19 Νοε 2009

Πόντο - πόντο μετρώ τον Πόντο (μέρος 3ο)


Παναγία Σουμελά


Αφήνοντας πίσω μας το Ρίζε και την Τραπεζούντα, προχωρήσαμε προς το εσωτερικό. Πρώτα όμως θελήσαμε να περάσουμε από το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, που βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 1.000 μέτρων, στα Ποντικά όρη. Το τοπίο είναι πραγματικά εντυπωσιακό: καταπράσινο, μ’έναν δρόμο που ανεβαίνει φιδωτά κι απότομα δίπλα σ’ένα ρέμα. Το βανάκι μας αγκομάχησε για να ανέβει... Το μοναστήρι – ό,τι έχει απομείνει απ’αυτό – έχει αναστηλωθεί (μερικοί λένε όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο) και λειτουργεί ως μουσείο. Στις τοιχογραφίες βλέπει κανείς χαραγμένα ονόματα και μηνύματα με διάφορες ημερομηνίες, κυρίως του 19ου αιώνα. Είναι και σε διάφορες γλώσσες, με πιο ενδιαφέρουσες τις επιγραφές στα καραμανλίδικα: τη διάλεκτο των τουρκόφωνων Ορθόδοξων Χριστιανών της Καππαδοκίας, που είναι τουρκικά γραμμένα με το ελληνικό αλφάβητο.


Ονόματα χαραγμένα στα καραμανλίδικα πάνω στις τοιχογραφίες της Παναγίας Σουμελά


Το τοπίο στην Παναγία Σουμέλα


Κι άλλα ελληνικά απομεινάρια...

Όπως μας ενημέρωνε ο ταξιδιωτικός οδηγός, στην περιοχή υπάρχουν τα απομεινάρια ενός ελληνικού χωριού. Όντως, φαίνονται και ερείπια σπιτιών, κι ένα-δυο κτίσματα που πρέπει να ήταν εκκλησίες... Αρκετά κοντά υπάρχει ένας σύγχρονος οικισμός, αλλά με τα ερείπια κανείς δεν δείχνει να ασχολείται.


Ερείπια


Το κάστρο του Μπαϊμπούρτ και η Ακρόπολη της Αθήνας


Αφήνοντας πίσω μας την Παναγία Σουμελά αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε προς το Μπαϊμπούρτ, (Bayburt) μόνη πόλη της περιοχής όπου είχαμε πιθανότητες να βρούμε αξιοπρεπές κατάλυμα. Το τοπίο και το κλίμα άρχισαν ν’αλλάζουν, σε σχέση με τα παράλια: πιο ορεινό, πιο κρύο – για την ακρίβεια, το βράδυ στο Μπαϊμπούρτ ξεπαγιάσαμε, είχε το πολύ 15 βαθμούς... Το Μπαϊμπούρτ (απ’ό,τι είδα τώρα στα ελληνικά λέγεται Βαϊβούρτη, αν και το όνομα είναι μάλλον αρμενικής καταγωγής) είναι μικρή πολή, το βράδυ ακόμα και τα εστιατόρια κλείνουν νωρίς κι υπάρχει μόνο ένα ζαχαροπλαστείο, και φαίνεται πολύ συντηρητική πόλη – η μόνη απ’όσες είδαμε όπου οι γυναίκες (όσες κυκλοφορούσαν) ήταν καλυμμένες ολόκληρες. Επίσης έχει μόνο δύο ξενοδοχεία: ένα που μάλλον νοικιάζει δωμάτια με την ώρα κι αυτό που μείναμε, όπου όπως μας ενημέρωσε ο ξενοδόχος (και πιθανότατα υπο-πράκτορας των γνωστών και μη εξαιρετέων υπηρεσιών) καταλύουν τα ελληνικά γκρουπ που πηγαίνουν να βρουν τις ρίζες τους στην περιοχή. Το Μπαϊμπούρτ φημίζεται για το κάστρο του, για το οποίο οι κάτοικοι είναι πολύ περήφανοι: μας ρώτησαν αν το επισκεφτήκαμε (το επισκεφτήκαμε και χαζέψαμε και το ηλιοβασίλεμα) και στη συνέχεια αν έχει κι η Αθήνα κάστρο... απαντήσαμε πως ναι, έχει την Ακρόπολη...


Το κάστρο του Μπαϊμπούρτ (ο ήλιος έχει ήδη δύσει)


Η Χάιντι στον Πόντο


Όπως ήδη είπα, το τοπίο είχε αρχίσει ν’αλλάζει, γινόταν πιο ορεινό, και βλέπαμε από μακριά ορισμένες κορυφές που είχαν ακόμα (και φαντάζομαι έχουν όλο τον χρόνο) πάγο. Κυρίως χαμηλή βλάστηση και πολλές αγελάδες! Περιμένεις να δεις τη Χάιντι να τις αρμέγει! Εγώ πόζαρα και σαν Χάιντι, ανάμεσα σε λουλουδάκια (δυστυχώς όχι εντελβάις) σε μια καταπράσινη πλαγιά, αλλά πόσο ρεζίλι να γίνω πια, δεν βάζω εδώ τη φωτογραφία! Ανεβαίνοντας λοιπόν έναν απότομο, φιδωτό δρόμο άναμεσα σε πλαγιές χαμένες πίσω από ομίχλη, φτάσαμε σ’ένα χωριό με το ποιητικό όνομα Yağmurdere (Γιααμούρντερε – μπορεί να μεταφραστεί Βροχορεματιά). Είναι ένα από τα μικρότερα χωριά που έχω δει και διαθέτει, εκτός από σπίτια, ένα καφενείο κι ένα μικρό στρατόπεδο. Για πρώτη φορά είδαμε εδώ μια περίεργη (οικολογική φαντάζομαι!) καύσιμη ύλη που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι: κοπριά την οποία φτιάχνουν σε στρογγυλό πατικωμένο σχήμα (σαν ταψί) και ξεραίνουν στον ήλιο.


Το Γιααμούρντερε υπό βροχή (όνομα και πράγμα)


Η βροχή σταμάτησε. Μπροστά στα σπίτια, η πρωτότυπη καύσιμη ύλη της περιοχής


Το Γκιουμούσχανε: πέντε τρελοί και μια γριά


Κάπου εδώ περάσαμε και από το Γκιουμούσχανε (Gümüşhane), Αργυρούπολη στα ελληνικά (το ίδιο ακριβώς σημαίνει και το τουρκικό του όνομα), μικρή πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον – αλλά σ’εμάς συνέβη κάτι ενδιαφέρον! Πιστοί στην προσπάθειά μας να έρθουμε σε επαφή με τον ντόπιο πληθυσμό, αποφασίζουμε να πάρουμε μία ηλικιωμένη κυρία που έκανε ωτοστόπ κουβαλώντας ένα σακί εμφανώς βαρύ για τις δυνάμεις της. Θα την πηγαίναμε στο χωριό της, σε μια πλαγιά έξω από το Γκιουμούσχανε. Της πιάνουμε βέβαια την κουβέντα, για να συνειδητοποιήσουμε μετά από λίγο ότι ωραία μας τα έλεγε (την ιστορία της ζωής της, τι έκαναν τα παιδιά της κλπ.) μεν, αυτά που μας έλεγε ουδεμία σχέση είχαν μ’αυτά που τη ρωτούσαμε δε... Όταν μάλιστα τη ρωτήσαμε πώς να πάμε στο χωριό της κι απλώς μας αγνόησε, μας έζωσαν τα φίδια: τα είχε άραγε χαμένα; Και τι διάολο, που θα την αφήναμε; Βάλαμε στο αυτοκίνητο μία ηλικιωμένη και δεν ξέρουμε πού την πάμε; Οι εφημερίδες θα μας έγραφαν: «τουρίστες απάγουν ηλικιώμενη»... Τελικά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, σχεδόν της ουρλιάζουμε την ερώτηση: «πώς θα πάμε στο χωριό σου;». Και, ω του θαύματος, λαμβάνουμε διαυγέστατη απάντηση: η κυριούλα απλώς ήταν βαρύκοη...


