29 Ιαν 2010

Η "Στρέλλα" και η αγία ελληνική οικογένεια


Για τη «Στρέλλα», την ταινία του Πάνου Κούτρα που παρουσιάστηκε τη φετινή σεζόν στις αίθουσες, έχουμε ξαναγράψει (το άλλο κουπέπι, εδώ). Έρχομαι λοιπόν κι εγώ καθυστερημένα να δηλώσω ότι μου άρεσε. Και μου άρεσε και το τέλος της, το οποίο απ’ό,τι κατάλαβα αρκετοί βρήκαν αμήχανο ή και γλυκανάλατο. Και δεν λέω καθόλου συγκαταβατικά ότι μου άρεσε αυτή η ταινία, επειδή είναι ελληνική ή είναι μια «καλή προσπάθεια» ή κάτι τέτοιο. Είναι μια καλή ταινία. Για μένα το κριτήριο (το κύριο κριτήριο, γιατί προφανώς μετράνε και οι ερμηνείες ή το πόσο καλογυρισμένη είναι γενικά) της καλής ταινίας είναι να έχει ένα θέμα, και να έχει κάτι να πει πάνω σ’αυτό το θέμα. Γι’αυτό, για παράδειγμα, δεν θεωρώ σπουδαίο τον Αλμοδόβαρ (παρότι παρακολουθώ ευχάριστα τις ταινίες του) και δεν μου αρέσει η "Αμελί", που κατά τη γνώμη μου είναι απλώς ένα παραμυθάκι χωρίς τίποτα άλλο από πίσω.

Η «Στρέλλα» είναι μια ταινία για τις ανθρώπινες σχέσεις, κυρίως στο πλαίσιο της οικογένειας. Θέμα πολυδουλεμένο και που κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια κοινοτοπία. Στη «Στρέλλα» όμως το θέμα αυτό αναδεικνύεται με τρόπο πρωτότυπο, με τρόπο μάλιστα που δείχνει ότι ο σκηνοθέτης παίρνει θέση. Αυτό που αναδεικνύει η «Στρέλλα» είναι ότι σημασία στις σχέσεις δεν έχουν οι τύποι, αλλά η ουσία. Δηλαδή, οι άνθρωποι που θα σε στηρίξουν δεν είναι απαραιτήτως αυτοί με τους οποίους σε συνδέουν δεσμοί αίματος ή νομικοί δεσμοί. Επίσης, ακόμα και μέσα στην οικογένεια, οι σχέσεις που αναπτύσσονται δεν είναι αυτονόητες, κι η αλληλεγγύη κι η αγάπη μπορεί να εκφράζονται με πολύ διαφορετικούς τρόπους.

Αυτό που τελικά προτείνει η «Στρέλλα» είναι ένας διαφορετικός τύπος οικογένειας. Αυτό είναι που δείχνει το τέλος της ταινίας κατά τη γνώμη μου αυτό, και φαίνεται και από το ότι αλλάζει το όνειρο που βλέπει ο συμπρωταγωνιστής της Στρέλλας. Το παιδικό του όνειρο της ήρεμης ευτυχίας μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό, που και πάλι όμως τον κάνει ευτυχισμένο. Γι’αυτό μου άρεσε η «Στρέλλα»: δείχνει έναν άλλο δρόμο (εντάξει, ακραίο κι όχι αυτόν που θα ακολουθούσαμε οι περισσότεροι, αλλά στηρίζει το επιχείρημά της) για τις ανθρώπινες σχέσεις, ένα άλλο μοντέλο για την έκφραση αλληλεγγύης που θα έπρεπε να είναι η οικογένεια.

Και λέω θα έπρεπε να είναι (ή η κοινωνία μας θέλει να πιστεύουμε ότι είναι), γιατί αυτό δεν ισχύει πάντα και κυρίως δεν είναι πάντα ειλικρινές. Αυτό που βλέπω γύρω μου είναι συνήθως άνθρωποι που ασφυκτιούν στο μοντέλο της ελληνικής οικογένειας. Ζευγάρια με παιδιά στο μετρό που δεν ανταλλάσσουν ούτε ένα βλέμμα και μου έρχεται να πάω να τους πω «χωρίστε, θα είναι καλύτερο και για τα παιδιά σας». Ή και νέα ζευγάρια, παντρεμένα ή μη, που δεν χωρίζουν γιατί φοβούνται τη μοναξιά ή «τι θα πει η μάνα μου που άφησα τον καλό γαμπρό». Ή οικογένειες που τα μέλη τους στηρίζουν το ένα το άλλο σε δυσκολίες όχι τόσο επειδή το θέλουν όσο επειδή έτσι πρέπει, για να μη μας σχολιάζει η κοινωνία. Ε, λοιπόν, εγώ απ’αυτό προτιμώ χίλιες φορές τις σχέσεις που έχουμε επιλέξει κι έχουμε χτίσει μόνοι μας με τους δικούς μας όρους. Και επιλέγω να θεωρώ οικογένειά μου και τους φίλους μου, πολύ περισσότερο απ’ό,τι κάποιους συγγενείς.


