31 Δεκ 2010

Απολογισμός 2010: à quoi ça sert la résistance?

Ή: να λογαριάσουμε πώς γινόμαστε πολίτες

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε. / Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι / μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα, / όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Σεφέρης, Ένας γέροντας στην Ακροποταμιά


Σε τι χρησιμεύει η αντίσταση, όταν μας λένε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, κι όταν μάλιστα βλέπουμε κι οι ίδιοι ότι οι κινητοποιήσεις μας δεν έχουν άμεσα αποτελέσματα; Χρησιμεύει μήπως στο να έχουμε ωραίες ιστορίες να λέμε τις κρύες νύχτες του χειμώνα, ή στο να οργανώνουμε συγκινητικές επετειακές εκδηλώσεις, όπως κάνουμε για το Πολυτεχνείο; Μου περνάνε απ’το μυαλό διάφορες ιδέες, για αξιοπρέπεια, για λαό που πρέπει να δείχνει έμπρακτα ότι είναι κυρίαρχος, αλλά ο εντελώς ορθολογιστής εαυτός μου ψάχνει κάτι πιο απτό, κάτι. Και καταλήγω σ’ένα μόνο πράγμα: η αντίσταση φτιάχνει κοινότητα, μας κάνει πολίτες.

Ο άνθρωπος, για να ζήσει ανθρώπινα («ό,τι κι αν αρχίσω, όποια πόρτα κι αν χτυπήσω», από πίσω πετάγεται ο Ömer abi κι η φράση που βάζει σχεδόν σε κάθε άρθρο του: insanı insanî yapan özellikleri, οι ιδιότητες του ανθρώπου που τον κάνουν άνθρωπο), για να είναι στοιχειωδώς προφυλαγμένος από φυσικές και άλλες συμφορές, για να μπορεί ν’αναπτύξει, ακριβώς τις «ιδιότητες που τον κάνουν άνθρωπο», έχει ανάγκη από κάποιου είδους συλλογική ζωή, κάποιου είδους κοινωνία. Στην προνεωτερική εποχή, αυτή η συλλογική ζωή εξασφαλιζόταν μέσα από δομές τις οποίες το άτομο δεν επέλεγε: οικογένεια, θρησκευτική κοινότητα, φυλή. Η κοινωνία οργανωνόταν με τέτοιο τρόπο που δεν επέτρεπε μεγάλη ελευθερία δράσης: το άτομο όφειλε να εκπληρώνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις με συγκεκριμένο τρόπο ∙ αλλιώς, κινδύνευε με αποβολή απ’την κοινότητα. Όφειλε λοιπόν το άτομο να υποτάσσεται σ’αυτό που επέτεσσε η κοινότητα, ενίοτε και κάποιος ιεραρχικά ανώτερός του μέσα στην κοινότητα: κλήρος, φεουδάρχης.

Προνεωτερικές μορφές οργάνωσης επιβιώνουν και σήμερα, αν και συνήθως με καινούρια χαρακτηριστικά, ακόμα κι αν επικαλούνται κάποια «παράδοση» για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους και τον τρόπο οργάνωσής τους: αυτό σίγουρα ισχύει για τις θρησκευτικές κοινότητες. Η οικογένεια, ειδικά σε μέρη όπου η σύγχρονη κοινωνική/κρατική οργάνωση δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των ατόμων, παίζει έναν τέτοιο ρόλο, κάτι που την καθιστά άκρως συντηρητική: αν το άτομο δεν μπορεί να στηριχτεί στις δύσκολες στιγμές του σ’ένα κράτος πρόνοιας, στις παροχές του οποίου έχει δικαίωμα, ως πολίτης, τότε πρέπει να φροντίσει να τα πηγαίνει καλά με την οικογένειά του, να εκπληρώνει τις παραδοσιακές υποχρεώσεις του απέναντί της, ώστε να τον προστατεύει – βλ. κι Ελεφάντη, εδώ. Επίσης, υπάρχουν και τρόποι με τους οποίους προνεωτερικά στοιχεία επιβιώνουν μέσα σε φαινομενικά νεωτερικές δομές: για παράδειγμα, συνδικαλιστικά όργανα που στηρίζονται σε και υπερασπίζονται προνόμια και όχι δικαιώματα φέρνουν στον σύγχρονο δημόσιο χώρο κάτι το προνεωτερικό. Το ότι, για παράδειγμα, η κοινωνική ισορροπία αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, απ’το 1974 και μετά, όχι τόσο χάρη στο νεωτερικό κράτος πρόνοιας των δικαιωμάτων, που περικλείει δυνητικά όλους τους πολίτες, αλλά μέσα απ’τις πελατειακές σχέσεις και τις ατομικές/οικογενειακές στρατηγικές σημαίνει ότι η κοινωνία είναι ναρκοθετημένη με ανισότητες που αργά ή γρήγορα θα έσκαγαν. (Εδώ θα έλεγα ότι, όπως ακριβώς οι παρακρατικοί μηχανισμοί της εποχής του Ψυχρού Πολέμου ετοίμαζαν κρυψώνες με όπλα προς χρήση σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής ή επικράτησης του εσωτερικού εχθρού, έτσι ακριβώς και το ΠΑΣΟΚ έχει κρύψει στην κοινωνία μας ανισότητες, προνόμια, ομάδες κι ομαδούλες τις οποίες τώρα, πολύ βολικά, βάζει να αλληλοσπαραχθούν. Μ’αυτή την έννοια, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει προσφέρει απολύτως τίποτα στην υπόθεση του ουσιαστικού και δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας – βλ. κι Αναγνωστοπούλου, εδώ.)

Στη νεωτερικότητα, το άτομο απελευθερώνεται απ’τις υποχρεώσεις που το εγκλώβιζαν στις παραδοσιακές κοινωνικές δομές της οικογένειας και της κοινότητας. Αυτή η ελευθερία όμως μπορεί εύκολα να γίνει τυραννία και εξαθλίωση για το ίδιο το άτομο. Δεν έχει πια τίποτα να το προστατεύει. Η πιο απτή έκφραση αυτού του πράγματος είναι βέβαια οι εργάτες της Βιομηχανικής Επανάστασης: αποκομμένοι απ’τη γη που μέχρι τότε τους έθρεφε, χωρίς κανέναν δεσμό με τον χώρο και με την κοινωνία γύρω τους, χωρίς κανένα μέσο για να επιβιώσουν εκτός απ’την εργασία τους, ήταν ακριβώς η εργατική δύναμη που, σαν «κρέας για τις μηχανές», χρειαζόταν η οικονομική ανάπτυξη. Σήμερα, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο, καθώς βρισκόμαστε, όπως υποστηρίζει η Ayşe Buğra, σε ένα δεύτερο κύμα προλεταριοποίησης – βλ. εδώ.