Τοπίο: πρασινάδα, λουλούδια και στο βάθος πάγοι που δεν λιώνουν ποτέ


17 Νοε 2009

Πόντο - πόντο μετρώ τον Πόντο (2ο μέρος)

Παλιό σοκάκι της Οινόης


Σαμψούντα, Κερασούντα: άσ’το καλύτερα...

Συνεχίζοντας προς την Τραπεζούντα, περάσαμε από την Σαμψούντα (Samsun) και την Κερασούντα (Giresun), με σκοπό ενδεχομένως να καταλύσουμε σε μία από τις δύο πόλεις. Τελικά όμως ούτε καν που σταματήσαμε: και οι δύο είναι αρκετά μεγάλες πόλεις, από τις μεγαλύτερες του Πόντου, κι έχουν καταστραφεί από τη γνωστή σύγχρονη τουρκική αρχιτεκτονική, που έχει μετατρέψει τις επαρχιακές πόλεις σε δάση ακαλαίσθητων, γκρίζων πολυκατοικιών που αποπνέουν μιζέρια – πραγματικά, οι πολυκατοικίες που χτίστηκαν στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονικής με την αντιπαροχή είναι κλάσεις ανώτερες...


Τραπεζούντα: πολλοί πολύ Πόντιοι

Δρόμο πήραμε δρόμο αφήσαμε λοιπόν, περάσαμε από την Οινόη ή Ούνιε (Ünye) περάσαμε ήδη βράδυ και υπό δυνατή βροχή και την Τρίπολη ή Τιρέμπολου (Tirebolu), και φτάσαμε αργούτσικα στην Τραπεζούντα. Είχαμε βρει στον ταξιδιωτικό οδηγό ένα ξενοδοχείο που φαινόταν καλό και προσπαθήσαμε να το βρούμε. Ακολουθώντας το γνωστό αξίωμα «ρωτώντας πας στην Πόλη», αρχίσαμε να ρωτάμε περαστικούς. Τι το θέλαμε; Αριστερά μάς έλεγε ο ένας, δεξιά ο άλλος... Τελικά βρήκαμε το ξενοδοχείο περίπου κατά τύχη.


Άποψη της Τραπεζούντας (και στο βάθος θάλασσα)


Σημείωση 1η: το ζεστό νερό στα ξενοδοχεία

Σ’όσα ξενοδοχεία ή πανσιόν τηλεφωνούσαμε για να ρωτήσουμε λεπτομέρειες, ρωτούσαμε κι αν υπήρχε ζεστό νερό. Τελικά διαπιστώσαμε ότι η σωστή απάντηση, αυτή που θέλαμε, δεν ήταν «υπάρχει» (“var”), αλλά «24 ώρες» (“24 saat”), δηλαδή δεν κλείνει ο θερμοσίφωνας μετά τη δύση του ηλίου...


Σημείωση 2η: ο προσανατολισμός στις τουρκικές πόλεις

Υπάρχει ένας αλάνθαστος τρόπος να προσανατολιστείς σε μια τουρκική πολή: να βρείς τη λεωφόρο Ατατούρκ που σίγουρα θα υπάρχει στο κέντρο της. Ο δεύτερος πιο κεντρικός δρόμος είναι πιθανό να ονομάζεται λεωφόφος Ινονού, ενώ σε ορισμένες πόλεις υπάρχει και μια λεωφόρος που το όνομά της είναι η ημερομηνία κατά την οποία πέρασε από εκεί ο Κεμάλ το 1919, πηγαίνοντας να ξεκινήσει τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας (İstıklâl Savaşı) του 1919-22, δηλαδή τον πόλεμο εναντίον του ελληνικού στρατού που εκστράτευσε στη Μικρασία.


Η ιστορική Τραπεζούντα


Το προαύλιο της Αγ. Σοφίας Τραπεζούντας. Νομίζω ότι η γούρνα χρησίμευε για κολυμπήθρα... Κάτω από τον λόφο, θάλασσα.


Ιστορική πόλη η Τραπεζούντα (Trabzon) και αυτό της φαίνεται, παρόλο που κι αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί από τις γνωστές κακάσχημες πολυκατοικίες. Υπάρχουν μερικά συμπαθητικά σοκάκια. Πίσω από το ξενοδοχείο μας υπήρχε ένα κτήριο που η αρχιτεκτονική του θύμιζε αυτή των ελληνικών σχολείων της Κων/πολης. Επίσης, η πόλη έχει ένα ιστορικό μουσείο, που ήταν το εντυπωσιακότατο σπίτι ενός Χριστιανού εμπόρου, η οικία Κωστάκη. Φαίνεται ότι αυτός ο κύριος, Κωστάκης Θεοφυλακτώφ ή κάπως έτσι είναι ολόκληρο το όνομά του, ήταν τραπεζίτης από τη Ρωσία. Κρίνοντας από το όνομα, υποψιάζομαι ότι ίσως και να ήταν Ελληνο-ρώσος ή και Έλληνας στην καταγωγή με ρωσική υπηκοότητα. Επίσης, στην Τραπεζούντα υπάρχει ένα κάστρο και μια πολύ εντυπωσιακή βυζαντινή εκκλησία. Βρίσκεται σ’ένα ψηλό σημείο της πόλης κι έχει θέα στη θάλασσα. Όλα αυτά βέβαια τα είδαμε κάτω από βροχερό καιρό – ήταν Ιούνιος, αλλά η Μαύρη Θάλασσα φημίζεται για τον μουντό και βροχερό καιρό της, χάρη στον οποίο είναι και καταπράσινα τα τοπία της.


Το Ρίζε: βοήθεια!