24 Ιαν 2010

Τουρκικά πανεπιστήμια: μερικά σκόρπια στοιχεία

Συνολική άποψη του "νότιου κάμπους" του Πανεπιστημίου Boğaziçi (στο βάθος, στην απέναντι ακτή: οι άθλιες πολυκατοικίες με τις οποίες οι Πόντιοι εργολάβοι καταστρέφουν την Ανατολική ακτή της Κων/πολης)

...συνεχίζοντας το προηγούμενο:


1. Κέντρο – περιφέρεια

Όπως σωστά παρατήρησε ο Δύτης στην προηγούμενη ανάρτηση, η μεγάλη ποιοτική ψαλίδα ανάμεσα στα τουρκικά πανεπιστήμια είναι ανάμεσα στα πανεπιστήμια του κέντρου και σ’αυτά της περιφέρειας. Όπου όταν λέμε κέντρο εννοούμε την Κων/πολη και την Άγκυρα, ενώ η περιφέρεια, λόγω του μεγέθους της χώρας, είναι πολύ μεγαλύτερη από την ελληνική και πολλές φορές πολύ πιο μακριά από το κέντρο. Τα πανεπιστήμια της Άγκυρας και της Κων/πολης είναι μεγάλα πανεπιστήμια, με πολλές σχολές, πολλούς φοιτητές, και τα περισσότερα με ιστορία δεκαετιών. Καθένα βέβαια μπορεί λίγο-πολύ να «ειδικεύεται» σε κάτι: στο Boğaziçi θα πήγαινε πιο πολύ κάποιος για κοινωνικές επιστήμες, ενώ στο Πανεπιστήμιο της Κων/πολης για Νομική ή Ιατρική. Η εντύπωση που έχω είναι ότι τα πανεπιστήμια της Κων/πολης και της Άγκυρας κάνουν πιο πολύ την επιστήμη στην Τουρκία (έρευνα, συνέδρια, σχέσεις με το εξωτερικό), ενώ αυτά της περιφέρειας πιο πολύ την αναπαράγουν στον κόσμο της επαρχίας για να δημιουργηθεί ειδικευμένο προσωπικό (δάσκαλοι, γιατροί, μηχανικοί, κάθε είδους προσωπικό πανεπιστημιακής εκπαίδευσης...). Στις θετικές και εφαρμοσμένες επιστήμες δεν ξέρω ακριβώς τι γίνεται. Τουλάχιστον κάποιες από τις ιατρικές και πολυτεχνικές σχολές της περιφέρειας πρέπει να είναι καλές. Στις κοινωνικές επιστήμες η διαφορά είναι τεράστια. Σχηματικά, η Κων/πολη βρίσκεται στον παγκόσμιο χάρτη της έρευνας στις κοινωνικές επιστήμες, η Άγκυρα λίγο λιγότερο, και η περιφέρεια μένει εντελώς εκτός. Στην Ιστορία, π.χ., οι ιστορικοί κυρίως της Κων/πολης και λιγότερο της Άγκυρας (ως πρωτεύουσα, υιοθετεί γενικά μια πιο συντηρητική άποψη για την Ιστορία, κάτι που ισχύει και για το αρχαιότερο κι αρκετά συντηρητικό Πανεπιστήμιο Κων/πολης) κάνουν έρευνα πρώτης γραμμής, σε άμεση επαφή με τη μεθοδολογία και τις τάσεις που αναπτύσσονται διεθνώς. Οι συνάδελφοί τους από την περιφέρεια έχουν μια πιο σχολαστική προσέγγιση: ξέρουν πολύ καλά οθωμανικά, αλλά κυρίως φέρνουν στο φως αρχειακές πηγές κάνοντας μια εντελώς περιγραφική και χωρίς βάθος σκέψης δουλειά.

Έχει ενδιαφέρον το πώς αναπαράγεται αυτή η «ψαλίδα». Υπάρχει ένας άγραφος νόμος στα τουρκικά πανεπιστήμια: για να διδάξει κάποιος σ’ένα από τα μεγάλα πανεπιστήμια της Κων/πολης ή της Άγκυρας πρέπει να έχει λάβει το διδακτορικό του από πανεπιστήμιο του εξωτερικού (υπάρχουν βέβαια ορισμένες εξαιρέσεις – γνωρίζω μερικές στα πανεπιστήμια Κων/πολης, Άγκυρας ή στο Marmara Üniversitesi της Κων/πολης). Από την άλλη, αυτοί που κάνουν το διδακτορικό τους σ’ένα από τα μεγάλα πανεπιστήμια της Κων/πολης ή της Άγκυρας, διδάσκουν σε μικρότερα πανεπιστήμια του κέντρου ή σε πανεπιστήμια της περιφέρειας. Κι αν κάποιος πάρει το διδακτορικό του από το πανεπιστήμιο του Σίβας, του Έρζιντζαν ή του Βαν δεν έχει σχεδόν καμία ελπίδα να δουλέψει σε πανεπιστήμιο στην Κων/πολη ή την Άγκυρα.


