29 Απρ 2010

Μαθήματα τουρκικών 2: επίκαιρες εκφράσεις του κώλου


Göt = κώλος. Προφέρεται γκιοτ ή κάπως σαν γκετ με κλειστό -ε-, σαν το γαλλικό -eu- (π.χ. peur) ή το γερμανικό -ö- (όπως στο hören). Εξαιρετικά σημαντική λέξη στην τουρκική γλώσσα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και αυτοτελώς ως βρισιά. Επίσης, συναντάται σε πολλές εκφράσεις.


Göte giren şemsiye açılmaz.

Η ομπρέλα που μπαίνει στον κώλο δεν ανοίγει. Που σημαίνει: όταν η κατάσταση είναι εντελώς χάλια, άρα έχει φτάσει στο απροχώρητο, τουλάχιστον μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν μπορεί να χειροτερέψει ακόμα περισσότερο. Αυτή είναι η επίσημη έκφραση. Ενίοτε όμως συμπληρώνεται: Açılsa bile çıkmaz. Κι ακόμα κι αν ανοίξει, δεν βγαίνει. Κι αν δεν φτάνει ούτε κι αυτό, έχει κι άλλο: Çıksa bile artık kapanmaz. Κι αν βγει, πια δεν ξανακλείνει. Όπως καταλαβαίνετε, αν και υποτίθεται ότι αυτή η έκφραση είναι και λίγο παρηγοριά, οι Τούρκοι σαρκαστικά δεν παύουν να θυμίζουν ότι το χειρότερο έχει πάντα κάτι ακόμα χειρότερο (άλλωστε υπάρχει και τέτοια έκφραση: Beterin beteri var. Υπάρχει χειρότερο απ’το χειρότερο). Η φίλη μας η Μπιλγκέ πάντως το συμπληρώνει με το: Açılsa da, bir işe yaramaz. Κι αν ανοίξει, δεν χρησιμεύει σε τίποτα.


Sikilmiş götün davası olmaz.

Δεν υπάρχει / δεν γίνεται δίκη για τον γ…μένο κώλο. Δηλαδή, απ’τη στιγμή που μας απαύτωσαν, δεν μπορούμε εκ των υστέρων να κάνουμε τίποτα γι’αυτό. (Μα τι μοιρολάτρες κι αυτοί οι Τούρκοι, ε;)


Bir erkeğin yoksa parası, arkasındadır kumbarası.

Η σύνταξη σ’αυτή την πρόταση είναι λίγο πειραγμένη, για να κάνει και ρίμα: Αν ένας άντρας δεν έχει λεφτά, ο κουμπαράς του είναι πίσω του. Δηλαδή, μπορεί να παραχωρήσει τα οπίσθιά του προς χρήση επί χρήμασι. Νομίζω ότι αυτό δεν θέλει περισσότερες εξηγήσεις. Λέγεται – το μεταφέρω με κάθε επιφύλαξη γιατί απλώς κάποιος μου το είπε, δεν το έχω δει πουθενά γραμμένο – ότι ο Κενάν Εβρέν (που κακό ψόφο νά’χει), αυτός ο αρχιχουντικός στρατηγός που είναι τόσο γνωστός για τις τρυφερές μεθόδους του προς τους πολιτικούς κρατούμενους αλλά και στα θέματα της οικονομίας, εκστόμισε αυτή τη φράση όταν του είπαν κάτι του τύπου «ο λαός δεν έχει λεφτά».