Άποψη του Ρίζε από το Ινστιτούτο Τσαγιού


Μείναμε και δεύτερο βράδυ στην Τραπεζούντα. Αποφασίσαμε να μην ψάξουμε άλλο ξενοδοχείο στο Ρίζε (Rize), που δεν είναι πολύ μακριά, κι απλώς να χρησιμοποιήσουμε την Τραπεζούντα ως βάση για μια εξόρμηση στο Ρίζε (νομίζω ότι στα ελληνικά ονομάζεται Ριζούπολη). Και πολύ καλά κάναμε! Το Ρίζε ήταν μια λίγο τρομακτική εμπειρία. Γκρίζα και μουντή πόλη κι αυτή, αλλά κυρίως μας φάνηκε πάρα πολύ κλειστή: ελάχιστες γυναίκες κυκλοφορούσαν στους δρόμους και νιώθαμε να μας κοιτάζουν περίεργα γιατί αμέσως αντιλαμβάνονταν ότι ήμασταν ξένοι – υποψιαστήκαμε ότι οι μόνοι ξένοι που έχουν δει στην πόλη είναι οι -χμ- εργαζόμενες που καταφτάνουν από το πρώην ανατολικό μπλοκ... Από το Ρίζε είναι και η καταγωγή του νυν πρωθυπουργού της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (αν και μεγάλωσε στην Κων/πολη). Επίσης στο Ρίζε υπάρχει το περίφημο Ινστιτούτο Τσαγιού που ίδρυσε ο Ατατούρκ στις παρυφές τις πόλεις (με θέα κάτω στην πόλη και τη θάλασσα). Το τσάι είναι ένα από τα προϊόντα που παράγει η Μαύρη Θάλασσα – και καταναλώνεται πολύ στην Τουρκία. Το Ινστιτούτο Τσαγιού λοιπόν, το Çay Enstitüsü ή Çay Kurumu, γνωστό ως Çaykur, προάγει την τσαγοκαλλιέργεια και παράγει και την ομώνυμη μάρκα τσαγιού. Καθίσαμε λοιπόν στον κήπο του Ινστιτούτο, όπου υπάρχει τεϊπωλείο. Επειδή όμως έτσι κι αλλιώς δεν εκτιμάμε το τσάι του Çaykur, είπαμε να παραγγείλουμε ένα πράσινο τσάι, μήπως κι ήταν καλύτερο... Τι το θέλαμε; Με επιδέξιες κινήσεις, το τσάι πότισε τα γλαστράκια γύρω από το τραπέζι μας...


12 Νοε 2009

Πόντο - πόντο μετρώ τον Πόντο (μέρος 1ο)

Το βανάκι μας σε κατοπινό σταθμό του ταξιδιού (και κρυμμένο πίσω από την πόρτα του συνοδηγού ένα κουπέπι)

Μετά από απαίτηση χιλιάδων αναγνωστών, παρουσιάζουμε μια ταξιδιωτική υπερπαραγωγή: ο Πόντος, άλλως Μαύρη Θάλασσα (Karadeniz στα τουρκικά), και ό,τι θέλατε να μάθετε για τους Πόντιους (στο φυσικό τους περιβάλλον) και φοβόσασταν να ρωτήσετε! Η Μαύρη Θάλασσα είναι βέβαια πολύ μεγάλη (436.500 τμ.) και βρέχει έξι χώρες: Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία, Γεωργία, Τουρκία. Εμείς, ως γνωστοί κολλημένοι άνθρωποι, γυρίσαμε την τουρκική πλευρά της, με αυτοκίνητο, πριν από λίγα χρόνια. Ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη φτάσαμε ως την Τραπεζούντα και το Ρίζε και μετά γυρίσαμε από το εσωτερικό, περνώντας από την Αμάσεια και την Άγκυρα.

Πρώτο καθήκον ήταν η ενοικίαση κατάλληλου αυτοκινήτου, που να χωράει 5 άτομα με μπαγκάζια, εκ των οποίων μεγαλούτσικη βαλίτσα του ενός κουπεπκιού (που ερχόταν από το Παρίσι) και μεγάλη βαλίτσα έτερου κουπεπκιού (που θα συνέχιζε για Μπακού). Αφού βρήκαμε το κατάλληλο 7θέσιο βανάκι, ξεκινήσαμε (κι ο Αλλάχ βοηθός).


Η γραφική Σαφράμπολις



Όψη της Σαφράνμπολου


Πρώτη στάση μετά την αναχώρηση από την Κωνσταντινούπολη, η Σαφράνμπολου (Safranbolu), πραγματικά πολύ όμορφη μικρή πόλη, που έχει διατηρήσει σ’ένα μεγάλο μέρος της την οθωμανική αρχιτεκτονική, και γι’αυτό αποτελεί και προστατευόμενο μνημείο της UNESCO. Σ’ένα από τα δρομάκια της παλιάς αγόρας βρήκαμε ένα μικρό μαγειρείο, όπου και φάγαμε.

Έξτρα πληροφορία για τη Σαφράνμπολου: σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες επίκειται η αδελφοποίησή της με τη Σκύδρα του νομού Πέλλας, με την οποία τα κουπέπκια συνδέονται με ισχυρούς φιλικούς δεσμούς!

Το πρώτο βράδυ μείναμε στην Αμάσρα (απ’ό,τι είδα τώρα, στα ελληνικά ονομαζόταν Αμαστρίς), παραθαλάσσιο τουριστικό θέρετρο – σ’αυτό συμβάλλει σίγουρα το ότι βρίσκεται ακριβώς βόρεια της Άγκυρας.


Ο Πρώτος Πόντιος!

Την επόμενη μέρα, στόχος ήταν να φτάσουμε ως τη Σινώπη. Κάναμε ένα μέρος της διαδρομής παραλιακά, ο δρόμος όμως ήταν στένος και φιδωτός, κι έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μία παράκαμψη, να μπούμε λίγο στο εσωτερικό και να περάσουμε από τον Κασταμονή.

Αν θυμάμαι καλά, σ’αυτή τη διαδρομή συναντήσαμε και τον Πρώτο Πόντιο του Ταξιδιού (χειροκροτήματα, τιμητική πλακέτα), έναν αγρότη που μας έκανε ωτοστόπ για να πάει στο χωράφι του. Μας ενημέρωσε για την παραγωγή φουντουκιών, παραδοσιακού προϊόντος της Μαύρης Θάλασσας. Προς μεγάλη μας ικανοποίηση είχε την προφορά-ντοπιολαλιά του Πόντου! Εδώ να σημειώσω ότι οι Πόντιοι στα τουρκικά ονομάζονται Λαζοί (Laz) και αποτελούν σχεδόν... ξεχωριστή «φυλή». Έχουν πολύ χαρακτηριστική προφορά, όπου κι αν βρεθούν ακούνε ποντιακή μουσική (ο εφιάλτης: στην Κων/πολη κυκλοφορούν πολλοί Πόντιοι ταξιτζήδες, που έχουν μονίμως το ραδιοφώνο στον Karadeniz FM για να ακούγεται σύγχρονη ποντιακή μουσική, δηλαδή ένα συνδυασμό λύρας και σινθεζάιζερ), κι επίσης – ώ, ναι – προσφέρουν τα θέματα ολόκληρης σειράς ανεκδότων, με κύριο πρωταγωνιστή τον Τεμέλ (πώς λέμε Κωστίκας και Γιωρίκας;).