Προαύλιο και καφετέρια του Πανεπιστημίου Galatasaray (ναι, είναι πάνω στον Βόσπορο)


2. Η γλώσσα

Μία από τις αιτίες γι’αυτή την κατάσταση είναι βέβαια κι η γλώσσα: εκτός από το Πανεπιστήμιο Άγκυρας και το Πανεπιστήμιο Κων/πολης και 2-3 ακόμα εξαιρέσεις, όλα τα μεγάλα πανεπιστήμια της Άγκυρας και της Κων/πολης είναι αγγλόφωνα (το Galatasaray κι ένα τμήμα του Marmara γαλλόφωνα). Αυτό από τη μια είναι καλό γιατί ανοίγει τα πανεπιστήμια προς το εξωτερικό, από την άλλη είναι κακό γιατί και αποθαρρύνει πολλούς φοιτήτες και, απ’όσο είχα διαπιστώσει, βγάζει ενίοτε φοιτητές με σοβαρό γλωσσικό πρόβλημα, που ούτε τη γλώσσα τους έχουν μάθει καλά (και σίγουρα δεν έχουν μάθει τους όρους της επιστήμης τους στα τουρκικά), αλλά ούτε έχουν καταφέρει να αποκτήσουν κι ένα ικανοποιητικό επίπεδο στα αγγλικά. Εδώ να σημειώσω ότι αυτό ξεκινάει από το σχολείο: τα μεγάλα ιδιωτικά λύκεια της Τουρκίας είναι ξενόγλωσσα (κυρίως αγγλικά, αλλά και γαλλικά και γερμανικά, και τουλάχιστον ένα ιταλικό) – και υπάρχουν και δημόσια ξενόγλωσσα λύκεια (τα Anadolu liseleri). Άλλο θέμα αυτό... Πάντως κάποιοι μαθητές μαθαίνουν πολύ καλά την ξένη γλώσσα, ενώ άλλοι ζουν σε μια μόνιμη γλωσσική σύγχυση.


3. Τα μεταπτυχιακά

Το θέμα της γλώσσας, όπως είναι εμφανές, δημιουργεί έναν κάποιο ελιτισμό στα πανεπιστήμια. Άντε τώρα, ο μαθητής από την επαρχία που δεν είχε τη δυνατότητα ή τύχη να πάει σε ξενόγλωσσο λύκειο να μπορέσει να πάει σε αγγλόφωνο πανεπιστήμιο – κι αν πάει, πώς να παρακολουθήσει, γιατί γίνεται κάποιος να περάσει σε αγγλόφωνο πανεπιστήμιο χώρις να ξέρει αγγλικά, αλλά τότε πρέπει να κάνει πρώτα την «προπαρασκευαστική τάξη», δηλαδή εντατικά αγγλικά. Κι άντε να μάθει αγγλικά σ’ένα χρόνο, κι άντε να περάσει τις εξετάσεις των αγγλικών στο τέλος αυτού του χρόνου...

Ο ελιτισμός προάγεται ακόμα περισσότερα στα μεταπτυχιακά. Όπου οι φοιτητές γίνονται δεκτοί μετά από εξετάσεις στο αντικείμενο του μεταπτυχιακού (αυτό είναι λογικό), αλλά πρέπει να έχουν λάβει κι ένα άλλο πιστοποιητικό, το αμερικανικό GRE ή του τουρκικό του αντίστοιχο, το LES. Πρόκειται για μια εξέταση που περιλαμβάνει αγγλικά (για το αμερικανικό) ή τουρκικά (για το τουρκικό), μαθηματικά και κάτι σαν ερωτήσεις/ασκήσεις λογικής. Δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αλλά χρειάζεται ενίοτε να κάνεις μερικά μαθήματα, κι επίσης πληρώνεις για τις εξετάσεις.


Κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Bilgi (Κων/πολη)


4. Κανόνες και κανονισμοί σπουδών

Που, βέβαια, τα τουρκικά πανεπιστήμια δεν είναι εντελώς δωρεάν. Οι φοιτητές πληρώνουν «τέλη εγγραφής», που σε σχέση με τα δίδακτρα ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι ένα συμβολικό ποσό, αλλά για ορισμένες τουρκικές οικογένειες αυτό δεν είναι και τόσο αυτονόητο. Επίσης δεν υπάρχουν δωρεάν συγγράματα – αν και οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες εξασφαλίζουν γενικά καλύτερες συνθήκες απ’ό,τι οι αντίστοιχες ελληνικές.


5. Η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο

Και βέβαια ούτε και η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο είναι ανέξοδη υπόθεση. Το σύστημα μοιάζει αρκετά με το ελληνικό: οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να πάνε σε φροντιστήρια, δίνουν εξετάσεις και στη συνέχεια δηλώνουν προτιμήσεις σχολών (δεν ξέρω αν πρόκειται για μηχανογραφικό δελτίο, σαν το αντίστοιχο ελληνικό). Οι εξετάσεις είναι, κατά τη γνωμή μου, κατώτερου επιπέδου από τις Πανελλήνιες: πρόκειται για ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής – δεν ζητείται καν από τους μαθητές να συντάξουν ένα κείμενο. Απ’όσο είχα διαπιστώσει, το επίπεδο των προπτυχιακών φοιτητών, εκτός από κάποιους που είχε τύχει να τελειώσουν ένα καλό λύκειο, δεν ήταν πολύ καλό – βέβαια, δεν έχω διδάξει ποτέ σε ελληνικό πανεπιστήμιο για να ξέρω ποιο είναι το γενικό επίπεδο των πρωτοετών φοιτητών ώστε να κάνω τη σύγκριση. Α, κι επίσης, όπως και στην Ελλάδα, μπορεί κάποιος να βρεθεί σε μια σχολή λίγο-πολύ κατά τύχη.