Και κάτι άσχετο (με τον κώλο), αλλά που μου έρχεται συνεχώς στο μυαλό όταν ακούω ή διαβάζω διαφόρους ακριβοπληρωμένους δημοσιογράφους (που ο Αλλάχ να τους κάνει δηλαδή, γιατί αυτοί για μένα δεν είναι δημοσιογράφοι, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία), πολιτικούς ή επιχειρηματίες να μιλάνε για την κρίση και τα «αναγκαία μέτρα», ότι «θα υποφέρουμε» αλλά είναι για καλό κλπ.: Senin tuzun kuru. Το δικό σου το αλάτι είναι στεγνό (το πρόσωπο μπορεί ν’αλλάξει βέβαια, μπορεί να γίνει «το δικό μου» ή «το δικό μας» αλάτι). Δεν ξέρω από πού προέρχεται αυτή η έκφραση. Σημαίνει, περίπου, «εσύ είσαι ασφαλής / δεν κινδυνεύεις / δεν διακινδυνεύεις τίποτα». Και λέγεται ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις: όταν π.χ. εγώ διαμαρτυρόμουν για τις συνθήκες εργασίας μου, είχα την πολυτέλεια – ας πούμε – να το κάνω, γιατί δεν έχω παιδιά-σκυλιά ούτε δάνειο να ξεπληρώσω. Άρα, «το αλάτι μου ήταν στεγνό», σε σχέση με όσους δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν να χάσουν τη δουλειά τους.


Καληνύχτα και καλό ξημέρωμα, όπως λένε κι οι νυχτερινές ειδήσεις της ΝΕΤ.



23 Απρ 2010

Με τα σύμβολα ή με τον πραγματικό λαό;

Επί της ουσίας ο πρωθυπουργός μίλησε μόνο με όρους στρατηγικής και συμμαχιών, ενώ με το διάγγελμά του νομιμοποίησε την ύπαρξη και τη δράση των «αγορών». Αυτών των «αγορών» που δεν μας λέει ποιες (ποιοι) είναι, τι αντιπροσωπεύουν, τι θέλουν, γιατί πρέπει να υποκύψουμε στις επιθυμίες τους – και γιατί μέχρι τώρα η Ελλάδα τις έχει διευκολύνει σε σκανδαλώδη βαθμό. Μίλησε για «εθνική ανάγκη», αλλά χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ποιοι απαρτίζουν αυτό το έθνος. Άφησε να διαφανεί ότι με τον δρόμο που επέλεξε για τη χώρα η κατάσταση θα βελτιωθεί, αλλά χωρίς να προτάσσει αρχές κι αξίες, ούτε να δίνει έναν πραγματικό στόχο – γιατί το να δίνει γην και ύδωρ μιλώντας μες στο θράσος για «απελευθέρωση» της χώρας δεν είναι στόχος.
Και κατά τα άλλα ο λόγος του ήταν γεμάτος σύμβολα. Απ’αυτά τα συμβόλα που ήδη από το σχολείο αυτό το παρωχημένο εκπαιδευτικό μας σύστημα μάς μαθαίνει όχι να κατανοούμε, ούτε να τους δίνουμε ένα ουσιαστικό νόημα, αλλά απλώς να τα παπαγαλίζουμε, ίσως ακόμα και να τα προσκυνάμε σαν «ιερά και όσια της φυλής»: ο «ελληνισμός», η «Οδύσσεια», η «Ιθάκη». Θεωρεί, προφανώς, ότι τα σύμβολα μπορούν να συσπειρώσουν τον λαό και να προσδώσουν στις αποφάσεις της κυβέρνησης την αίγλη ενός εθνικού αγώνα.