Βέβαια, διαφορετικές (και πολύ διαφορετικές μάλιστα) προφορές υπάρχουν σε όλες τις περιοχές της Τουρκίας. Για παράδειγμα, σ’αυτό το γνωστό σήριαλ που είχε παιχτεί και στην Ελλάδα, «Τα σύνορα της αγάπης», αλλιώς μιλούσαν οι Κωνσταντινοπολίτες και η μορφωμένη κόρη της οικογένειας, η Ναζλί, κι αλλιώς η οικογένεια Μπακλαβατζίογλου και οι κάτοικοι του Γκαζίαντεπ: μιλούσαν τη δική τους ντοπιολαλιά, που έχει αρκετά διαφορετική προφορά, αλλά ακόμα και διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. στα ρήματα. Έτσι, πολλοί απ’αυτούς που συναντήσαμε στο ταξίδι – και ο Πρώτος Πόντιος – όταν μας ρώτησαν από πού ερχόμασταν και απαντήσαμε αόριστα «από την Κων/πολη», δεν αποκλείεται να μας πέρασαν και για Τούρκους: είναι τόσες οι προφορές που ακόμα και η δική μας προφορά (ξενική βέβαια, αλλά μαθημένη στην Κων/πολη) μπορεί να φανεί σε επαρχιωτές σαν τουρκική.


Η συντηρητική Κασταμονή

Φτάσαμε λοιπόν στην Κασταμονή (Kastamonu), όπου αποφασίσαμε να σταματήσουμε για μεσημεριανό. Η Κασταμονή είναι παλιά πολή κι έχει ορισμένα μνημεία στο κέντρο της, αλλά κατά τα άλλα είναι καταθλιπτική, όπως οι περισσότερες τουρκικές πόλεις. Αυτό όμως που μας έκανε εντύπωση ήταν ο συντηρητισμός της: οι ηλικιωμένοι κάτοικοι που μας είδαν να περιφερόμαστε στην αυλή του ιστορικού τζαμιού σαν τουρίστες (με βερμούδες και τιραντάκια) δεν έδειξαν και πολύ ευχαριστημένοι – για την ακρίβεια μάς σχολίαζαν, νομίζοντας ότι δεν καταλαβαίναμε.... Καταλάβαμε λοιπόν ότι όντως ισχύει αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή ο λόγος που ο Ατατούρκ ξεκίνησε το 1925 την «επανάσταση της ενδυμασίας» από την Κασταμονή, ήταν ότι πίστευε πως αν έπειθε τους κατοίκους της Κασταμονής, σίγουρα θα έπειθε και τους υπόλοιπους Τούρκους να υιοθετήσουν το δυτικό καπέλο αντί για το φέσι. Φύγαμε λοιπόν από την Κασταμονή όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε...


Άφιξη στον καθ’αυτό Πόντο: η Σινώπη


Παραδοσιακό κτήριο στη Σινώπη


Το βραδάκι φτάσαμε τελικά στη Σινώπη (Sinop), όπου και μείναμε. Η Σινώπη είναι σχετικά μικρή πόλη, και γι’αυτό μάλλον έχουν διατηρηθεί (σε όχι και τόσο καλή κατάσταση βέβαια) και αρκετά από τα παλιά σπίτια της. Η πόλη διαθέτει και αρχαιολογικό μουσείο, με αρκετές επιγραφές στα ελληνικά ατάκτως ερριμμένες στον κήπο του (μέσα δεν μπορέσαμε να μπούμε, ήταν κλειστό επειδή ήταν Κυριακή). Βρήκαμε επίσης και μια μισοερειπωμένη εκκλησία (βυζαντινή, αν θυμάμαι καλά). Προσοχή: το ότι τα προσώπα στις αγιογραφίες είναι κατεστραμμένα δεν οφείλεται απαραιτήτως σε βανδαλισμούς μουσουλμάνων: λέγεται ότι οι χριστιανοί έξυναν τα πρόσωπα των αγίων (κυρίως τα μάτια), πιστεύοντας ότι έτσι θα γιατρεύονταν από παθήσεις των ματιών.


Αγιογραφία

31 Οκτ 2009

Απο την Πόλη έρχομαι


Φέτος είναι η χρονιά της Τουρκίας στη Γαλλία. Αυτό σημαίνει εκθέσεις, διαλέξεις, συναυλίες και γενικά άπειρες εκδηλώσεις με άξονα την Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτής της υπερδραστηριότητας εντάσσεται και η έκθεση στο Grand Palais “De Byzance à Istanbul”, την οποία μπορείτε να δείτε μέχρι τις 25 Γενάρη.

Η έκθεση είναι αρκετά ενδιαφέρουσα. Έχει γύρω στα 300 εκθέματα από 14 μουσεία και «εξιστορεί» χρονολογικά την ιστορία της Πόλης από την εποχή του Βύζα μέχρι σήμερα. Τόσοι αιώνες βέβαια δεν χωράνε σε λίγα εκθέματα, τα περισσότερα έχουν μια μάλλον συμβολική αξία για την συνέχεια και την εξέλιξη της πόλης. Και βέβαια, φαίνονται αρκετά φτωχά σε σχέση με τις εντυπωσιακές συλλογές των μουσείων απ’τα οποία προέρχονται.

Παρόλ’αυτά, το στήσιμο είναι πολύ ωραίο. Ο εκθεσιακός χώρος βρίσκεται στο ημίφως, με έντονους προβολείς μόνο πάνω στα εκθέματα, η χρονική διαδοχή είναι απολύτως ξεκάθαρη, και οι επεξηγήσεις σαφείς και λιτές. Πλην όμως, η έκθεση δεν ξεφεύγει από τα συνήθη προβλήματα παρόμοιων εκθέσεων: το όλο θέμα είναι λίγο ξεκομμένο από τον περιβάλλοντα χώρο. Αν δεν έχεις ιδέα δλδ από την ιστορία της Πόλης, δεν μαθαίνεις και πολλά πράγματα, απλώς βλέπεις πέτρες και αρχαία. Αν δεν ξέρεις ήδη τι είναι το εικονοστάσι, η σουλτανική τούγρα, τα μοναχικά χειρόγραφα, δεν έχεις καμία πιθανότητα να καταλάβεις σε τι χρησιμεύουν τα αντίστοιχα εκθέματα. Το δεύτερο σημείο που μου χτύπησε ως τρομερή προχειρότητα ήταν οι επεξηγηματικές ταμπέλες. Στον βωμό της απλότητας, θυσίαζαν ακόμα και την στοιχειωδέστερη ιστορία. Το 1453 λ.χ. πολεμούσαν οι Έλληνες τους Τούρκους. Ό,τι προσπαθούμε να καταργήσουμε στα σχολεία ως παιδαριώδες δλδ, το αναπαράγουν ιστορικοί που στήνουν τέτοιες εκθέσεις. Άλλο η απλοποίηση για το ευρύ κοινό κι άλλο η παραποίηση της ιστορίας.