Τεχνικό Πανεπιστήμιο Μέσης Ανατολής (METU) στην Άγκυρα: το στάδιο όπου γίνεται και η τελετή αποφοίτησης, με τα γύρω κτήρια (δεν φαίνεται όμως το 'devrim' - επανάσταση - που έγραψαν αριστεροί φοιτητές στη δεκαετία του '70 στις κερκίδες κι ακόμα δεν έχει σβηστεί)


6. Το «πέρασμα» από σχολή σε σχολή

Κάτι που μου είχε κάνει καλή εντύπωση στα τουρκικά πανεπιστήμια είναι ότι υπήρχε η δυνατότητα μετεγγραφής ενός φοιτητή από ένα τμήμα σ’ένα άλλο. Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι και πώς ακριβώς γίνεται, αλλά έστω σε λίγες περιπτώσεις γίνεται – είχα καθηγητή που ξεκίνησε να γίνει μηχανικός, πήρε τελικά πτυχίο πολιτικών επιστημών και μετά έγινε ιστορικός. Αυτό πάντως που είναι αρκετά συνηθισμένο είναι άνθρωποι που κάνουν μεταπτυχιακό σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το πρώτο τους πτυχίο. Αυτό κατά κανόνα συμβαίνει σε ανθρώπους που τελειώνουν το Πολυτεχνείο. Ή τα ίδια τα παιδιά δεν ξέρουν στην αρχή τι θέλουν να σπουδάσουν, ή και πολλές τουρκικές οικογένειες ωθούν τα παιδιά τους να πάνε στο Πολυτεχνείο, θεωρώντας ότι πρόκειται για καλές σπουδές που θα τους εξασφαλίσουν δουλειά. Και μετά, μ’ένα πτυχίο πολιτικού ή μηχανολόγου μηχανικού, κάνουν μεταπτυχιακό στην Κοινωνιολογία ή την Ιστορία. Οι πιο πασπαρτού βέβαια είναι οι αρχιτέκτονες: είχα 2-3 καθηγητές που τέλειωσαν την Αρχιτεκτονική και μετά το γύρισαν στην Ιστορία – συνήθως μέσω Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής ή της Τέχνης.


ΥΓ. Ναι, τα πιο καλά τοποθετημένα πανεπιστήμια της Τουρκίας, με την καλύτερη θέα, είναι το Boğaziçi και το Galatasaray.

19 Ιαν 2010

Δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Τουρκία

Πανεπιστήμιο Boğaziçi: το "μεϊντάνι" ανάμεσα στα κτήρια του "νότιου κάμπους" - αριστερά πίσω από τα δέντρα η "μεσαία καντίνα" και το παλαιότερο κλειστό γυμναστήριο της Τουρκίας.

Ή:

Τι κάνει ένα πανεπιστήμιο καλό; Ένα παράδειγμα αξιολόγησης από την Τουρκία.


Μία από τις προτάσεις που ακούγονται συχνά στην Ελλάδα, όταν το θέμα είναι η μεταρρύθμιση της παιδείας και κυρίως η αναβάθμιση του Πανεπιστημίου, είναι η αξιολόγηση. Η αξιολόγηση ακούγεται αρχικά σαν μια πολύ καλή ιδέα: γιατί να μην αξιολογείται το έργο του διδακτικού προσωπικού και του πανεπιστημίου συνολικά, ώστε να μπορεί και το ίδιο, λαμβάνοντας υπόψη του την αξιολόγηση, να βελτιωθεί; Τι ακριβώς σημαίνει αξιολόγηση όμως; Από ποιον θα γίνεται, με ποια κριτήρια και με ποιους στόχους; Ένας από τους λόγους που μεγάλο μέρος των πανεπιστημιακών αντιδρούν στην ιδέα της αξιολόγησης, είναι ότι αξιολόγηση, σε συνδυασμό με την περίφημη πια «σύνδεση με την αγορά εργασίας» (ή και «σύνδεση με την οικονομία / με τις επιχειρήσεις»), μπορεί να σημαίνει αξιολόγηση – και στη συνέχεια χρηματοδότηση – του ερευνητικού έργου βάσει κριτηρίων «αποτελεσματικότητας / αποδοτικότητας / χρησιμότητας», όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει περισσότερα χρήματα για την ανάπτυξη π.χ. καινούριων λογισμικών ή κινητών τηλεφώνων και λιγότερα – έως καθόλου – χρήματα για την έρευνα στις θεωρητικές επιστήμες ή και στη γενική έρευνα εν γένει, σε πεδία των θετικών επιστημών όπου το αντίκρυσμα δεν είναι τόσο άμεσο.

Υπάρχει βέβαια και η αξιολόγηση από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους στην ανώτατη εκπαίδευση, π.χ. από τους φοιτητές. Αυτή ακούγεται πιο «ουδέτερη» και, υπό όρους και προϋποθέσεις, μπορεί να είναι χρήσιμη και για το ίδιο το διδακτικό προσωπικό: γιατί ένας καθηγητής να μην ξέρει πού υστερεί το μάθημά του ώστε να μπορεί να βελτιωθεί; Ακόμα και σ’αυτού του είδους την αξιολόγηση όμως, τα αποτελέσματα μπορεί και να μην είναι τόσο αξιόπιστα, αν δεν προσέξουμε τα κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται, δηλαδή τις ερωτήσεις που τίθενται στους φοιτητές, και αν στη συνέχεια οι απαντήσεις τους δεν ερμηνευτούν με τον σωστό τρόπο, στο κατάλληλο πλαίσιο.