Όποιος όμως ξέρει καλά την Ιστορία, ξέρει ότι το έθνος δεν είναι σύμβολα, είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά ∙ και οι εθνικοί αγώνες ποτέ δεν κερδήθηκαν με συμβόλα, κερδήθηκαν με ουσιαστική ενότητα και αλληλεγγύη, τα υλικά δηλαδή από τα οποία φτιάχνεται το πολιτικό έθνος. Την αξιοπρέπεια της Ελλάδας και του λαού της στον τελευταίο πόλεμο δεν την έσωσε ο «τρίτος ελληνικός πολιτισμός» του Μεταξά ∙ την έσωσε η Αντίσταση ενός λαού ταπεινωμένου, πεινασμένου και φοβισμένου αλλά αλληλέγγυου. Κι ο πατριωτισμός – αντίθετα απ’ό,τι δυστυχώς πιστεύουν και πάρα πολλοί αριστεροί – δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό: όπως ακριβώς δεν είναι η πίστη στο ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα, έτσι δεν είναι ούτε και κάποια μεταφυσική προσήλωση του «προαιώνιου» ελληνικού έθνους στην ελευθερία ή το «διαχρονικά» αγωνιστικό του φρόνημα. Το έθνος είναι ο πολιτικός λαός, οι πολίτες, δηλαδή άνθρωποι πραγματικοί οι οποίοι – ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης «ταυτότητας» – αποφασίζουν ότι ανήκουν στην ίδια πολιτική κοινότητα, και η μοίρα του καθενός τους συνδέεται με τη μοίρα των υπολοίπων. Κι ο πατριωτισμός πηγάζει ακριβώς από την πεποίθηση του λαού ότι είναι δικαίωμά του να καθορίζει ο ίδιος τη μοίρα του.
Επομένως, πατριωτισμός θα υπάρξει μόνο από τον ίδιο τον λαό, και στην κατεύθυνση που αυτός θέλει. Όσα σύμβολα κι αν επικαλεστεί σαν ιερά τοτέμ ο πρωθυπουργός, οι πολίτες δεν πρόκειται να πιστέψουν ότι η μοίρα τους συνδέεται μ’αυτή των εγκληματιών που έφεραν τη χώρα σ’αυτή την κατάσταση (καθίστωντας κι ένα μέρος των πολιτών συνένοχο, βέβαια), μ’αυτούς τους οποίους κι αυτή την ύστατη στιγμή δεν αγγίζει η Βουλή, γιατί είναι κι αυτή συνένοχη: βουλευτές και υπουργούς πρώην και νυν κυβερνήσεων, και την ηγεσία της Τράπεζας της Ελλάδας, που απ’ό,τι όλα δείχνουν ευθύνεται για το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο των τελευταίων δεκαετίων. Αν λοιπόν θέλει να ξυπνήσει τον πατριωτισμό του ελληνικού λαού ο πρωθυπουργός, καλά θα κάνει να αρχίσει να χτίζει ενότητα δείχνοντας έμπρακτα ότι όσοι κινήθηκαν ενάντια στο σύνολο των πολιτών, όσοι πρόδωσαν το έθνος, τιμωρούνται.
Η κυβέρνηση μέχρι στιγμής όχι μόνο δεν κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά με περισσό θράσος προσπαθεί να πείσει ότι ακολουθεί τη μόνο εθνική, επιβεβλημένη στρατηγική. Σ’αυτό το πλαίσιο είναι εντελώς χυδαία η απάντηση του Υπουργού Εργασίας στην τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα για το Ασφαλιστικό. Ο κ. Λοβέρδος είπε, απευθυνόμενος στον πρόεδρο του ΣΥΝ: «Ή υπάρχει αντιπρόταση ή αυτός που ρωτά κάνει οργάνωση του προσωπικού του μέλλοντος και δεν συμμετέχει στη διάσωση της πατρίδας.» Τέτοια κατάφωρη καπηλεία του έθνους χρόνια είχαμε να δούμε. Από πότε η άνευ όρων και οράματος παράδοση των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών είναι «διάσωση της πατρίδας»; «Πατρίδα» είναι το σύνολο των πολιτών. Άρα την πατρίδα σώζει ό,τι συνεισφέρει στην ευημερία τους, ό,τι χτίζει μια ουσιαστική αλληλεγγύη. Από τα ασφαλιστικά ταμεία λείπουν χρήματα επειδή κάποιοι, οργανωμένα κι εσκεμμένα, τα έκλεψαν. Και μένουν ατιμώρητοι. Και το κράτος, χρηματοδότητης των ταμείων όταν δεν τα κλέβει κι αυτό, δεν έχει χρήματα επειδή κάποιοι τα έκλεψαν και κάποιοι άλλοι άφησαν τις πόρτες ορθάνοιχτες για τους κερδοσκόπους. Κι αυτό το γεγονός σχεδόν δεν ακούγεται.