Η νεωτερικότητα παρέχει λοιπόν ελευθερία, αλλά και στη νεωτερικότητα ο άνθρωπος χρειάζεται κάποιου είδους κοινότητα. Στη νεωτερικότητα το άτομο έχει το δικαίωμα να επιλέξει σε ποιες κοινότητες θα ανήκει, κι έχει και τη δυνατότητα να τις συνδιαμορφώσει. Καταρχάς υπάρχει η πολιτική κοινότητα, αυτή του έθνους, που βασίζεται στην αποδοχή κοινών πολιτικών αξιών: μέσα σ’αυτή την κοινότητα όλοι είναι δυνητικά ίσοι, όχι μόνο πολιτικά, αλλά και οικονομικά/κοινωνικά – αυτή είναι άλλωστε και η λειτουργία του κράτους πρόνοιας, βλ. κι εδώ κι εδώ. Αλλά και σ’αυτή την πολιτική κοινότητα, οι άνθρωποι δεν συμμετέχουν (μόνο) ατομικά ∙ συμμετέχουν και συλλογικά, μέσα από συνδικάτα, οργανώσεις, κόμματα. Αυτό που επιτυγχάνεται μ’αυτό τον τρόπο είναι και επί της ουσίας ο υπήκοος να γίνει πολίτης: να νιώσει ότι υπάρχει γύρω του ένα δίκτυο που τον υποστηρίζει, κι όχι γιατί εκπληρώνει κάποιες υποχρεώσεις, αλλά γιατί το δικαιούται ως πολίτης (στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής κοινότητας) και το διεκδικεί και το βιώνει ως άτομο που μοιράζεται ιδέες, αξίες, αγωνίες (στο πλαίσιο κάθε είδους συλλογικοτήτων, ακόμα και στο πλαίσιο των φιλικών σχέσεων). Η έννοια του πολίτη εμπεριέχει ελευθερία κι αλληλεγγύη, κι είναι μια έννοια – και μια πράξη – που τείνει στην ένταξη όλο και περισσότερων ανθρώπων, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινότητες, που αναπαράγουν αποκλεισμούς (ή και με τους δήθεν πολίτες, στην πραγματικότητα τραμπούκους του παρακράτους – βλ. εδώ).

Η αντίσταση χρησιμεύει ακριβώς σ’αυτό: διαμορφώνει πολίτες. Καταρχάς, και μόνο με τη συμμετοχή μας σε μια κινητοποίηση αποδεικνύουμε ότι είμαστε – κι ότι θέλουμε να είμαστε – πολίτες. Το κυριότερο όμως είναι ότι οι κινητοποιήσεις σημαίνουν κι ότι αρχίζουμε να οργανωνόμαστε, να συμμετέχουμε σε συλλογικότητες, να γινόμαστε πραγματικά πολίτες. Η συμμετοχή σε μια διαδήλωση, κι ακόμα περισσότερο σε μια συλλογικότητα, μας κάνει και να νιώθουμε πιο δυνατοί και προστατευμένοι και να είμαστε, επί της ουσίας. Αρκεί να σταματήσουμε να είμαστε φοβισμένα ανθρωπάκια που υπερασπίζονται προνόμια (βλ. τον βιβλιοθηκάριο, εδώ), και να γίνουμε πολίτες που διεκδικούν ίσα δικαιώματα για όλους. Μόνο έτσι θα βγούμε απ’τις ατομικές/οικογενειακές στρατηγικές, απ’το προστατευτικό αλλά συντηρητικό κι εγωιστικό κουκούλι της οικογένειας και θα γίνουμε πραγματικά πολίτες.

«Δεν θέλω τίποτε άλλο, παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη»: η έννοια του πολίτη είναι που με απασχόλησε και με απασχολεί πιο πολύ απ’οτιδήποτε.


22 Δεκ 2010

Ο μύθος του τουρκικού οικονομικού θαύματος

Ακούω συνεχώς να παρουσιάζεται η Τουρκία ως παράδειγμα προς μίμηση. Αυτό που λέγεται είναι, με λίγα λόγια, ότι η Τουρκία, μια χώρα με πολλά οικονομικά προβλήματα στο παρελθόν και μια μεγάλη οικονομική κρίση (και υποτίμηση του νομίσματός της) το 2001, έχει σήμερα μια γρήγορα αναπτύσσομενη οικονομία, χάρη σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που παράγουν για τη διεθνή αγορά. Με ποιο κόστος και ποιο όφελος για την τουρκική κοινωνία, όμως; Αναφέρω εντελώς ενδεικτικά και σχηματικά ορισμένα στοιχεία.

Λίγη Ιστορία

Η ιδιωτική τουρκική επιχειρηματική δραστηριότητα έχει στο μεγαλύτερο βαθμό της στηριχτεί στις προνομιακές σχέσεις που οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι ανέπτυξαν με παράγοντες του κράτους (βλ. κυρίως: Ayşe Buğra, State and Business in Modern Turkey: a Comparative Study). Αυτό δεν είναι κάτι το καινοφανές, τη στιγμή μάλισταν που είναι γνωστό ότι κι η ίδια η «ελεύθερη» αγορά δεν φτιάχτηκε ούτε «φυσικά» ούτε «ελεύθερα», αλλά με πολύ συγκεκριμένες πολιτικές (βλ. Karl Polanyi, The Great Transformation).

Τα σημαντικότερα και πιο ριζοσπαστικά μέτρα προς τη φιλελευθεροποίηση της τουρκικής οικονομίας ελήφθησαν το 1980, με τις περιώνυμες «αποφάσεις της 24ης Ιανουαρίου», έργο του Τουργκούτ Οζάλ ο οποίος μόλις είχε διοριστεί απ’την κυβέρνηση του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ γενικός γραμματέας του Υπουργείου Οικονομίας. Είναι κοινώς αποδεκτό στη βιβλιογραφία ότι ένας απ’τους λόγους που οδήγησαν στο στρατιωτικό πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 ήταν κι η ανάγκη να εφαρμοστούν οι «αποφάσεις της 24ης Ιανουαρίου» χωρίς αντιδράσεις: το δικαίωμα στην απεργία, τα συνδικάτα κι οποιαδήποτε μορφή συλλογικής δράσης περιορίστηκαν απ’τη στυγνή δικτατορία που εγκαθιδρύθηκε.

Παρά τη φιλελευθεροποίηση, ήδη απ’το 1980, της τουρκικής οικονομίας, τα προβλήματα συνεχίστηκαν. Η πιο πρόσφατη μεγάλη οικονομική κρίση ήταν αυτή του Φεβρουαρίου του 2001, η οποία ακολουθήθηκε από υποτίμηση της τουρκικής λίρας και προσφυγή στο ΔΝΤ.