Και αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο ήταν μια θεματική που επιγραφόταν «Η καθημερινή ζωή των Κων/λιτών» και αναφερόταν στον 18ο-19ο. Στη βιτρίνα είχε χειροποίητα πορσελάνινα σερβίτσια, κοσμηματοθήκες με πολύτιμους λίθους, κεντητά καφτάνια και άλλα αντίστοιχα εκθέματα. Σε ποιων ακριβώς την καθημερινή ζωή αναφερόταν η βιτρίνα (όπως και όλη η έκθεση άλλωστε) είναι σαφές. Της υψηλής κοινωνίας. Τι καταλαβαίνει όμως ο ανυποψίαστος επισκέπτης; Ότι όλη η Πόλη, από κτίσεως κόσμου μέχρι τον 19ο έτρωγε με χρυσά κουτάλια. Και αυτή η εικόνα είναι το μόνιμο θέμα των μουσείων, όχι μόνο του Grand Palais. Φεύγουμε όλοι με την εντύπωση ότι οι μεγάλες αυτοκρατορίες ορίζονται αποκλειστικά από τα πιο εντυπωσιακά έργα τέχνης, λες και κάνουμε επίδειξη του πιο περίλαμπρου δισκοπότηρου. Λες και το νόημα είναι να συγκρίνουμε το πιο περίτεχνο καλημαύχι με την πιο καλλιγραφική τούγρα. Αφήνουμε δλδ έξω από τη συζήτηση και την πολιτισμική παρουσίαση το 90% της κοινωνίας της κάθε εποχής. Προσοχή: το επιχείρημα δεν είναι καθόλου ότι πρέπει να αγνοήσουμε την υψηλή κουλτούρα της εκάστοτε άρχουσας τάξης, καθότι έτσι κι αλλιώς μας άφησε τα πιο έντονα ίχνη της εποχής. Μιας εποχής που δεν μπορούμε όμως να τη φανταστούμε διαφορετική, ούτε να την αναπαραστήσουμε μέσα από το πολύπλευρο πρίσμα των κοινωνικών και πολιτικών της αντιφάσεων.


Το μουσείο φυσικά και δεν πρωτοτυπεί με την επιλογή του αυτή. Το αντίθετο μάλιστα. Ακολουθεί την πεπατημένη των περισσότερων μουσείων του πλανήτη. Η επιλογή όμως της παρουσίασης των πιο αστραφτερών αντικειμένων δεν είναι ο μόνος πολιτισμός της κάθε εποχής. Μόνο που η τσακμακόπετρα (λέμε τώρα) ως το πιο κοινό χρηστικό εργαλείο μεταξύ του κόσμου, δεν ενδιαφέρει ούτε τους Τούρκους ούτε τους Ευρωπαίους σήμερα. Οι Τούρκοι αρέσκονται να παρουσιάζουν έναν πολιτισμό αντάξιο του ευρωπαϊκού, εμποτισμένου όμως με οριεντάλ στοιχεία που τον καθιστούν εξωτικό, και οι Ευρωπαίοι (οι Γάλλοι στην περίπτωση αυτή) διακατέχονται από την ίδια ανάγκη. Να «γνωρίσουν» έναν πολιτισμό που θα τους θαμπώσει από την πολυτέλεια και την υπερβολή, όπως ακριβώς προσμένουν όταν πάνε στις Βερσαλλίες, μόνο που τα μοτίβα του θα πρέπει να φέρουν τη σφραγίδα της Ανατολής για να τον αναγνωρίσουν και να τον εντάξουν στην ήδη υπάρχουσα εικόνα που έχουν γι’αυτόν: ένα σημείο αναφοράς που επιτρέπει στους μεν Ευρωπαίους να ορίσουν τη Δύση μέσα από αλλά και σε αντίθεση με την Ανατολή, στους δε Τούρκους να διεκδικήσουν την πατρότητα ενός μεγάλου πολιτισμού και να ξεφύγουν από τη ρετσινιά του φτωχού συγγενή των Ευρωπαίων. Και κατ’επέκταση να διεκδικήσουν μια θέση στην ΕΕ με (ψευδο)πολιτισμικά κριτήρια του χθες και όχι με την πολιτική βούληση του σήμερα.

Όλα αυτά είναι κατανοητά και μας επιτρέπουν να δούμε το πολιτικό εγχείρημα του παρόντος, που καθορίζει άλλωστε και την οπτική του παρελθόντος. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω με ποιον τρόπο ακριβώς οι σχετικές εκδηλώσεις "προσφέρουν σε όλους την ευκαιρία να γνωρίσουν καλύτερα τον πολιτισμό της Τουρκίας", σύμφωνα με τις δηλώσεις των αξιότιμων Προέδρων της Δημοκρατίας Τουρκίας και Γαλλίας. Σε ποιον πολιτισμό απ'όλους αναφέρονται;

28 Οκτ 2009

Δημόσιος λόγος επί 4

Βράχια. (Στο τέλος του κειμένου θα καταλάβετε τι γυρεύουν εδώ)

Θελώ εδώ και μέρες να γράψω διάφορα, αλλά όλο δεν προλαβαίνω. Σημειώνω λοιπόν συνοπτικά μερικά πράγματα, που το μόνο που βρίσκω να έχουν κοινό είναι ότι πρόκειται για θέματα που απασχολούν τελευταία τον δημόσιο λόγο και που, μερικά, δείχνουν και πόσο και πώς έχει διαβρωθεί ο δημόσιος λόγος. Ιδού, ατάκτως ερριμμένα:


1. Το θέμα των σταζ (και όχι στέιτζ!)

Υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορώ να καταλάβω. Διαμαρτύρονται τώρα έντονα όσοι δουλεύουν εδώ και μήνες ή και χρόνια μέσω του προγράμματος σταζ και τώρα θα μείνουν χωρίς δουλειά. Ορισμένα από τα επιχειρήματά τους φαίνονται να ισχύουν. Αν βγάλουμε απέξω την πιθανότητα να πρόκειται για ρουσφετολογικές προσλήψεις (που ίσως να ισχύει για μερικούς αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν ισχύει για όλους), το ισχυρότερο επιχείρημα είναι ότι καλύπτουν πραγματικές, υπάρχουσες ανάγκες. Γιατί όμως διαμαρτύρονται μόλις τώρα; Τόσα χρόνια, που δούλευαν ανασφάλιστοι, με υπερβολικά χαμηλές αμοιβές, γιατί δεν οργανώνονταν; Ξέρω ότι στη Γαλλία (που σταζ υπάρχουν μόνο στον ιδιωτικό τομέα) οι σταζιέρ έχουν φτιάξει ολόκληρο κίνημα. Μήπως στην Ελλάδα απλώς υπάρχει η συνήθεια αυτά τα ζητήματα να μη βγαίνουν στον δημόσιο λόγο, παρά να λύνονται ιδιωτικά, βλ. ρουσφετολογικά και με τη λογική του ατομικού βολέματος; Ή μήπως απλώς έχει εξοβελιστεί γενικά από τον δημόσιο λόγο η διεκδίκηση δικαιωμάτων;