Όχι κ. Λοβέρδε, όχι κ. Παπανδρέου, δεν μπορείτε να μας πείσετε με κενά περιεχομένου σύμβολα, και μεταφορές κατευθείαν από τα «λυσάρια» του γυμνασίου (αυτό με το «σκάφος» σίγουρα κάποιος φιλόλογος της δεκάρας το σκέφτηκε) ότι έχετε όραμα και υπηρετείτε το έθνος. Γιατί μας έμαθαν μερικοί δάσκαλοι – άλλοι στα πανεπιστήμια που υποχρηματοδοτείτε γιατί δεν παράγουν παρά μόνο σκέψη, κι άλλοι που δεν καταδέχτηκαν να διεκδικήσουν ούτε τον τίτλο του καθηγητή – ότι το έθνος δεν είναι τα σύμβολα, ούτε κάποιοι βολικοί πεθαμένοι με φωτοστέφανα ηρώων. Το έθνος είμαστε εμείς «κι όσοι θα έρθουν να αγωνιστούν μαζί μας», όπως έλεγαν τα επαναστατικά συντάγματα. Και το έθνος ποτέ δεν το έσωσαν τα σύμβολα, ούτε οι ψαλμουδιές της πανάκριβης (και αφορολόγητης) εκκλησίας. Το έθνος το έσωσαν – και θα το σώσουν – οι πολίτες του, ο πολιτικός, πραγματικός λαός. Κι ειδικά η «Οδύσσεια» ήταν πολύ ατυχής παρομοίωση: μόνος του σώθηκε τελικά ο Οδυσσέας, απ'τους συντρόφους του δεν έμεινε ούτε ένας. Διαλέξατε για την παρομοίωσή σας την εποχή των μοναχικών ηρώων. Εμείς επιλέγουμε άλλη περίοδο της Ιστορίας: αυτή των συλλογικών αγώνων.

Υ.Γ. - πηγές: για το "έγκλημα της Τράπεζας της Ελλάδας" δείτε τον Techie Chan, εδώ. Ολόκληρο το διάγγελμα της ντροπής βρίσκεται εδώ.

12 Απρ 2010

Μαθήματα Τουρκικών 1: "μυαλό μηχανικού"

Για να ευθυμήσωμε και λίγο, τα κουπέπκια ξεκινάνε νέα στήλη, ω αναγνώστα! Η οποία θα τιτλοφορείται «μαθήματα τουρκικών» και θα περιστρέφεται γύρω από ενδιαφέρουσες/αστείες/χαρακτηριστικές εκφράσεις της γλώσσας της γείτονος και φίλης χώρας.



Πρώτη έκφραση λοιπόν, που δείχνει πολλά για την κουλτούρα της σύγχρονης Τουρκίας: το «μυαλό μηχανικού» (κυριολεκτικά «κεφάλι μηχανικού», mühendis kafası). Έκφραση μάλλον χιουμοριστική, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάποιον χαϊδευτικά ή υποτιμητικά, ανάλογα με το αν θεωρούμε τα χαρακτηριστικά του «μυαλού μηχανικού» θετικά ή αρνητικά. Το μυαλό του μηχανικού λοιπόν είναι μυαλό «τετράγωνο», που ψάχνει πάντα πρακτικές και οικονομικές λύσεις για όλα τα προβλημάτα. Πράγμα καλό αν σκεφτούμε ότι μας λύνει τα προβλήματα και κακό αν φτάσει στα άκρα του, ώστε ο εν λόγω μηχανικός να μη λαμβάνει υπόψη του στη λύση των προβλημάτων κανέναν άλλο παραγόντα εκτός από τεχνικές λεπτομέρειες.