Το τουρκικό θαύμα;

Τα τελευταία χρόνια η τουρκική οικονομία παρουσιάζει όντως υψηλό ρυθμό ανάπτυξης. Σίγουρα και για τους Τούρκους πολίτες τα πράγματα είναι καλύτερα απ’ό,τι ήταν το 2001. Πόσο καλύτερα όμως; Πόσο καλά, για την ακρίβεια; Η ανεργία είναι υψηλή και το ποσοστό των ανασφάλιστων εργαζόμενων ιδιαίτερα υψηλό. Η τουρκική κοινωνία πλήττεται από σοβαρότατες ανισότητες και φτώχεια που ένα ελλιπέστατο κράτος πρόνοιας όχι μόνο είναι εκ των πραγμάτων ανίκανο να ανακουφίσει αλλά στην ουσία δεν θέτει ούτε καν ως στόχο του να αντιμετωπίσει, επαφιόμενο στην παραδοσιακή οικογενειακή αλληλεγγύη ή στην ιδιωτική φιλανθρωπία (βλ. μελέτες των Çağlar και Buğra για λογαριασμό του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΟΗΕ, κυρίως Ayşe Buğra and Çağlar Keyder, Poverty and Social Policy in Contemporary Turkey).

Ο κατώτατος μισθός για το δεύτερο εξάμηνο του 2010 είναι: για τους άνω των 16 ετών 544,44 τουρκικές λίρες (περίπου 250-260 ευρώ), για τους κάτω των 16 ετών 463,90 λίρες (περίπου 230 ευρώ). Αυτά που δίνω είναι τα καθαρά νούμερα, όχι οι μικτές αποδοχές.

Επίσης, θεσμοθετείται και πάλι απ’την κυβέρνηση Ερντογάν, με στόχο τη μείωση της ανεργίας, ο «τοπικός κατώτατος μισθός». Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιφέρειες της Τουρκίας (26 έχουν επιλεγεί – νομίζω ότι πρόκειται για νομούς, το οποίο μας κάνει 26 απ’τους συνολικά 81 νομούς της χώρας) θα ορίζεται κατά περίπτωση ο κατώτατος μισθός που θα μπορεί να είναι «ανώτερος ή κατώτερος» απ’τον εθνικό κατώτερο μισθό. Το ενδιαφέρον είναι ότι κάτι παρόμοιο γινόταν μεταξύ των ετών 1969 και 1973 (με τη διαφορά ότι τότε τους διαφορετικούς κατώτατους μισθούς θεσμοθετούσε η ίδια, κεντρική επιτροπή, ενώ τώρα οι επιτροπές θα συστήνονται τοπικά). Μετά όμως από προσφυγή του Τουρκικού Εργατικού Κόμματος (Türkiye İşçi Partisi – TİP) στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το μέτρο αυτό είχε καταργηθεί.

Σύμφωνα με την Τουρκική Στατιστική Υπηρεσία, τον Απρίλιο του 2009 το ποσοστό της ανασφάλιστης εργασίας στην Τουρκία ανερχόταν στο 42,7%. Τον Απρίλιο του 2010, το ποσοστό αυτό έφτασε το 43,3%. Μέσα σ’αυτό το διάστημα υπήρξε και αύξηση της απασχόλησης: δημιουργήθηκαν 1.803.000 θέσεις εργασίας, απ’αυτές όμως οι 905.000, δηλαδή περίπου το 50% ήταν χωρίς ασφάλιση.

Στην εργασία των Buğra και Keyder (προσβάσιμη εδώ) υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τη φτώχεια και το κοινωνικό κράτος στην Τουρκία. Δείτε, για παράδειγμα, σ. 22-23 σχετικά με τους όρους εργασίας (αδήλωτη εργασία, εργασία με ελαστικά ωράρια ή και από το σπίτι σε συνθήκες που θυμίζουν 18ο – 19ο αιώνα κλπ.) και σ. 28-33 σχετικά με το πώς οι λειτουργίες του κράτους πρόνοιας αφήνονται συνήθως στις παραδοσιακές οικογενειακές δομές και στη φιλανθρωπία. Μόνο στο τέλος της εργασίας τους οι συγγραφείς αφήνουν να διαφανεί η ελπίδα ότι το κράτος πρόνοιας αρχίζει να γίνει αντιληπτό ως μέσο ένταξης, ως δικαίωμα των πολιτών (και όχι ως φιλανθρωπία). Δείγμα αυτού θεωρούν την κίνηση της κυβέρνησης Ερντογάν να μοιράσει δωρεάν τα σχολικά βιβλία στους μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (σ.36).

Η Τουρκία είναι όντως μπροστά – αλλά πού μπροστά;

Η Τουρκία βρίσκεται όντως μπροστά. Το κοινωνικό της κράτος υπήρξε πάντα υποτυπώδες, κι έτσι κατά κάποιο παρέκαμψε αυτή τη μεταπολεμική φάση που στη Δυτική Ευρώπη συνοδεύτηκε από τη θεσμοθέτηση ενός πολύ ισχυρού κοινωνικού κράτους και στην Ελλάδα από μια πιο περιορισμένη εφαρμογή του κοινωνικού κράτους κι από την άμβλυνση των ανισοτήτων χάρη στον «εκδημοκρατισμό» του πελατειακού κράτους επί ΠΑΣΟΚ. Με τη βίαιη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας από το 1980 και μετά (είναι αλήθεια ότι παλιότερα το κράτος έπαιζε πολύ σημαντικότερο ρόλο στην τουρκική οικονομία, με κρατικές επιχειρήσεις, μονοπώλια κλπ.), η Τουρκία πέρασε σε μια φάση στην οποία ναι μεν υπάρχει ανάπτυξη (κι αυτό βέβαια είναι κάτι σχετικό), καθώς η φτηνή εργασία και άλλα προνόμια που αναγνωρίζει το κράτος στις επιχειρήσεις επιτρέπει τη φτηνή παραγωγή, αλλά οι ανισότητες σε καμία περίπτωση δεν αμβλύνονται. Πρόκειται για μια διαδικασία που επιτείνεται σήμερα, π.χ. με την εφαρμογή του «τοπικού κατώτατου μισθού».

Άρα, πού μπροστά βρίσκεται η Τουρκία; Η τουρκική κοινωνία στο σύνολό της δεν έχει επωφεληθεί επί της ουσίας από την (όποια) ανάπτυξη των τελευταίων ετών. Η Τουρκία είναι μπροστά στην επισφάλεια. (Επίσης, όπως εγώ πρωτοάκουσα απ'την Ayşe Buğra αλλά γράφει πολύ καλά κι ο Techie Chan, η ανάπτυξη, σ'όλο τον κόσμο, έτσι κι αλλιώς έχει βαρέσει τοίχο. Άρα, για πόσο ακόμα θα μπορέσει να συνεχίζεται η τουρκική ανάπτυξη, και με ποιο κόστος για την τουρκική κοινωνία;) Όποιος μας τη φέρνει ως παράδειγμα θέλει κάτι πολύ συγκεκριμένο για την οικονομία και την κοινωνία της Ελλάδας, κάτι που εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα (για να μην πω καθήκον) να απορρίπτουμε.