Το παράδειγμα που έχω υπόψη μου προέρχεται από την Τουρκία και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Radikal (βλ. εδώ). Μία οργάνωση φοιτητών του Πανεπιστημίου Bilkent (ιδιωτικό πανεπιστήμιο στην Άγκυρα) ζήτησε από 1525 φοιτητές 18 δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων της Τουρκίας να αξιολογήσουν τα πανεπιστήμιά τους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια (κι όχι μόνο το Bilkent και το Sabancı, που είναι μεγάλα και κατά γενική ομολογία καλά πανεπιστήμια, αλλά και το καινούριο και μάλλον μετριότατο ΤΟΒΒ) ήρθαν στις πρώτες θέσεις, κι αυτό γιατί αξιολογήθηκαν καλύτερα ως προς την «πρόσβαση σε τεχνολογικά μέσα» (ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ίντερνετ) που προσφέρουν στους φοιτητές τους, ή στο ότι ανακοινώνουν γρηγορότερα τους βαθμούς και ενημερώνουν τους φοιτητές για τα αποτέλεσματα των αξιολογήσεών τους για τους καθηγητές. Ως προς την επικοινωνία των καθηγητών με τους φοιτητές και εκτός μαθήματος, πρώτο ήρθε το ιδιωτικό Bilkent και δεύτερο το δημόσιο Boğaziçi (Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, στην Κωνσταντινούπολη). Την καλύτερη βιβλιοθήκη, πάντως, έχει – σύμφωνα με τους φοιτητές του – το δημόσιο Τεχνικό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης (İstanbul Teknik Üniversitesi). Όσο για το αρχαιότερο πανεπιστήμιο (και από τα μεγαλύτερα) της Τουρκίας, το (δημόσιο) Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης (İstanbul Üniversitesi), ήρθε τελευταίο στην αξιολόγηση.


Οι υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Sabancı


Πόσο συνάδουν αυτά τα αποτελέσματα με την πραγματικότητα της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας στην Τουρκία; Χωρίς να έχω πολύ συγκεκριμένα στοιχεία (τουλάχιστον όχι ποσοτικά στοιχεία), είμαι σίγουρη ότι οποιοσδήποτε Τούρκος εμπιστεύεται περισσότερο έναν μηχανικό του Πολυτεχνείου της Κωνσταντινούπολης ή της Άγκυρας απ’ό,τι έναν του νεοσύστατου ΤΟΒΒ και θα ένιωθε σίγουρα ασφάλεια μ’έναν γιατρό ή έναν δικηγόρο που έχει πάρει το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης. Ως προς το ερευνητικό έργο, η εμπειρία μου από συνέδρια κοινωνικών επιστημών δείχνει ότι υπάρχουν πολλές (και καλές) συμμετοχές από μεγάλα ιδιωτικά πανεπιστήμια (όπως τα προαναφερθέντα Sabancı και Bilkent ή και τα Bilgi και Koç), αλλά οι περισσότερες συμμετοχές είναι από μεγάλα δημόσια Πανεπιστήμια της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας (Boğaziçi, İstanbul Üniversitesi, Ankara Üniversitesi, Τεχνικό Πανεπιστήμίο Μέσης Ανατολής - ODTÜ).

Επιπλέον, είναι σίγουρο ότι η έρευνα δεν ερμήνευσε τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στο σωστό πλαίσιο. Για παράδειγμα, όσο σημαντικό κι αν είναι οι φοιτητές να ενημερώνονται εγκαίρως για τα αποτελέσματα των εξετάσεών τους, δεν είναι πάντως ζωτικής σημασίας για τη μόρφωσή τους. Και σίγουρα σ’αυτό το ζήτημα, όπως και σ’αυτό της έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ καθηγητών και φοιτητών παίζει ρόλο η έλλειψη επαρκούς διοικητικού προσωπικού στα δημόσια πανεπιστήμια και η υπερφόρτωση των καθηγητών με πάρα πολλούς φοιτητές. Σ’αυτό φυσικά παίζει ρόλο η υποχρηματοδότηση των δημόσιων πανεπιστημιών, η οποία φαίνεται και στην έλλειψη τεχνικών μέσων κι έχει άμεσο αντίκτυπο και στο διδακτικό προσωπικό: οι μισθοί των διδασκόντων στα δημόσια πανεπιστημία είναι τόσο χαμηλοί ώστε πολλοί αξιολόγοι καθηγητές (του Boğaziçi, για παράδειγμα) αναγκάζονται να δίνουν μαθήματα και σε ιδιωτικά πανεπιστήμια ως «μερικής απασχόλησης». Οι ίδιοι αυτοί καθηγητές, όμως, δεν φεύγουν από τα δημόσια πανεπιστήμια – κι όχι επειδή δεν μπορούν – ενώ δηλώνουν ότι το επίπεδο των φοιτητών και των σπουδών είναι καλύτερο στα δημόσια πανεπιστήμια απ’ό,τι στα ιδιωτικά.