2. Το κράτος πρόνοιας

Άλλο θέμα που έχει να κάνει με δικαιώματα και με δημόσιο λόγο. Ακούγονται διάφορα, λόγω οικονομικής κρίσης. Η εκκλησία προσφέρθηκε να εκχωρήσει ένα μέρος των εισοδημάτων της για να δημιουργηθούν «προνοιακά έργα» (βλ. εδώ). Από την άλλη, ακούμε ή διαβάζουμε ότι διάφοροι τηλεαστέρες ευθαρσώς και χωρίς να ντρέπονται, λέει (λες και η έλλειψη χρημάτων είναι κάτι για το οποίο πρέπει ο άνθρωπος να ντρέπεται!), δηλώνουν ότι πληρώνονται λιγότερο – κι έτσι σώζονται και οι δουλειές των απλών εργαζόμενων στις εκπομπές τους. Θα έπρεπε να τους ευχαριστήσουμε; Ή θα έπρεπε να ευγνωμωνούμε την εκκλησία; Όχι, δεν θέλω η εκκλησία να εκχωρήσει/αποδεσμεύσει ένα μέρος της περιουσίας της. Θέλω να φορολογηθεί, όπως φορολογούνται όλοι οι πολίτες κι όλες οι επιχειρήσεις (λέμε τώρα). Αυτό είναι το νόημα του κράτους πρόνοιας, που είναι δικαίωμα κι όχι φιλανθρωπία, αυτό είναι το νόημα της ανακατανομής του πλούτου μέσω της φορολογίας. Αυτές οι απλές αλήθειες όμως δεν διατυπώνονται στον ελληνικό δημόσιο λόγο (αντιθέτως, στη Γαλλία και ο τελευταίος βλάκας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, π.χ. ο Ολάντ, δηλώνει «είμαι αριστερός και γι’αυτό είμαι υπέρ της φορολόγησης).


3. Η τρομοκρατία και η αστυνομία

Εδώ πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω σε τι χρησιμεύουν και ποιόν ωφελούν όλα αυτά. Από τη μια αστυνομικές αυθαιρεσίες, από την άλλη συμμορίες που επιτίθενται στα καλά καθούμενα σε μαγαζιά ή, ακόμα χειρότερα, πυροβολούν αστυνομικούς και βάζουν βόμβες. Αυτό που βρίσκω ανυπόφορο είναι η κατεύθυνση στην οποία παρασύρει τον δημόσιο λόγο όλο αυτό. Ανοίγουν πόλεμο και μας πιέζουν να διαλέξουμε πλευρά. Ε, λοιπόν, εγώ δεν θέλω. Δεν είμαι ούτε με τους μεν, ούτε με τους δε.


4. Η επικράτηση (και επικρότηση) της βλακείας.

Άρχισε απ’ότι φαίνεται και στην Ελλάδα αυτό το εξαιρετικό ρηάλιτι, το Νεξτ Τοπ Μόντελ. Και δήλωσε η παρουσιάστρια Καγιά στις διαγωνιζόμενες: «Τα μοντέλα είναι ευλογημένα, γιατί δεν χρειάζεται να σπουδάσουν για να βγάλουν λεφτά.» Υπέροχο, ε; Τουλάχιστον ειλικρινές. Γιατί όλοι αυτό μας λένε εμμέσως και συγκεκαλυμμένα τόσα χρόνια, αυτό έχει επικρατήσει στον δημόσιο λόγο: ευλογημένος όποιος αξιώνεται το εύκολο χρήμα. Οποιαδήποτε άλλη αξία, στον κάλαθο των αχρήστων.


Κι αυτό μας φέρνει και στον λόγο που δεν προλαβαίνω να γράψω: το ομολογώ, απέτυχα στην αναζήτηση του εύκολου χρήματος. Αντί γι'αυτό, κάνω διδακτορικό. Κι αυτή τη στιγμή ο εγκέφαλός μου έχει γίνει σούπα απ’το διάβασμα, μπας και μπορέσω να το τελειώσω προτού γίνει σούπα από τη γεροντική άνοια. Κι οι νευρώνες του εγκεφάλου μου πρέπει να έχουν γίνει λάστιχο από τις συνεχείς προσπάθειες να πηγαίνω από τα ελληνικά στα τουρκικά, από τα οθωμανικά στα αγγλικά και μετά στα γαλλικά και ούτω καθ’εξής. Γιατί οι άκαρδοι γονείς μου δεν είδαν, όταν ήμουν στην εφηβεία, ότι ήμουν ψηλή και κοκαλιάρα, άρα κατάλληλη για μοντέλο. Είδαν ότι έπαιρνα τα γράμματα, και φρόντισαν να μάθω ξένες γλώσσες και να μορφωθώ. Κι επίσης φρόντισαν να γίνω άνθρωπος, και να διεκδικώ πράγματα με την αξία μου, κι όχι επειδή ξέρω να κουνάω καλά τον (υπέροχο) κώλο μου, ούτε επειδή μπορώ να κοιτάξω όποιο αρσενικό βρεθεί μπροστά μου (φραγκάτο εννοείται) με το βλέμμα της πουτάνας-που-παίρνει-καλύτερη-πίπα.


Συγγνώμη για τις βωμολοχίες, αλλά τσαντίστηκα. Α, κι αν τη δω πουθενά μπροστά μου αυτή την γκόμενα, θα την πάρω όχι με τις πέτρες αλλά με τα βράχια (στα τουρκικά kaya=βράχος).


22 Οκτ 2009

Το τέλος της ζωής κι ο τελευταίος έρωτας


Ο Φράνσις Φουκουγιάμα, στο περίφημο βιβλίο του Το Τέλος της Ιστορίας κι ο Τελευταίος Άνθρωπος (The End of History and the Last Man), προφήτευε ότι μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού θα θριάμβευε παντού η ελεύθερη οικονομία κι η δημοκρατία και θα ζούσαμε εμείς καλά κι αυτός (με τα έσοδα του βιβλίου) καλύτερα. Θα είχε σημάνει δηλαδή το τέλος των συγκρούσεων, που θα ήταν και τέλος της Ιστορίας. Γιατί η Ιστορία μπορεί να είναι πολλά πράγματα, αλλά βαρετή δεν μπορεί να είναι. Χρειάζεται κάτι για να κινηθεί, κάτι να ταράξει τα νερά, και δεν χρειάζεται να είσαι μαρξιστής τη σήμερον ημέρα για να δεχτείς ότι αυτό το κάτι σημαίνει και συγκρούσεις. Φαντάζεστε μια Ιστορία χωρίς απολύτως καμία σύγκρουση, όπου όλοι συμφωνούν για το τι μέλλει γενέσθαι; Τι θα έγραφαν οι ιστορικοί; Ή θα έμεναν άνεργοι ή θα αναγκάζονταν να γεμίζουν τις σελίδες τους με μια αφήγηση τόσο συγκλονιστική όσο θα ήταν το ημερόλογιο ενός γιατρού χωρίς αρρώστους ή ενός δασκάλου με μαθητές-ρομπότ: «Σήμερα δίδαξα την προπαίδεια. Όλοι οι μαθητές την έμαθαν αμέσως. Προτίμησαν, αντί να βγουν διάλειμμα, να κάνουμε και τη διαίρεση. Συμφωνήσαμε αύριο να περάσουμε στα κλάσματα.» Η προφητεία του Φουκουγιάμα πάντως – ευτυχώς για τους ιστορικούς – δεν επαλήθευτηκε κι η Ιστορία συνεχίζει την πορεία της.