Η τόση ενασχόληση στην Τουρκία με τους μηχανικούς, σε βαθμό που να υπάρχει σχετική έκφραση για να τους περιγράψει, οφείλεται στον μεγάλο αριθμό μηχανικών που έχει η χώρα και τη σημαντική θέση τους στα δημόσια πράγματα. Σε μια χώρα που είχε (και έχει) συναίσθηση της υπανάπτυξής της (σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη), η ανάγκη να δημιουργηθούν οι υποδομές μιας εθνικής οικονομίας, αλλά και η ανάγκη δρόμων και άλλων έργων ώστε να συνδεθεί η περιφέρεια με το κέντρο (οικονομικό, πολιτικό και – πολύ σημαντικό κι αυτό – πολιτιστικό) της χώρας κατείχε κεντρικό ρόλο στην ιδεολογία. Κυρίως στον κεμαλισμό βέβαια, αλλά και στην αριστερή ιδεολογία, είναι η αλήθεια. Ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν το οθωμανικό κράτος τότε θεωρούσε ότι έπρεπε να αναπτυχθεί και με κάποιο τρόπο να φτάσει το επίπεδο των ευρωπαϊκών χωρών, από τις πρώτες σχολές που δημιουργήθηκαν ήταν η Σχολή Μηχανικών. Και στη Δημοκρατία της Τουρκίας, η τάση αυτή συνεχίστηκε: η χώρα χρειαζόταν μηχανικούς για να αναπτυχθεί. Έχει άλλωστε πραγματικά πολύ καλά πολυτεχνεία η Τουρκία: το Πολυτεχνείο της Άγκυρας (το περίφημο Middle East Technical University) και αυτό της Κωνσταντινούπολης (το İstanbul Teknik Üniversitesi) εδώ και χρόνια τσακώνονται για το ποιο είναι το καλύτερο. (Τσακώνονται επίσης οι φοιτητές τους και για το ποιοι είναι οι πιο αριστεροί, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).


Με την ίδια περίπου λογική, πάρα πολλοί – και σημαντικοί στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας – Τούρκοι πολιτικοί είναι ή ήταν μηχανικοί. Τρανά παραδείγματα ο Τουργκούτ Οζάλ, ηλεκτρολόγος μηχανικός με καριέρα τεχνοκράτη στην Τουρκία και το εξωτερικό, και ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, γνωστός στην παράταξή του και με το παρατσούκλι «ο διευθυντής μας των νερών» (bizim su müdürü), πολιτικός μηχανικός με ειδίκευση στα αρδευτικά έργα και τα φράγματα που υπήρξε επικεφαλής της κρατικής Διεύθυνσης Υδραυλικών Έργων. Στην τουρκική πολιτική υπάρχουν λοιπόν πολλοί μηχανικοί, και γιατί υπάρχουν πολλοί μηχανικοί στη χώρα γενικά, αλλά ίσως και γιατί θεωρείται ότι οι τεχνοκράτες, πραγματιστές μηχανικοί με τα τετράγωνα μυαλά είναι κατάλληλοι για να λύσουν τα προβλήματα της χώρας.


Εκτός όμως από την αντίληψη ότι η Τουρκία χρειάζεται μηχανικούς για την ανάπτυξή της, οι οικογένειες ωθούν τα παιδιά τους (κυρίως τα αγόρια) προς τις πολυτεχνικές σχολές και για οικονομικούς/κοινωνικούς λόγους της ίδιας της οικογένειας. Θεωρείται ότι μ’ένα πτυχίο Πολυτεχνείου μπορούν μετά να κάνουν οτιδήποτε κι ότι εν πάση περιπτώσει οι μηχανικοί βγάζουν πολλά λεφτά. Η Τουρκία έχει λοιπόν, εκτός από την πολυπληθέστατη κάστα των μηχανικών (γιατί είναι λίγο κάστα, με τα Επιμελητήριά τους και τις λέσχες αποφοίτων τους), και πάρα πολλούς... μετανιωμένους μηχανικούς. Πολλούς ανθρώπους που πήγαν στο Πολυτεχνείο είτε χωρίς να πολυξέρουν τι είναι και τι θέλουν ή γνωρίζοντας εξαρχής ότι θέλουν κάτι άλλο αλλά μην τολμώντας να εναντιωθούν στις οικογένειές τους που τους ήθελαν μηχανικούς. Αυτοί καταλήγουν να κάνουν οτιδήποτε άλλο εκτός απ’αυτό που σπούδασαν. Πολλοί απ’αυτούς, για παράδειγμα, συνεχίζουν τις σπουδές τους στις κοινωνικές επιστήμες.