7 Νοε 2010

Μπροστά στις εκλογές: με τους πολίτες ή με το ποίμνιο;

Άρθρο της Σίας Αναγνωστοπούλου


Μετά από ένα χρόνο, στη διάρκεια του οποίου ήρθαν τα επάνω κάτω εφ’ όλης της ύλης, η χώρα ετοιμάζεται για τις εκλογές αυτοδιοίκησης. Στις επικείμενες εκλογές τίθεται ένα δίλημμα και το οποίο αφορά επί της ουσίας το πολιτικό τους μήνυμα. Οι πολίτες εντέλει καλούνται να εκφράσουν με την ψήφο τους την πολιτική τους θέση απέναντι στις κεντρικές επιλογές της κυβέρνησης ή, αφήνοντας στην άκρη την κυβερνητική πολιτική, τη θέλησή τους με γνώμονα τις ανάγκες και τις προτεραιότητες που θέτουν τα ζητήματα της αυτοδιοίκησης; Για να απλοποιήσω το δίλημμα: η ψήφος αφορά το «μνημόνιο» -τις προϋποθέσεις και τις συνέπειές του- ή αφορά αποκλειστικά την αυτοδιοίκηση, ξεκομμένα από το μνημόνιο; Το δίλημμα, έτσι όπως τίθεται, μοιάζει να μην έχει πολιτικό νόημα, αφού δημιουργεί πόλωση, το ένα σκέλος του ακυρώνει το άλλο. Δηλαδή η έκφραση υπέρ ή κατά του μνημονίου υπονομεύει την αυτοτέλεια των αυτοδιοικητικών εκλογών, ενώ από την άλλη μεριά η απόσπαση των εκλογών από το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο στο οποίο διεξάγονται ακυρώνει την πολιτική και ιδεολογική βάση που όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις έτσι κι αλλιώς έχουν, ακόμη κι αν πρόκειται για εκλογές συλλόγου.


Τα όρια ανάμεσα στους πολίτες και το ποίμνιο


Ας μιλήσουμε λοιπόν καταρχάς για την πολιτική πραγματικότητα στο πλαίσιο της οποίας διεξάγονται αυτές οι εκλογές. Ο ελληνικός λαός τον τελευταίο χρόνο βρέθηκε αντιμέτωπος με μια νέα κατάσταση, για την αντιμετώπιση της οποίας υποβλήθηκε από την κυβέρνηση σε θυσίες, στο όνομα της εθνικής-οικονομικής- ανεξαρτησίας. Δεν θα συζητήσω εδώ τα περί ΔΝΤ, τα περί των επιλογών της κυβέρνησης. Δεν θα συζητήσω καν τα περί του μνημονίου. Ας σταθούμε όμως στην άλλοτε ρητή και άλλοτε υπονοούμενη νομιμοποίηση που χρησιμοποίησε κατά κόρο η κυβέρνηση για να επιβάλλει τις πολιτικές της επιλογές. Η νομιμοποίηση αυτή αφορούσε και αφορά την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου πατριωτισμού, στη βάση του οποίου το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να συνεγείρει τον λαό για την οικοδόμηση της «νέας πατρίδας». Στο όνομα λοιπόν της «νέας πατρίδας» κλήθηκε και καλείται ο ελληνικός λαός να επιδείξει τον πατριωτισμό του, να δώσει στην πρώτη γραμμή της μάχης τον ύστατο αγώνα πείνας υπέρ «πίστεως και πατρίδος». Ποιο είναι ωστόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο του νέου πατριωτισμού; Σε αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η κυβέρνηση, κάνοντας έκκληση στον πατριωτισμό του ελληνικού λαού, ξέχασε να ορίσει ορισμένα κρίσιμα σημεία. Πρώτον, πως και από ποιους ορίζεται η «νέα πατρίδα». Δεν μπορείς να πολεμάς για μια πατρίδα που δεν ξέρεις ποια είναι. Δεν νομίζω ότι η πατρίδα αυτών που κάνουν τις θυσίες έχει καμιά σχέση με την πατρίδα αυτών που κατασπατάλησαν και κατασπαταλούν το δημόσιο χρήμα. Δεύτερον, ποιο είναι το προηγούμενο «τυραννικό καθεστώς» πραγμάτων που καλούμαστε με θυσίες να ανατρέψουμε προκειμένου να οικοδομήσουμε τη «νέα πατρίδα». Δεν μπορείς να θυσιάζεσαι χωρίς προηγουμένως να έχει συνομολογηθεί ένα νέο συμβόλαιο αξιών που θα δένει με εμπιστοσύνη στον αγώνα τον μαχητή με τον στρατηγό.


Η κυβέρνηση δεν επεδίωξε ούτε δείχνει να επιδιώκει να συνομολογήσει ένα νέο συμβόλαιο με τον ελληνικό λαό. Και δεν επιδιώκει, γιατί τότε θα έπρεπε να ονοματίσει και να καταγγείλει το προηγούμενο «τυραννικό καθεστώς» (δηλαδή όλες τις μετά τη Μεταπολίτευση κυβερνήσεις) που μας οδήγησε μέχρι εδώ, και εναντίον του οποίου έπρεπε να διεξαχθεί ο αγώνας. Σε αυτό τον πατριωτικό αγώνα λοιπόν έπρεπε να ονοματιστεί το «καθεστώς», να ονοματιστούν όλοι οι «κοτζαμπάσηδες», αυτοί δηλαδή που λόγω της εγγύτητας με την εξουσία κέρδιζαν «προνόμια» σε βάρος του δημόσιου χρήματος, σε βάρος των «ραγιάδων». Και σε αυτούς τους «κοτζαμπάσηδες» ανήκουν και συνδικαλιστές και «προνομιούχες ομάδες» εργαζομένων και ένα μέρος του λαού, με το οποίο οι κυβερνήσεις ανέπτυσσαν προνομιακές σχέσεις για να εξασφαλίζουν την υποταγή του. Όσο δεν ονοματίζεται το «προηγούμενο καθεστώς» τόσο η δυνατότητα ανατροπής του είναι αδύνατη, κι άλλο τόσο είναι αδύνατον να συνομολογηθεί το νέο συμβόλαιο. Γιατί λοιπόν ο Έλληνας πολίτης που υφίσταται περικοπές μέχρι εξάντλησης να πιστέψει ότι αυτές οι θυσίες θα πιάσουν τόπο, αφού η κυβέρνηση δεν ορίζει τον «τόπο»;