Παρατηρώ όμως εδώ και χρόνια ότι η θεωρία του βρίσκει πεδίο εφαρμογής σ’έναν εντελώς διαφορετικό τομέα: την εξιστόρηση της ανθρώπινης ζωής σε κάθε είδους ταινίες και σήριαλ, από κωμωδίες μέχρι δράματα περνώντας από τα μιούζικαλ και τις χολιγουντιανές περιπέτειες. Όλα λήγουν όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες, ίσως μ’έναν λίγο πιο εκλεπτυσμένο τρόπο: η Βουγιουκλάκη παντρεύεται τον Παπαμιχαήλ, ο ήρωας της αστυνομικής περιπέτειας αποφασίζει ότι είναι ώρα να νοικοκυρευτεί κι εκδηλώνει τον έρωτά του στην όμορφη ντεντέκτιβ, στο τελευταίο επεισόδιο των γνωστών «Τριών Χαρίτων» κάθε μια από τις τρεις αδελφές βρίσκει το ταίρι της κ.ο.κ.. Και μετά η ιστορία τελειώνει. Ο θεατής μένει με την εντύπωση ότι η Βουγιουκλάκη κι ο Παπαμιχαήλ δεν θα ξανατσακωθούν από αστείες παρεξηγήσεις, ο ήρωας αστυνομικός θα σταματήσει ν’αναλάμβανει επικίνδυνες αποστολές κι η όμορφη ντεντέκτιβ του θα παραιτηθεί από τη δουλειά για να μεγαλώσει τα παιδιά τους, οι τρεις αδελφές δεν θα ξαναζήσουν σουρεαλιστικές περιπέτειες. Εν ολίγοις, η ζωή τελειώνει μαζί μ’αυτό τον τελευταίο – μοιραίο – έρωτα, και ζήσαν (ζήσαν, αλήθεια; ή θάφτηκαν ζωντανοί με το τηλεκοντρόλ στο χέρι;) αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Δεν έχω, καταρχήν, τίποτα εναντίον του ρομαντισμού, αλλά στις κατάλληλες δόσεις και, κυρίως, στις κατάλληλες στιγμές. Ωραίο πράγμα ο έρωτας, κι όταν είμαστε ερωτευμένοι είναι φυσικό να θεωρούμε ότι έχουμε βρει το άλλο μας μισό κι ότι ο έρωτάς μας θα κρατήσει για πάντα (αυτή η αίσθηση του «για πάντα» είναι μάλιστα προϋπόθεση για να ερωτευτούμε). Αλλά άλλο αυτό, κι άλλο να μας παρουσιάζουν τον έρωτα σαν το τέλος της προσωπικής ιστορίας ενός ανθρώπου (ή μάλλον δύο ανθρώπων), σαν ολοκλήρωση του ανθρώπου, σαν αυτοσκοπό της ίδιας μας της ύπαρξης. Βέβαια, κι ολόκληρη η εικόνα του έρωτα που μας παρουσιάζουν ταινίες και σήριαλ είναι εντελώς διαστρεβλωμένη, αλλα αυτό είναι άλλο θέμα...


18 Οκτ 2009

5 βασικές ιστορικές γνώσεις


Δεν κάνουν κάτι λίστες τα περιοδικά λαϊφστάιλ με τίτλους του τύπου «οι 10 ωραιότερες Ελληνίδες», «10 καυτές στάσεις στο σεξ», «666 πράγματα που πρέπει να κάνεις πριν γίνεις 30» κι άλλα τέτοια; Ε, εγώ ετοίμασα μια λίστα με τα πέντε βασικά πράγματα που πρέπει να ξέρει κάποιος για την Ιστορία γενικά και για τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία ειδικά.

Γιατί αυτό είναι, αγαπητοί συμπολίται, η βλακεία και η αμάθεια μάς έχουν περικυκλώσει! Ο ανεκδιήγητος αρχηγός εκείνου του γελοιωδέστατου κόμματος (βλ. στο τέλος της είδησης που θα βρείτε εδώ) μάς κάνει μάθημα ελληνικής ιστορίας! Όχι βέβαια ότι είναι η πρώτη φορά... Και το χειρότερο είναι ότι τα ίδια και χειρότερα ακούμε από παντού κι από τους πάντες, τα ίδια διδάσκονται τα έρμα τα παιδιά μας στο σχολείο – και συνήθως κι οι καθηγητές τους δεν ξέρουν κάτι άλλο (αν βάλεις φιλολόγους και παιδαγωγούς να διδάσκουν Ιστορία, χωρίς ούτε καν να τους παρέχεις ένα αξιοπρεπές βιβλίο, αυτό συμβαίνει βέβαια...). Και τα ίδια βέβαια ακούμε και διαβάζουμε να αναπαράγονται στις εφημερίδες, σε εκπομπές, στη λογοτεχνία (που τα τελευταία χρόνια τό’χει ρίξει πολύ στα ιστορικά μυθιστορήματα). Το τελευταίο που άκουσα είναι ότι το National Geographic δίνει στους αναγνώστες του την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρρηγόπουλου – έργο γραμμένο τον 19ο αιώνα, σπουδαίο για την εποχή του, αλλά γραμμένο ακριβώς με την ιστοριογραφική αντίληψη της εποχής του.


Το ταπεινό μας ιστολόγιο αποφάσισε λοιπόν να αναλάβει ρόλο παιδευτικό. Πέντε βασικά πράγματα, χρήσιμα για όλες τις περιστάσεις!


1. Η Ιστορία διδάσκει;

Όχι. Η Ιστορία μάς εξηγεί πώς φτάσαμε στο σημείο που φτάσαμε. Μαζί με άλλες επιστήμες (π.χ. κοινωνιολογία, ανθρωπολογία) προσπαθεί να δείξει πώς λειτουργεί η κοινωνία. Ούτε νουθετεί, ούτε μας δίνει «παραδείγματα» με τον τρόπο που τα εννοούσε η δασκάλα μας στο δημοτικό.


2. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Όχι. Μ’όλο τον σεβασμό στον Μαρξ, ούτε καν ως φάρσα. Μπορεί να ξανατεθεί ένα πρόβλημα που δεν είχε λυθεί οριστικά (όπως για παράδειγμα ξανατέθηκε το πρόβλημα των βαλκανικών εθνικισμών μετά το 1989), αλλά, ακόμα και σ’αυτή την περίπτωση, θα τεθεί με νέους όρους.


3. Υπάρχει συνέχεια στην ελληνική Ιστορία, ισχύει δηλαδή το σχήμα που διδασκόμαστε στο σχολείο, αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – σύγχρονη Ελλάδα;

Όχι. Το σχήμα αυτό δημιουργήθηκε στα μέσα-τέλη του 19ου αιώνα από δύο σπουδαίους ιστορικούς, τον Σπ. Ζαμπέλιο και τον Κων. Παπαρρηγόπουλου. Και ήταν σπουδαίοι ακριβώς επειδή έκαναν αυτό ακριβώς που επέτασσε η εποχή τους: έφτιαξαν μια εθνική ιστορία, στην οποία μπόρεσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να βασίσει την εσωτερική του ενότητα και τις βλέψεις του για ενσωμάτωση νέων εδαφών και πληθυσμών, δηλαδή τη Μεγάλη Ιδέα. Επομένως, σπουδαίος ο Παπαρρηγόπουλος, αλλά η μελέτη του αφορά πια μόνο τους ειδικούς. Αν θέλετε να πάρετε την έκδοση που προσφέρει το National Geographic για να την έχετε στη βιβλιοθήκη σας σαν κειμήλιο ή μουσειακό είδος, πάρτε τη. Αλλά μην περιμένετε να μάθετε απ’αυτή την ελληνική Ιστορία.