Το «μυαλό μηχανικού» είναι μία από τις αγαπημένες μου εκφράσεις, κυρίως χάρη στον ε-ξαι-ρε-τι-κό σύγχρονο Τούρκο συγγραφέα Ογούζ Ατάυ (1934-1977, πληροφορίες εδώ), που εκτός από συγγραφέας ήταν και πολιτικός μηχανικός και συνήθιζε στα βιβλία του να αυτοσαρκάζεται παρουσιάζοντας πολιτικούς μηχανικούς που έκαναν (αποτυχημένες) προσπάθειες να γίνουν συγγραφείς και συγγραφείς που (ανεπιτυχώς) έμπαιναν στα χωράφια των μηχανικών για να φτιάξουν στα γραπτά τους έναν χαρακτήρα μηχανικό.



Προτάσεις για διάβασμα

Καθότι έχουμε σε μεγάλη εκτίμηση τα "Ενθέματα" της Αυγής, έχουμε να σας προτείνουμε μερικά άρθρα από τα τελευταία φύλλα τους. Από το παλιότερο στο πιο πρόσφατο, λοιπόν:

Για τα Πανεπιστήμια στη Βρετανία, του Άντονυ Γκράφτον: εδώ

Η εξέγερση του Αλή Πασά και η Ελληνική Επανάσταση, του Αλέξη Πολίτη: πρώτο μέρος, δεύτερο μέρος.

Και συνέντευξη του Βασίλη Παναγιωτόπουλου για τον Αλή Πασά: εδώ

Για έναν ευρωπαϊκό δημόσιο χώρο, με αφορμή την τελευταία κρίση, της Ιλεάνας Μορώνη: εδώ

Αυτά ξεχωρίσαμε τελευταία, λόγω συνάφειάς τους με την Ιστορία και με τα πράγματα του Πανεπιστημίου και της έρευνας, ιδίως στις θεωρητικές επιστήμες. Στα προηγούμενα φύλλα θα βρείτε κι ενδιαφέρουσες συμβολές στη συζήτηση για την οικονομία.

6 Απρ 2010

Να τελειώνουμε με τον εναγκαλισμό κράτους-εκκλησίας

Προσοχή: ακολουθεί σεντόνι. Κάθε Πάσχα θυμάμαι ακόμα καλύτερα γιατί βρίσκω εξοργιστική τη θέση της θρησκείας στον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα.

Ακόμα μια φορά και φέτος, το Άγιο Φως έφτασε στην Ελλάδα όπου έγινε δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους και με ειδικές πτήσεις διανεμήθηκε σε όλες τις γωνιές της χώρας. Η τελετή αφής του Αγίου Φωτός έγινε στον Άγιο Τάφο, στην Ιερουσαλήμ, χωρίς αυτή τη χρόνια – ω του παναγίου θαύματος! – να προκληθούν επεισόδια μεταξύ ιερωμένων ή πιστών που άλλοι τονίζουν την ελληνορθόδοξη ταυτότητά τους κι άλλοι προτάσσουν τον αραβικό/παλαιστινιακό χαρακτήρα του εδάφους και της εκεί Εκκλησίας. Πριν από λίγα χρόνια είχε μάλιστα αναχθεί σε σπουδαίο ζήτημα η εκλογή του Ορθόδοξου Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ζήτημα στο οποίο είχε αναμιχθεί και το ελληνικό κράτος (επί κυβέρνησης Καραμανλή, αν θυμάμαι καλά), δια του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο βασικός και πιο απτός λόγος για τον οποίο δημιουργείται ένταση στα άγια αυτά εδάφη έχει να κάνει με την ισραηλο-παλαιστινιακή διένεξη. Τη στιγμή που το Ισραήλ εποικίζει το διεκδικούμενο και από τους Παλαιστίνιους έδαφος της Ιερουσαλήμ, το Ορθόδοξο Πατριαρχείο έχει κατηγορηθεί από τους Παλαιστίνιους – μέρος των οποίων είναι Ορθόδοξοι και άρα ανήκουν στο ποίμνιό του – ότι πουλάει ακίνητα σε Ισραηλινούς.