Ο νέος πατριωτισμός της κυβέρνησης δεν διαμόρφωσε ούτε φαίνεται να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας νέας ανατρεπτικής νοοτροπίας που θα ενέπνεε πολίτες που θα πίστευαν στη «νέα πατρίδα», γιατί η ίδια είναι στο μεγαλύτερο μέρος της σαρξ εκ της σαρκός του «παλιού καθεστώτος», γιατί η ίδια οφείλει την εξουσία της ακριβώς στις νοοτροπίες που στήριξαν το «παλιό καθεστώς». Έτσι με την έκκληση στον -δική της κοπής- πατριωτισμό των Ελλήνων, η κυβέρνηση αντί να ανατρέπει, επιτρέπει να αναπαράγονται παλιές, βολικές νοοτροπίες, με νέο περιτύλιγμα. Αυτές που επιτρέπουν άλλοτε την έκκληση στον πατριωτισμό πολιτών και άλλοτε την προσφυγή, στο όνομα του φόβου του Θεού-Τρόϊκας (μάλιστα πολυχρονεμένε μου σουλτάνε), στην υποταγή ποιμνίου. Στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας που άλλοτε ορίζεται ως σύνολο πολιτών και άλλοτε ως ποίμνιο, ή καλύτερα δεν ορίζεται ούτε ως σύνολο πολιτών ούτε ως ποίμνιο, και όπου ανθούν διάφορα φρούτα -οι διαμεσολαβητές-δραγουμάνοι του λαού (συγκαταλέγονται πάμπλουτοι δημοσιογράφοι, πάμπλουτοι «εθνικοί» ψυχαγωγητές, συνδικαλιστές κλπ.)- η πολιτική του «εξ ύψους» καταναγκασμού είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Αυτός όμως ο «εκ φόβου Θεού [Τρόϊκας]» πατριωτισμός δεν παράγει ανατροπή, παράγει συντηρητισμό, παράγει μοιρολατρία, και από την άλλη παράγει δωρεάν τσαμπουκά, ό,τι καλύτερο για τους «κοτζαμπάσηδες», φοροφυγάδες, λαμόγια παντός τύπου και καιρού, ό,τι καλύτερο για μια κυβέρνηση που δεν φαίνεται να θέλει να αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με τους Έλληνες ως πολίτες, ως κριτικά σκεπτόμενους, ως ανατρεπτικά δρώντες πολίτες.


Ας δούμε ωστόσο την πολιτική πραγματικότητα από την πλευρά της Αριστεράς. Διαμορφώνει προϋποθέσεις ανατροπής του «παλιού καθεστώτος», διαμορφώνει πάντα προϋποθέσεις μιας πολιτικά ουσιαστικής νοοτροπίας αντίστασης και «επανάστασης»; Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Τα όρια ανάμεσα στο συντηρητισμό και τη μοιρολατρία από τη μια μεριά και την επαναστατικότητα από την άλλη είναι δυσδιάκριτα. Βεβαίως η Αριστερά προσπαθεί να συνεγείρει πολίτες συνειδητοποιημένους (διαφορετικά δεν υφίσταται ως Αριστερά) εναντίον του μνημονίου, του ΔΝΤ και λοιπά. Με ποια μέσα ωστόσο και στη βάση ποιων αξιών; Ο κατ’εξακολούθηση τον τελευταίο καιρό καταγγελτικός ή συνθηματικός λόγος δεν εμπνέει πολιτικά υποκείμενα, δεν παράγει ανατρεπτική νοοτροπία. Αντιθέτως συμβάλλει στο συντηρητισμό της κοινωνίας, έστω κι από άλλο δρόμο. Η επίκληση στο λαό ως αδιαφοροποίητο πολιτικό υποκείμενο εμπεδώνει το συντηρητισμό και την υπονόμευση των δικαιωμάτων. Το σχήμα «πλουτοκρατία» εναντίον λαού, στο οποίο ούτε η πλουτοκρατία ορίζεται ούτε ο λαός, όπως και το σύνθημα «κάτω όλα» -ό,τι δεν προέρχεται από «εμάς» που έχουμε κατ’ αποκλειστικότητα το προνόμιο να είμαστε αριστεροί- δεν παράγουν ανατρεπτική πολιτική, απλώς επιτρέπουν στην Αριστερά (όσο της επιτρέπουν) να συντηρεί τις δυνάμεις της. Από τη στιγμή που η Αριστερά δεν τολμά να ξεκαθαρίσει τη διαφορά ανάμεσα στα δικαιώματα των πολιτών και τα προνόμια ομάδων που επωφελήθηκαν και επωφελούνται από τη νοοτροπία πλιάτσικου και υφαρπαγής της λείας (όπου «λεία» το δημόσιο χρήμα), από τη στιγμή δηλαδή που δεν διαμορφώνει ξεκάθαρους όρους αντίστασης, αυτοϋπονομεύεται. Αυτοπαγιδεύεται ανάμεσα σε μια «επαναστατικότητα» είτε του μπάχαλου είτε της ακινησίας. Και η «επαναστατικότητα», τόσο της ακινησίας (ΚΚΕ) όσο και του μπάχαλου (ομάδων ΣΥΡΙΖΑ), βασισμένη στα πιο παρωχημένα στερεότυπα (από υφέρποντα εθνικισμό μέχρι άρνηση οποιασδήποτε κριτικής σκέψης, που κατά τα άλλα αποτελεί την ουσία της Αριστεράς), παράγει ή ποίμνιο ή «Τσακητζήδες», δεν διαμορφώνει πάντως ανατρεπτικούς πολίτες. Από την άλλη μεριά η «ανανέωση» ως δεδομένο και αδιαφοροποίητο στον χρόνο πρόταγμα μιας Αριστεράς που το χρησιμοποιεί για να συντηρείται, παράγει έναν «ανανεωτικό καθωσπρεπισμό», παράγει μια Αριστερά της ευπρέπειας που επιτρέπει την κίνηση του εκκρεμούς για την ηγετική της ομάδα, ενώ απομονώνει όλους αυτούς τους πολίτες που αισθάνονται αδικημένοι (όπως και να το κάνουμε στην πολιτική υπάρχει δίκαιο και άδικο).


Οι αυτοδιοικητικές εκλογές, μέσον έκφρασης πολιτών και όχι πειθαρχίας ποιμνίων


Σε αυτή την πραγματικότητα διεξάγονται, κατά τη γνώμη μου, οι αυτοδιοικητικές εκλογές, στις οποίες πρέπει να διαμορφωθούν οι όροι αντίστασης των πολιτών σε τοπικό επίπεδο. Αντίσταση για παράδειγμα στην Αθήνα σημαίνει, πρώτον αντίσταση σε μια πολιτική νοοτροπία που οδήγησε τη χώρα αλλά και την Αθήνα εδώ που βρισκόμαστε. Δεύτερον, αντίσταση σε ένα πρόσωπο που ενσαρκώνει με το χειρότερο τρόπο αυτή την πολιτική και πολιτισμική νοοτροπία του δήθεν προοδευτισμού, του χαμερπούς λαϊκισμού, μια ακροδεξιά νοοτροπία σε περιτύλιγμα «άνεσης» που του προσέφεραν απλόχερα διάφοροι διαμεσολαβητές-δραγομάνοι του ποιμνίου. Δεν είναι ανάγκη να μιλήσουμε για τα έργα και τις ημέρες του νυν Δημάρχου της Αθήνας. Η περιφρούρηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου από τα ΜΑΤ τον Δεκέμβριο του 2008, μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, αρκεί για να απεικονίζει για πάντα τον ορισμό «με φόβο Θεού» του δημόσιου χώρου. Η κατάντια της πρωτεύουσας με την πλήρη συναίνεση (ή τη συνενοχή) του ΠΑΣΟΚ (Σκανδαλίδης) είναι γνωστή σε όλους, όσοι ζούμε σε αυτή, και ανταποκρίνεται απολύτως σε όλα όσα παραπάνω ανέφερα.