4. Έπαιξε ρόλο η Εκκλησία στην «εθνική παλιγγενεσία»;

Όχι. Για την ακρίβεια, ακόμα κι η ερώτηση αυτή είναι λανθασμένη. «Εθνική παλιγγενεσία» (αναγέννηση του έθνους δηλαδή) δεν υπάρχει, για τον απλό λόγο ότι το έθνος είναι φαινόμενο του 18ου – 19ου αιώνα. Πιο πριν δεν υπήρχε, άρα ούτε να «ξαναγεννηθεί» μπορούσε, ούτε να «αφυπνιστεί». Η Εκκλησία δεν υπήρξε θεματοφύλακας του έθνους, γιατί έθνος με τη σύγχρονη έννοια δεν υπήρχε. Βοήθησε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, σίγουρα, όπως και της χριστιανικής πίστης, αλλά μέχρι εκεί. Η προετοιμασία για την Επανάσταση του 1821 (Διαφωτισμός, Φιλική Εταιρεία...) και η Επανάσταση έγιναν από λαϊκούς (λόγιους, εμπόρους...), μερικοί μάλιστα από τους οποίους ήταν αντικληρικαλιστές (ενάντια στο παπαδαριό σε απλά ελληνικά), όπως φαίνεται π.χ. από την «Ελληνική Νομαρχία» κι άλλα έργα του νεοελληνικού Διαφωτισμού και από τα επαναστατικά Συντάγματα. Άνθρωποι του κατώτερου κλήρου (δηλαδή ο παπα-Γιώργος που μένει εδώ πιο κάτω κι ο διάκος του) έλαβαν μέρος, αλλά μόνον ατομικά. Η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση – Εκκλησία ήταν, φύσει και θέσει συντηρητικός θεσμός, και δεν έβλεπε με καλό μάτι τις ριζοσπαστικές αλλαγές (και τα έβρισκε και μια χαρά με την οθωμανική εξουσία). Είναι επίσης γνωστό και τεκμηριωμένο ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρχε κι ούτε ορκίστηκαν οι οπλαρχηγοί στην Αγ. Λαύρα. Αφήστε δε που η Επανάσταση δεν έγινε στις 25 Μαρτίου αλλά στις 20 – διάλεξαν να τη γιορτάζουν στις 25 για να είναι 2 σε 1 με τον Ευαγγελισμό, όταν πια το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με την εκκλησία. Αυτοί δε οι μύθοι περί ρόλου της Εκκλησίας μάς ήρθαν πακέτο με την εθνική ιστοριογραφία (βλ. πιο πάνω, Παπαρρηγόπουλος), για να υποστηριχθεί η Μεγάλη Ιδέα: αν αποδεικνυόταν ότι Έλληνες=Χριστιανοί, τότε και Χριστιανοί=Έλληνες, άρα Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπόκοοι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας = αλύτρωτοι Έλληνες, επομένως δώστε μας τη Σμύρνη και την Πόλη! [ορίστε! ωραιότατη εξίσωση! απορώ γιατί έπαιρνα 3 στην Άλγεβρα...]


5. Εξελίσσεται η επιστήμη της Ιστορίας;

Ναι. Λογικό είναι να πει κάποιος «τι διαφορά έχει αν θα διαβάσω τον Παπαρρηγόπουλο ή κάποιο πιο καινούριο βιβλίο ελληνικής Ιστορίας; Τα ίδια δεν θα λένε; Αφού δεν άλλαξαν τα γεγονότα εντωμεταξύ.» Σύμφωνοι, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Βγαίνουν όμως στην επιφάνεια καινούρια στοιχεία για τα γεγονότα, και κυρίως αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε και τα εντάσσουμε σ’ένα σύνολο για να τα νοηματοδοτήσουμε. Ένα βιβλίο με ξεπερασμένη ιστοριογραφική αντίληψη αποτελεί πια το ίδιο Ιστορία, δεν χρησιμεύει παρά μόνο στους ιστορικούς, κι ακόμα και σ’αυτούς μέχρι ένα σημείο. Ο ιστορικός πρέπει να ξέρει ιστοριογραφία (που μας λέει πώς γράφεται η Ιστορία και πώς καταλάβαιναν κι έγραφαν την Ιστορία παλιότερα). Αν όμως δεν το απαιτεί για πολύ ειδικούς λόγους το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνάς του, δεν χρειάζεται να κάτσει να διαβάσει όλο τον Παπαρρηγόπουλο. Θα καθόταν σήμερα κάποιος να μάθει Μαθηματικά ή Φυσική από ένα βιβλίο του 19ου αιώνα; Δεν νομίζω, γιατί αν και οι βάσεις (κι εννοώ τα εντελώς βασικά, π.χ. ο νόμος της βαρύτητας) είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (και δεν έχουν αλλάξει βέβαια), ένα απαρχαιωμένο βιβλίο και δεν θα τα παρουσιάζει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο και δεν θα περιλαμβάνει τις πιο καινούριες γνώσεις. Δεν θέλω να υπερβάλω, αλλά ένα παρωχημένο βιβλίο Ιστόριας μού φαίνεται ότι κινδυνεύει να στραβώσει ακόμα περισσότερο αυτούς που θα προσπαθήσουν να μάθουν Ιστορία, απ'ό,τι ένα παλιό βιβλίο Μαθηματικών.


Αυτά λοιπόν. Όποιος σάς πει οτιδήποτε άλλο, μην τον ακούτε! Αντιτάξτε του αυτές τις πέντε απλές αλήθειες και επικαλεστείτε με: «τα διάβασα στο ίντερνετ, από το κουπέπι, που είναι πολύ καλή κοπέλα και μορφωμένη – φαίνεται!» (Κι αν τον πείσετε να μου το πείτε...) Κι όσοι έχετε παιδιά, κολλήστε τη λίστα πάνω στο ψυγείο να τη βλέπει, μπας και σωθεί το σπάχνο σας από την πλύση εγκεφάλου του σχολείου!


Μπόνους τρακ: 2 τίτλοι (εντελώς ενδεικτικά) για τον ελληνικό 19ο αιώνα:

Αλέξης Πολίτης, Ρομαντικά Χρόνια. Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων, Αθήνα 2003 (3η έκδοση)

Έλλη Σκοπετέα, Το Πρότυπο Βασίλειο και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988


Κι ένα για τη σχέση κράτους - εκκλησίας (έχει κι ένα ιστορικό κομμάτι, οπότε ενδείκνυται για όσους θέλουν να καταλάβουν τα βασικά πράγματα, αλλά βαριούνται τα βιβλία Ιστορίας):

Αντώνης Μανιτάκης, Οι Σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος-έθνος. Στη Σκιά των Ταυτοτήτων, Νεφέλη, Αθήνα 2000