Προβλήματα όμως στην περιοχή, ανάμεσα στους Ορθόδοξους Άραβες και τους πνευματικούς ταγούς τους, υφίστανται εδώ και πάνω από έναν αιώνα, δηλαδή πολύ πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, όταν ακόμα λίγοι Εβραίοι από άλλα σημεία της γης είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή που αργότερα διεκδίκησαν ως εθνικό τους έδαφος. Άρα το ζήτημα προϋπήρχε της ισραηλο-παλαιστινιακής διένεξης. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: ποιο ακριβώς, ιστορικά, είναι το ζήτημα; Δεύτερο ερώτημα, που έχει ίσως λιγότερη σημασία για τους άμεσα ενδιαφερόμενους και περισσότερη για τους Έλληνες πολίτες: ποιος είναι ο ρόλος του ελληνικού κράτους σ’αυτό το ζήτημα; Ακόμα πιο απλά, γιατί αυτό το ζήτημα πρέπει να αφορά το ελληνικό κράτος περισσότερο απ’ό,τι οποιοδήποτε άλλο κράτος που ενδιαφέρεται γενικώς και αορίστως για την ηρεμία και την παγκόσμια ειρήνη;


«Ορθόδοξοι», «Ρωμιοί», «Έλληνες» / Το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού


Επειδή είναι δύσκολο να εξετάσουμε ολόκληρη την ιστορία του ζητήματος, ας πάρουμε μόνο μία περίοδο, κατά την οποία το λεγόμενο – τότε – «ζήτημα του Παναγίου Τάφου» ήταν ιδιαίτερα οξυμένο. Πρόκειται για την εποχή των Νεότουρκων, φάση της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ξεκινάει το 1908, με την Επανάσταση των Νεότουρκων. Και πριν από το 1908, η οθωμανική εξουσία, σε ό,τι αφορά τους Ορθόδοξους υπηκόους της, συνομιλεί με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Εντελώς σχηματικά (και απλοποιώντας τα ζητήματα, χωρίς καν να αναφερθούμε στον θεσμό του μιλλέτ και το πώς και πότε δημιουργείται), όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, που στα οθωμανικά αποκαλούνται Ρωμιοί (Rum), ανεξαρτήτως άλλων χαρακτηριστικών τους (με τη γλώσσα να είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που δημιουργούν διαχωρισμούς στους κόλπους των Ορθοδόξων, αφού άλλοι μιλούν ελληνικά, άλλοι βουλγαρικά, άλλοι αραβικά κ.ο.κ.), όλοι λοιπόν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί «υπάγονται» στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, αυτό αρχίζει να γίνεται προβληματικό, καθώς οι εθνικές ιδεολογίες αρχίζουν να δημιουργούν ρήγματα μεταξύ διαφορετικών ομάδων Ορθοδόξων.