Η «Ανοιχτή Πόλη» σε αυτά τα τέσσερα χρόνια διαμόρφωσε σοβαρούς πυρήνες αντίστασης και ανατροπής μιας πολιτικής νοοτροπίας, καταστροφικής για την Αθήνα. Αυτή η κίνηση είναι ίσως η σημαντικότερη της Αριστεράς που πράγματι παρενέβη δυναμικά, χωρίς στείρους καταγγελτισμούς και συνθηματολογίες, και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα ζωντανό, ανατρεπτικό κίνημα νοοτροπιών και πολιτικών. Το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις επιλογές της «Ανοιχτής Πόλης» είναι ένα θέμα προς συζήτηση, αυτό ωστόσο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης είναι ότι η κίνηση, όπως και η ίδια η Ελένη Πορτάλιου (νυν υποψήφια δήμαρχος), διαμόρφωσε στην κοινωνία της Αθήνας μηχανισμούς αντίστασης, μηχανισμούς εντέλει συμμετοχής των πολιτών στη γειτονιά τους. Το προεκλογικό πρόγραμμα άλλωστε το καταδεικνύει: μια σοβαρή, αριστερή πολιτική πρόταση, με έμπνευση και δημιουργικότητα, που απευθύνεται σε πολίτες, ούτε σε μάναντζερ, ούτε σε πολιτικάντηδες, ούτε σε φοβισμένους ανθρώπους που θέλουν να τρυπώσουν σπίτια τους. Απευθύνεται σε πολίτες που θέλουν να διεκδικήσουν τους όρους συγκρότησης μιας νέας αλληλεγγύης, αμοιβαιότητας και συναίνεσης μεταξύ τους, σε μια πόλη που αλλάζει, που είναι δύσκολη, που χρειάζεται μαχόμενους πολίτες για να ξαναορίσουν τον δημόσιο χώρο τους, να ξαναορίσουν τους όρους συνύπαρξής του, τους πραγματικούς όρους «οικοδόμησης της νέας πατρίδας». Άλλωστε μια πόλη είναι η διαρκής διεκδίκηση των όρων συνύπαρξης στον δημόσιο χώρο. Η «Ανοιχτή Πόλη» πρέπει να βγει ενισχυμένη από αυτές τις εκλογές, γιατί μέσα από αυτή θα δοθεί το μήνυμα του τι σημαίνει διαρκής συμμετοχή των πολιτών στον χώρο, διαρκής διεκδίκηση της ιδιότητας του πολίτη.


Το ερώτημα που μένει αναπάντητο αφορά το δεύτερο γύρο των εκλογών, στην περίπτωση που η Ανοιχτή Πόλη δεν θα περάσει σε αυτόν. Η επιλογή είναι ανάμεσα στο λευκό ή αποχή και τον Γ. Καμίνη, υποψήφιο που στηρίζεται από το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Αριστερά. Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η πολιτική δεν έχει αδιέξοδα, και το λευκό ή η αποχή εκφράζουν αδιέξοδο, ας εξετάσουμε την επιλογή Καμίνη υπό το πρίσμα των όσων παραπάνω ανέφερα. Επικεφαλής επί χρόνια του Συνήγορου του Πολίτη, ο Καμίνης απέδειξε ότι η σωστή λειτουργία των θεσμών διαμορφώνει όρους αντίστασης σε παλιές πολιτικές και νοοτροπίες. Ο Συνήγορος του Πολίτη αποτέλεσε το πεδίο υπεράσπισης της έννοιας και της υπόστασης του πολίτη, απέναντι σε ό,τι συγκροτεί αυτό που αποκάλεσα «παλιό καθεστώς». Από αυτή την άποψη ο Καμίνης, ως πολίτης και δημόσιο πρόσωπο, εγγυάται τη διεκδίκηση ενός ανοιχτού, δημόσιου χώρου των πολιτών στην Αθήνα. Δεν την εγγυάται παρ’ όλα αυτά το ΠΑΣΟΚ που τον στηρίζει. Ωστόσο, η επιλογή Καμίνη από ένα κόμμα σαν το ΠΑΣΟΚ, που ποτέ σχεδόν μέχρι τώρα δεν αναμετρήθηκε στην πρωτεύουσα με τη ΝΔ με άλλο γνώμονα παρά τον συσχετισμό κομματικών δυνάμεων (γι αυτό πάντα πρώτης γραμμής στελέχη ως υποψήφιοι), εμπεριέχει μια σημαντική αντίφαση και γι αυτό μια ενδεχόμενη δυναμική. Η επιλογή Καμίνη υπονομεύει τη νοοτροπία ποιμνίου μέσα από την οποία αναπαράγεται η εξουσία του ΠΑΣΟΚ. Μόνο που αυτή η εξουσία δεν μπορεί να αναπαραχθεί πλέον σε πόλεις όπως η Αθήνα, όπου η υπονόμευση του δημόσιου χώρου, λόγω φόβου μεταναστών, κλπ., από το νυν δήμαρχο και τις ακροδεξιές συμμαχίες του, έχει εγκαταστήσει και οριοθετήσει από τη δεξιά το ποίμνιο. Αυτή η αντίφαση εμπεριέχει μια ενδεχόμενη δυναμική μόνο όταν ο ίδιος ο υποψήφιος, δεσμευμένος με ένα προεκλογικό πρόγραμμα που θα συμπεριλαμβάνει και πολλά από τα διεκδικούμενα της «Ανοιχτής Πόλης», αναλάβει δυναμικά στο δεύτερο γύρο επικεφαλής μιας μάχης στο πλαίσιο της οποίας ο ίδιος θα συνομολογήσει ένα νέο συμβόλαιο με τους πολίτες της Αθήνας με το οποίο θα δώσει τον αγώνα εναντίον του νυν δημάρχου και ό,τι αυτός εκπροσωπεί. Όταν δηλαδή ο αγώνας διαμορφώσει εν δυνάμει τους όρους αυτονόμησης από την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και συμπεριλάβει όλους τους κατοίκους αυτής της πόλης που διεκδικούν ακόμη τη διαρκή επαναδιαπραγμάτευση των όρων που συγκροτούν τον δημόσιο χώρο. Ο Καμίνης έχει μακρύ δρόμο μπροστά του για να αναιρέσει το δίλημμα «υπέρ του Μνημονίου» ή κατά.


7 Οκτ 2010

Λογοτεχνικές αναφορές: οι σφαίρες ντουμ-ντουμ




Το τραγούδι του Νικόλα Άσιμου «Γιουσουρούμ» είναι αρκετά γνωστό στο ελληνικό κοινό. Ένας απ’τους στίχους του αναφέρει: «με σφαίρες ντουμ-ντουμ».

