα εντωμεταξύ.» Σύμφωνοι, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Βγαίνουν όμως στην επιφάνεια καινούρια στοιχεία για τα γεγονότα, και κυρίως αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε και τα εντάσσουμε σ’ένα σύνολο για να τα νοηματοδοτήσουμε. Ένα βιβλίο με ξεπερασμένη ιστοριογραφική αντίληψη αποτελεί πια το ίδιο Ιστορία, δεν χρησιμεύει παρά μόνο στους ιστορικούς, κι ακόμα και σ’αυτούς μέχρι ένα σημείο. Ο ιστορικός πρέπει να ξέρει ιστοριογραφία (που μας λέει πώς γράφεται η Ιστορία και πώς καταλάβαιναν κι έγραφαν την Ιστορία παλιότερα). Αν όμως δεν το απαιτεί για πολύ ειδικούς λόγους το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνάς του, δεν χρειάζεται να κάτσει να διαβάσει όλο τον Παπαρρηγόπουλο. Θα καθόταν σήμερα κάποιος να μάθει Μαθηματικά ή Φυσική από ένα βιβλίο του 19ου αιώνα; Δεν νομίζω, γιατί αν και οι βάσεις (κι εννοώ τα εντελώς βασικά, π.χ. ο νόμος της βαρύτητας) είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (και δεν έχουν αλλάξει βέβαια), ένα απαρχαιωμένο βιβλίο και δεν θα τα παρουσιάζει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο και δεν θα περιλαμβάνει τις πιο καινούριες γνώσεις.