Πανεπιστήμιο Boğaziçi: το "μεϊντάνι" και στο βάθος το κτήριο της Σχολής Επιστημών και Φιλολογίας


Άφησα για το τέλος έναν άλλο παράγοντα. Τι σημαίνει τελικά ανώτατη εκπαίδευση; Η απόκτηση «ανώτατων» τεχνικών γνώσεων; Ή μόρφωση και διαμόρφωση κριτικής σκέψης; Και πώς αυτό επιτυγχάνεται; Σ’έναν τομέα δύο μεγάλα δημόσια πανεπιστήμια (το Boğaziçi και το ODTÜ) υπερτερούν: αυτόν της «κοινωνικής ζωής», που σημαίνει φοιτητικές δραστηριότητες (όμιλοι, αθλητισμός κλπ.) εκτός των μαθημάτων. Κατα τη γνώμη μου η σημασία της κοινωνικοποίησης στο πανεπιστήμιο δεν είναι τόσο αμελητέα όσο μπορεί να ακούγεται. Καταρχάς, πανεπιστήμιο σημαίνει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια από τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, τα οποία δεν υπάρχει κανένας λόγος να περάσουν μες στη μιζέρια (και, πιστέψτε με, το βιομηχανικό τοπίο στο οποίο είναι χτισμένο το Sabancı μόνο μιζέρια προκαλεί!). Δεύτερον, ένας επιστήμονας – γιατί επιστήμονες υποτίθεται πως μορφώνουν τα πανεπιστήμια – δεν χρειάζεται να ξέρει και τι συμβαίνει γύρω του, στην κοινωνία; Κι αυτό δεν μαθαίνεται στα εργαστήρια ούτε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Μαθαίνεται στην επαφή με πραγματικούς ανθρώπους και με την κοινωνία, επαφή εξαιρετικά δύσκολη στις πανεπιστημιουπόλεις των ιδιωτικών πανεπιστημίων που βρίσκονται μακριά από τις πόλεις, ιδίως για φοιτητές υπερφορτωμένους με μαθήματα (πολλές φορές υποχρεωτικά) για να καυχώνται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ότι προσφέρουν «ολοκληρωμένη παιδεία» και ότι είναι ψηλά στις «αξιολογήσεις»...


Σημείωση: θα πρότεινα σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για το θέμα της ανώτατης εκπαίδευσης να δει τις σχετικές αναρτήσεις της Cynical (βλ. εδώ), όπου και άρθρο για τα τουρκικά πανεπιστήμια (εδώ – ευχαριστώ Cynical!), με το οποίο συμφωνώ πάρα πολύ.

Α, κι ακόμα μια σημείωση: Όπως φαίνεται και στην παραπάνω φωτογραφία, στο Boğaziçi, όπως και σε πολλά τουρκικά πανεπιστήμια, υπάρχει μια σχολή που ονομάζεται Σχολή Επιστημών και Φιλολογίας (Fen – Edebiyat Fakültesi), όπου συνυπάρχουν όλες οι «βασικές» επιστήμες (π.χ. στο Boğaziçi περιλαμβάνει τα τμήματα: Μαθηματικών, Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας, Τουρκικής Φιλολογίας, Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης, Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας, Κοινωνιολογίας, Ιστορίας). Αυτό στην αρχή ξενίζει, αλλά από την άλλη μού φαίνεται ενδιαφέρουσα αυτή η συνύπαρξη θεωρητικών και θετικών επιστημών... (ενδεικτικά, για να γίνει κατανοητό ποιος είναι ο διαχωρισμός, οι άλλες Σχολές του Boğaziçi είναι: Παιδαγωγικών, Οικονομικών και Διοικητικών Επιστημών που περιλαμβάνει και πολιτικές επιστήμες και Μηχανικών που περιλαμβάνει έξι τμήματα).


12 Ιαν 2010

Yağmurlu günlerde hep seni andım

Η καταχνιά που λέγαμε... Το κτήριο με τη γαλλική σημαία είναι το Προξενείο της Γαλλίας. Πίσω φαίνεται ο Κεράτιος και το άνοιγμα του Βοσπόρου.

Τις μέρες με βροχή πάντα θυμόμουν εσένα.

Παράφραση είναι αυτός ο τίτλος. Υπάρχει ένα παλιό τουρκικό τραγούδι που λέγεται Mehtaplı gecelerde hep seni andım (τις νύχτες με πανσέληνο πάντα θυμόμουν εσένα).

Εγώ τις βροχερές μέρες θυμάμαι την Κωνσταντινούπολη. Έτσι κι αλλιώς γκρίζα τη θυμάμαι αυτή την πόλη, μουντή. Η βροχή σημαίνει επιπλέον λασπουριά στους δρόμους κι αν έχει κι αυτό τον καιρό που οι Τούρκοι ονομάζουν φουρτούνα (είναι αυτό που ο Σεφέρης λέει, στο «Πάνω σ’έναν ξένο στίχο», δρολάπι: πολλή βροχή και δυνατός αέρας) σημαίνει ότι είναι άθλος να περπατήσεις, καθώς ο αέρας σε παρασέρνει, νιώθεις να σε τρυπάει η βροχή και το κρύο και γίνεσαι μούσκεμα ό,τι κι αν φοράς. Ειδικά η ομπρέλα δεν βοηθάει καθόλου: αδύνατο να την κρατήσεις, μπορεί και να σπάσει. Η βροχή στην Κωνσταντινούπολη βέβαια είναι κι ο Βόσπορος φουρτουνιασμένος, μ’ένα δίχτυ ομίχλης και βροχής από πάνω. Κι ίσως νά’σαι στο βαποράκι για να περάσεις από την μιαν ακτή στην άλλη και να βλέπεις τη βροχή να πέφτει κατευθείαν στο νερό…