Οι σφαίρες ντουμ-ντουμ λέγονται νομίζω και σφαίρες διασποράς, το χαρακτηριστικό των οποίων, αν έχω καταλάβει σωστά, είναι ότι με κάποιο τρόπο ανοίγουν μέσα στο σώμα του θύματος, προκαλώντας πολύ μεγαλύτερο τραύμα από μια απλή σφαίρα.

Οι σφαίρες ντουμ-ντουμ, όμως, δεν μου έκαναν αρχικά εντύπωση στο τραγούδι του Άσιμου, το οποίο θυμήθηκα αρκετά μετά. Στο «Γιουσουρούμ» δεν είχα δώσει σημασία στις σφαίρες ντουμ-ντουμ, νομίζοντας ότι το ντουμ-ντουμ ήταν μάλλον κάτι σαν επιφώνημα, ή η απόδοση από τον Άσιμο του ήχου της σφαίρας που χτυπάει, αντί για το μπαμ-μπαμ που λέμε συνήθως.

Οι σφαίρες ντουμ-ντουμ μου έκαναν εντύπωση, κι έψαξα να βρω τι είναι, όταν τις συνάντησα σε δύο λογοτεχνικά έργα, ένα ελληνικό κι ένα τουρκικό, που και τα δύο έχουν ξεχωριστή θέση στην αριστερή κουλτούρα των χωρών τους. Το ένα, το ελληνικό, είναι «Η Νυχτερίδα», ο τρίτος τόμος της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Το βιβλίο αναφέρεται εκτενώς στα γεγονότα της Μέσης Ανατολής, δηλαδή την «ανταρσία» των δημοκρατών στρατιωτών των ελληνικών στρατευμάτων της Μέσης Ανατολής κατά τη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πολέμου, και την κατάπνιξή της από τους Βρετανούς. Σ’ένα σημείο του βιβλίου ο Τσίρκας αναφέρεται σ’ένα συγκεκριμένο γεγονός, που δεν γνωρίζω αν είναι πραγματικό ή αν είναι εύρημα του Τσίρκα – ο ίδιος έλεγε για την τριλογία: «Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες είναι μυθιστόρημα, ένα γέννημα της φαντασίας. [...] Δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, με τη στενή έννοια, δηλαδή χρονικό. Πάρα πολλά από το δράμα της Μέσης Ανατολής παραλείφθηκαν, πάρα πολλά διασκευάσθηκαν για τις ανάγκες του μύθου.» Το περιστατικό όπου αναφέρονται οι σφαίρες ντουμ-ντουμ είναι η επίθεση, σ’ένα στρατόπεδο του ελληνικού στρατού, εναντίον ενός Βρετανού. Η περιγραφή είναι από ένα σημείωμα που λαμβάνει ο Μάνος Σιμωνίδης, κεντρικός ήρωας του βιβλίου, από ένα στέλεχος του Κόμματος. Το απόσμασμα είναι στις σελίδες 80-81 στην έκδοση που έχω, του 1978.


«Στη δεύτερη ερώτηση», συνέχιζε το σημείωμα, «σου απαντώ: Είναι ντροπή να παρασυρόμαστε από μικροαστικούς συναισθηματισμούς και να κάνουμε βουνό μια τυχαία υπόθεση. Δεν ξέρω αν ο εγγλέζος αγγελιαφόρος πληγώθηκε από σφαίρα ντουμ-ντουμ, και δε θέλω να μάθω. Αυτό που ξέρω είναι πως μόνος του βρήκε τα επίχειρα της κακίας του, αφού περιφρόνησε το αλτ! των φρουρών μας κι έτρεχε να παραδόσει τις σατανικές οδηγίες των αφεντικών του στους φασίστες που φυλάγαμε μέσα στη σκηνή του Διοικητή. Να μη ξεχνάς, σύντροφε, πως η εγγλέζικη προπαγάνδα συχνά μεταχειρίστηκε τέτοια κόλπα για να συκοφαντήσει τους αγώνες των υπόδουλων λαών. Αλλά κι αν αληθεύει η διάδοση, θα ήταν καμιά σφαίρα που έμεινε από τη μάχη του Αλαμέιν, γιατί ήταν τόσο το μίσος των φαντάρων μας, που μόνο από ανάρμοστη λεπτεπιλεπτοσύνη θα τολμούσε κανείς να τους μαλώσει επειδή χάραζαν τις σφαίρες τους με το σουγιά πριν να τις φυτέψουν στο κορμί των βασανιστών της γυναίκας, της αδελφής και των παιδιών τους.»

Τι γύρευε εδώ πέρα η μάχη του Αλαμέιν; Δεν ήταν η Δεύτερη, ήταν η Πρώτη Ταξιαρχία που είχε πάρει μέρος στις επιχειρήσεις. Μήτε ακούσαμε ποτέ πως σ’εκείνη τη μάχη, είτε αλλού, μεταχειρίζονταν οι οπλίτες μας ένα τόσο απάνθρωπο μέσο. Κι ύστερα, τα πράματα δεν ήταν όπως μου τα παρουσίαζε. Εγώ τα είχα από πρώτο χέρι, ένας υγεινομικός, δικός μας, δηλαδή Έλληνας, όχι οργανωμένος, μας τα περίγραψε, αγαναχτισμένος, στα Γεροσόλημα. Οι άγγλοι μοτοσυκλετιστές ήταν δυο, ο ένας σκοτώθηκε επιτόπου, με σφαίρες ντουμ-ντουμ. Τον άλλο, τον βρήκε μια στο μερί, τραύμα διαμπερές. Από μπρος μια τρυπίτσα, και πίσω ένας κιμάς. Του είχε θρυματίσει το κόκκαλο: «Ο Εγγλέζος διατηρούσε τις αισθήσεις του. Ποτέ μου δεν είδα να ιδρώνει άνθρωπος τόσο πολύ, ποτάμι έτρεχε το νερό από πάνω του. Τον πήραμε γρήγορα στο χειρουργείο, έπρεπε να του το κόψουμε αμέσως και ψηλά. Κι αυτός να τραγουδάει. Τρελλάθηκε ο κακόμοιρος, λέγανε οι συνάδελφοι. Μα δεν ήταν αυτό. Ο άνθρωπος φοβόταν, έτρεμε σύγκορμος. Και ξέρετε τι τραγουδούσε; Οτσιτσόρνια! Θάρρεψε πως τον πηγαίναμε για εκτέλεση, δεν ήξερε πώς να μας κάνει να τον λυπηθούμε, και σκέφτηκε, ας τους τραγουδήσω κανένα ρούσικο για να καταλάβουν πως είμαι δικός τους. Ποιος ξέρει τι ανοησίες τους χώναν οι αξιωματικοί τους στο κεφάλι για να τους φανατίσουν, πως είμαστε τάχα μπολισεβίκοι, μογγόλοι, θηρία, ξέρω κι εγώ;»


Το άλλο κείμενο όπου αναφέρονται οι σφαίρες ντουμ-ντουμ, το τουρκικό, είναι το ποίημα του κουρδικής καταγωγής Τούρκου ποιητή Αχμέντ Αρίφ (Ahmed Arif – 1927-1991) Otuzüç kurşun (Τριάντα τρεις σφαίρες). Το ποίημα αναφέρεται στο επεισόδιο που έχει περάσει στην τουρκική ιστορία ως το «περιστατικό του Μούγλαλι» (Muğlalı olayı) ή «περιστατικό των τριάντα τριών σφαιρών» (Otuz üç kurşun vakası). Το περιστατικό αυτό έχει ως εξής : το 1943, στην ανατολική επαρχία του Βαν, μια φυλή Κούρδων σιιτών που ζούσε ακόμα νομαδικά στην περιοχή, κινούμενη μάλιστα μεταξύ της Τουρκίας και του γειτονικού Ιράν, κατηγορείται για ένα σοβαρό περιστατικό ζωοκλοπής (για την κλοπή ενός ολόκληρου κοπαδιού). Με εντολή του διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού, στρατηγού Μουσταφά Μούγλαλι, 33 μέλη της φυλής, χωρίς δίκη, στήνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Από τους 33, μόνο ο ένας ξέφυγε κι έζησε.

Το υπέροχο ποίημα του Αχμέντ Αρίφ (πολύ μεγάλο -και δύσκολο- για να το μεταφράσω όλο εδώ – υπάρχει μια μετάφραση του Τζεμίλ Τουράν εδώ, πολύ διαφωτιστική για κάποιους όρους που δεν ήξερα στα τουρκικά, αλλά σε μάλλον κακά ελληνικά), που μοιάζει με αφήγηση, με έπος ίσως, περιγράφει άλλοτε υπαινικτικά κι άλλοτε πιο ξεκάθαρα την κατάσταστη στην οποία ζούσαν οι Κούρδοι της περιοχής. Γενναίοι (Δεν αμφισβητείται η γενναιότητα / Στη μάχη σώμα με σώμα δεν νικήθηκε / Χίλια χρόνια τώρα ο λαός αυτός), φτωχοί (Στο στομάχι του το βαρύ κενό της πείνας / Μαλλιά μούσια έχουν γίνει ένα / Στον γιακά του ψείρες), κυρίως συνηθισμένοι σ’άλλη ζωή, που δεν αναγνώριζε τα σύνορα και την κρατική εξουσία:


Σύντεκνοι είμαστε, αδέλφια, ενωμένοι απ’το αίμα

Με τα χωριά και τους καταυλισμούς της άλλης πλευράς

Πήραμε και δώσαμε κορίτσια εδώ κι αιώνες,

Γείτονες είμαστε δίπλα-δίπλα

Οι κότες μας μπλέκονται μεταξύ τους

Όχι επειδή δεν ξέρουμε,

Απ’τη φτώχεια

Το διαβατήριο δεν το συνηθίσαμε

Αυτό είναι το έγκλημα για το οποίο μας έσφαξαν,

Μας λένε ληστές

Λαθρέμπορους

Κλέφτες

Προδότες...


Στο τέλος του ποιήματος, ο Αχμέντ Αρίφ αναφέρεται και στο ότι οι Κούρδοι πολέμησαν δίπλα-δίπλα με τους Τούρκους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας του 1919-22, ενάντια στους διάφορους στρατούς που είχαν εισχωρήσει στην Ανατολία. Το έργο του, και ιδίως οι «Τριάντα τρεις σφαίρες», έγιναν σύμβολο για την τουρκική Αριστερά. Ήταν από τα ποιήματα που αγαπούσε πολύ η αριστερή νεολαία της δεκαετιών του ’60 και του ’70. Σύμφωνα μάλιστα με τις διηγήσεις, μετά το πραξικόπημα του ’71 οι αριστεροί φοιτητές, κρατούμενοι στις φυλακές, απήγγελαν τις «Τριάντα τρεις σφαίρες» για να δώσουν κουράγιο ο ένας στον άλλο. Το κομμάτι που απήγγελαν ήταν το εξής:


Χτυπήθηκα

Σ’ένα έρημο πέρασμα των βουνών

Την ώρα της πρωινής προσευχής

Κείτομαι

Ματωμένος, ανάσκελα...

Χτυπήθηκα

Ένα όραμα, κι απ’τη νύχτα πιο μαύρο

Καλό για μένα κανείς δεν θα πει

Την ψυχή μου παίρνουν πριν την ώρα μου

Δεν χωράω στα βιβλία

Κωδικά πρόσταξε ένας στρατηγός

Χτυπήθηκα χωρίς ανάκριση, ούτε δίκη

Σύντεκνε, γράψ’τα έτσι ακριβώς

Ίσως να τα περάσουν για θρύλο

Δεν είναι τριαντάφυλλα στο στήθος

Σφαίρα ντουμ-ντουμ

Είναι που κομμάτιασε το στόμα μου...


Ιδού κι άλλο ένα κομμάτι, που αναφέρεται και στον κοινό αγώνα Τούρκων και Κούρδων το 1919-22.


Χτυπήστε ρε,

Χτυπήστε

Δεν πεθαίνω εύκολα εγώ.

Έχω θράκα στη φωτιά, κι ας είναι στάχτη

Έχω λόγια μέσα μου

Για όποιον καταλαβαίνει

Ο πατέρας μου τα μάτια του έδωσε μπροστά στην Ούρφα

Και τα τρία αδέλφια του

[...]

Όταν εναντιώθηκαν στη γαλλική κατοχή

Χτυπάτε αδέλφια είπε

Είναι η μέρα της τιμής μας

Και σήκωσε ολόρθο τ’άλογό του.


Το «Είναι η μέρα της τιμής μας» (Namus günüdür) ίσως να είναι αναφορά σε μια αφήγηση απ’τον πόλεμο του 1919-22, σύμφωνα με την οποία χρησιμοποιούσαν τη φράση «Χτυπήστε Αντεπλήδες, χτυπήστε, σήμερα είναι μέρα τιμής» (Vurun Antepliler vurun, bugün namus günüdür – όπως το καταλαβαίνω και το μεταφράζω εγώ «μέρα να δείξουμε ότι έχουμε τιμή») οι κάτοικοι του Αντέπ.

Το ποίημα μπορείτε να το βρείτε εδώ στα τουρκικά, σε απαγγελία απ'τον ίδιο τον ποιητή και σε μελοποίηση από τον Cem Karaca.


ΥΓ1. Ευχαριστώ τον Τουρνέ για την τεχνική βοήθεια με το βίντεο.

ΥΓ2. Όποιος δεν έχει διαβάσει τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», τη Δευτέρα με τον κηδεμόνα του!

ΥΓ3. Έχω ένα κενό απ’το Δημοτικό: έπρεπε να γράψω «τριάντα τρεις» ή «τριαντατρείς»;