Την πρώτη φορά που πήγα χειμώνα στην Κωνσταντινούπολη, τη λάτρεψα. Αυτή η μουντάδα κι η συνεχής καταχνιά μού φαινόταν ότι έκανε την πόλη μαγική, νόμιζα ότι ήμουν σε μια άλλη διάσταση, σ’ένα παραμύθι. Αυτά πάνω-κάτω λέει ο περισσότερος κόσμος για την Κωνσταντινούπολη: ότι είναι μαγική, ότι νιώθεις πως είσαι σ’άλλη διάσταση ή σ’άλλο χρόνο, ότι έχει πολλά διαφορετικά πρόσωπα... Δεκτά όλα αυτά. Κυρίως όταν προέρχονται από τουρίστες, ή τέλος πάντων από ανθρώπους που δεν έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη πάνω από μήνα.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρώ την ανάδυση ενός νέου « μύθου της κόκκινης μηλιάς », που δεν έχει απαραίτητα να κάνει με τον μαρμαρωμένο βασιλιά και το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δική μας θά’ναι». Είναι ένας σύγχρονος μύθος, ο οποίος έχει αναπτυχθεί μαζί με μια γενικότερη μόδα οριενταλισμού και νοσταλγίας. Και μαζί και με μια άνευ ουσιαστικού περιεχομένου «προσέγγιση» με την Τουρκία. Και λέω ότι είναι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου γιατί δεν παρατηρώ νά’χει αλλάξει ιδιαιτέρως ο τρόπος που βλέπουν οι Έλληνες τους Τούρκους ούτε να καταλαβαίνουν έστω λιγάκι καλύτερα την τουρκική κοινωνία – που δεν είναι εύκολο να την καταλάβεις, αλλά δεν βλέπω καν να αποδέχονται ότι ναι, είναι κι αυτή μια περίπλοκη κοινωνία σε διαρκή αλλαγή, όπως όλες οι άλλες.

Έχω δει επίσης καλλιτέχνες να καταπιάνονται με την Τουρκία. Τα βιβλία δεν τα αναφέρω καν. Είναι πάρα πολλά τα τελευταία χρόνια τα βιβλία που έχουν σαν φόντο ή θέμα την Τουρκία. Υπάρχουν επίσης ταινίες («Το μόνο της ζωής του ταξείδιον» και, κυρίως, η «Πολίτικη κουζίνα»). Κι έχω συναντήσει ένα σωρό Έλληνες που τα τελευταία χρόνια πάνε να ζήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Κυρίως φοιτητές Τουρκικών Σπουδών ή και άλλων σχολών που πάνε να μάθουν τουρκικά. Κι απ’όλους αυτούς θα περίμενα μια λιγότερο επιφανειακή προσέγγιση. Αντ’αυτού, αναπαράγουν τα ίδια κλισέ των τουριστών: πόσο «πολύχρωμη» είναι η Πόλη, πόσο «πολυπολιτισμική» σε σχέση με την κατά τη γνώμη τους επαρχιώτικη Ελλάδα, πόσο τη λατρεύουν και νιώθουν αμέσως κομμάτι της...

Δεν έχουν καταλάβει τίποτα.


Αυτό δηλαδή είναι πολυχρωμία και κοσμοπολιτισμός;


Την Κωνσταντινούπολη τη νιώθω δική μου πόλη. Έζησα εκεί τρία χρόνια. Ένιωσα εντελώς μέρος της γιατί εκείνη την εποχή Έλληνες δεν υπήρχαν, οι ξένοι που έτυχε να γνωρίσω ζούσαν εντελώς αποκομμένοι από την τουρκική κοινωνία και δεν με αφορούσαν καθόλου κι έτσι συναναστρεφόμουν μόνο Τούρκους. Και τους σωστούς Τούρκους. Δηλαδή, απ’αυτούς τους ανθρώπους που σ’όποια χώρα και να πας είναι καλό να γνωρίζεις: ανθρώπους που ενδιαφέρονται βαθιά για την κοινωνία τους κι έχουν πράγματα να σου πουν. Και λόγω σπουδών, νιώθω αυτούς τους ανθρώπους εντελώς δικούς μου. Νιώθω ότι μ’αυτούς έχω να μοιραστώ ιδέες και προβληματισμούς. Για εμένα τα πράγματα συμβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη. Τη νιώθω δική μου, νιώθω δική μου τη γλώσσα της: είναι μια ξένη γλώσσα που έμαθα ενήλικη πια, αλλά τη νιώθω μέσα μου πολύ περισσότερο απ’οποιαδήποτε άλλη ξένη γλώσσα – είναι για μένα ακριβώς μετά τη μητρική μου γλώσσα. Από τις λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος, από τα επιφωνήματα και τον τρόπο που τονίζει και προφέρει τις λέξεις μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι εννοεί και πώς το εννοεί. Κι ο πλούτος αυτής της γλώσσας είναι τεράστιος. Έχει διαφορετική λογική απ’αυτή που έχουμε συνηθίσει, αλλά έχει και τόσο παραστατικές εκφράσεις!

Αλλά η Κωνσταντινούπολη μού είναι ανυπόφορη. Είναι γκρίζα, μουντή, βρώμικη, φασαριόζικη. Αφού μείνεις για λίγο καιρό συνειδητοποιείς ότι αυτή η μόνιμη ομίχλη που σου φαινόταν τόσο γοητευτική είναι στην πραγματικότητα κάπνα από το κακής ποιότητας κάρβουνο που καίνε σε πολλά σπίτια για να ζεσταθούν επειδή είναι φτηνό και δεν έχουν χρήματα για κάτι άλλο. Αυτή νομίζω είναι μια καλή αναλογία για όλα αυτά που φαίνονται γοητευτικά στην Κωνσταντινούπολη. Τα σκοτεινά σοκάκια γύρω από το Ταξίμ (αν κι έχουν αρχίσει ν’αλλάζουν κι αυτά) ή τα επαγγέλματα που έχουν εξαφανιστεί πια στην Ελλάδα και μας θυμίζουν δεκαετία του ’50: λουστράκια, δηλαδή παιδιά που αναγκάζονται να δουλέψουν. Ή πλανώδιοι πωλητές και μαγαζιά που πουλάνε οτιδήποτε μεταχειρισμένο, από κούκλες μέχρι παπούτσια: φτώχεια. Φοιτητές που νομίζεις ότι έχουν βγει από τη δεκαετία του ’50 ή του ’60 γιατί φοράνε μόνο τζην και πουλόβερ σε μουντά χρώματα και πάνε στα πια φτηνά καφέ που υπάρχουν για να πιουν μόνο τσάι και συζητάνε για πολιτική σαν τους γονείς μας επί δικτατορίας: φτώχεια και συντηρητισμός. Η νοσταλγία η δική μας λοιπόν... νοσταλγία για τι άλλωστε; Για την περιορισμένη ζωή περασμένων δεκαετιών; Η δική μας νοσταλγία είναι η φτώχεια των άλλων. Είναι τα προβλήματα κι οι περιορισμοί που βιώνουν.

Και κυρίως: όσες πολλές όψεις και νά’χει η Κωνσταντινούπολη, όταν μένεις εκεί βλέπεις μόνο μία – ή αν είσαι τυχερός δύο. Όχι παραπάνω. Και συνέχεια τους ίδιους ανθρώπους και τα ίδια μέρη. Γιατί υπάρχουν τόσα χάσματα: όχι μόνο οικονομικό χάσμα αλλά και χάσμα νοοτροπίας. Άρα δεν βγαίνεις εύκολα από το ένα περιβάλλον στο οποίο νιώθεις ότι κολλάς. Οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις είναι μεγαλουπόλεις ακριβώς επειδή νιώθεις ότι σε κάθε βήμα μπορεί να συμβούν τα πάντα: να γνωρίσεις εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, κυρίως. Η Κωνσταντινούπολη των τόσων (πόσων; 15;) εκατομμυρίων είναι επαρχία γιατί δεν καταφέρνει να φέρει κοντά ανθρώπους από διαφορετικά περιβάλλοντα.

Δεν θέλω να πω ότι η Τουρκία έχει μείνει πίσω κι έτσι θα παραμείνει. Όχι. Το κάθε άλλο. Η τουρκική κοινωνία έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία δέκα χρόνια (κι αναφέρομαι μόνο στα τελευταία δέκα χρόνια, γιατί τόσα περίπου είναι τα χρόνια που επισκέπτομαι εγώ την Τουρκία). Και στην πολιτική γίνονται ανοίγματα αδιανόητα ως χθες. Που μερικά μάλιστα τα ζηλεύω: ενώ στην Τουρκία αρχίζουν να συζητάνε πράγματα σημαντικά, την ίδια την ιστορία και την κοινωνία τους, το θέμα των Αρμενίων, το κουρδικό, στην Ελλάδα παρατηρώ μια οπισθοδρόμηση τα τελευταία χρόνια: αν κάποιος τολμήσει να πει κάτι έξω από τις άχρηστες ιστορικές γνώσεις του σχολείου, που τις έχουμε πια αναγάγει σε υπέρτατη αλήθεια, είναι αυτομάτως προδότης. Η Τουρκία λοιπόν αλλάζει, κι η αλλαγή φαίνεται και στην Κωνσταντινούπολη.

Αλλά εμένα εξακολουθεί να μου προκαλεί μελαγχολία και να μου δημιουργεί μια σχιζοφρένεια. Την αγαπάω, τη νιώθω δική μου, ξέρω ότι εκεί είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ, τα ζητήματα που μ’ενδιαφέρουν. Αλλά δεν την αντέχω. Είναι πολύ δύσκολη η ζωή στην Κωνσταντινούπολη, ό,τι κι αν λένε τα ελληνάκια που πάνε πια τσούρμο εκεί και φτιάχνουν μια ελληνική κοινότητα για χαβαλέδιασμα μεταξύ τους. Δεν έχουν καταλάβει τίποτα.

Γιατί ακόμα κι οι άνθρωποι που είναι από την Κωνσταντινούπολη νιώθουν αυτή τη δυσκολία και βιώνουν αυτή τη σχιζοφρένεια. Μίλησα σ’έναν απ’αυτούς γι’αυτή την αντίφαση της Κωνσταντινούπολης, που μου προκαλεί, το ότι τη νιώθω τόσο δική μου αλλά δεν την αντέχω. Και μου απάντησε: «καλωσήρθες».