Σχηματοποιώντας και απλοποιώντας και πάλι, η ελληνοφωνία του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου, μαζί με μια σειρά από άλλες εξελίξεις, το φέρνουν κοντά στην ελληνική εθνική ιδεολογία και στο ελληνικό κράτος, αν και – προσοχή εδώ! – το Πατριαρχείο εξακολουθεί να είναι προσδεδεμένο στην οθωμανική εξουσία, ενώ η σχέση του με την Αθήνα δεν είναι απαλλαγμένη από εντάσεις. Εν πάση περιπτώσει, και λόγω του γεγονότος ότι η δημιουργία πολιτικών/εθνικών συνόλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία περνάει μέσα από τη θρησκεία, ομάδες που ήθελαν να διαφοροποιηθούν από το Πατριαρχείο και την ελληνοφωνία του και να αναπτύξουν τη δική τους ταυτότητα ένιωθαν την ανάγκη να διεκδικήσουν και τη θρησκευτική ανεξαρτησία τους από το Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικό, και πολύ καλά μελετημένο από Έλληνες ερευνητές τα τελευταία χρόνια, είναι το παράδειγμα των Βούλγαρων, οι οποίοι διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους δημιουργώντας τη δική τους Εκκλησία, την Εξαρχεία. Το Πατριαρχείο αντέδρασε σ’αυτή την κίνηση – όπως άλλωστε, ας μην το ξεχνάμε, είχε αντιδράσει και στη δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας – τονίζοντας ότι η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία τάσσεται εναντίον του «εθνοφυλετισμού» (εθνικισμού θα λέγαμε σε μια πιο σύγχρονη γλώσσα) κι ότι όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανήκουν στο ποίμνιό του, μέσω του οποίου άλλωστε εξασφαλίζεται η υποταγή τους στην οθωμανική εξουσία. Επιχείρημα ιδιαίτερα πειστικό για την Πύλη, η οποία αφμιταλαντεύτηκε ως προς τη στάση που έπρεπε να τηρήσει έναντι των Βούλγαρων. Εν πάση περιπτώσει, η Οθωμανική Αυτοκρατορία τελικά αναγνώρισε την Εξαρχεία.


Τέτοιου είδους ζητήματα όμως απέκτησαν νέα σημασία και βαρύτητα μετά την Επανάσταση των Νεότουρκων. Αυτό που υποσχόταν η νέα εξουσία, με την επαναφορά του οθωμανικού Συντάγματος του 1876, ήταν η ισότητα και η ελευθερία όλων των Οθωμανών. Όπερ μεθερμηνευόμενο από τους Βούλγαρους (και άλλες ομάδες στην ίδια περίπου θέση με τους Βούλγαρους) σήμαινε ότι κάθε Οθωμανός θα είχε το δικαίωμα να επιλέξει σε ποια Εκκλησία και σε ποιο σύνολο θα ανήκε. Ή, πιο απλά για ένα μέρος του λαού, δεν θα είχε πάνω από το κεφάλι του μια εξουσία, αποτελούμενη είτε από ιερωμένους είτε από λαϊκούς, την οποία να μην αναγνωρίζει ως προερχόμενη από τον ίδιο. Προσοχή: δεν λέω ότι εγκαθιδρύθηκε κάποιου είδους λαϊκή εξουσία – σε καμία περίπτωση. Απλώς, στο άκουσμα και μόνο της λέξης ελευθερία, υπήρξε η προσδοκία αν όχι ελευθερίας τουλάχιστον μικρότερης καταπίεσης. Το δε γεγονός ότι υπήρχε ένα εκλεγμένο – έστω έμμεσα κι έστω με περιορισμούς – κοινοβούλιο, ανάγκαζε έτσι κι αλλιώς την εξουσία όχι να είναι επί της ουσίας λαϊκή, αλλά να δείχνει ότι είναι λαϊκή (κατά τη γνώμη μου εδώ τοποθετείται και η αρχή του τουρκικού λαϊκισμού, καταστατική αρχή αργότερα του κεμαλισμού, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Ταυτόχρονα όμως – ω της ιστορικής περιπλοκότητας και αντίφασης! – οι Νεότουρκοι τόνιζαν κι άλλη μιαν αρχή: την ενότητα. Ενότητα ζητούσαν απ’όλους τους Οθωμανούς, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνότητας, για την ενδυνάμωση της Αυτοκρατορίας. Αν λοιπόν οι Βούλγαροι ή και άλλες ομάδες τόνιζαν το γεγονός ότι έπρεπε πια, καθότι ήταν ελεύθεροι, να διαλέγουν μόνοι τους σε ποια ομάδα θα ανήκουν, το Πατριαρχείο και οι συν αυτώ τόνιζαν ότι, για χάρη της οθωμανικής ενότητας, έπρεπε να αποφευχθεί η διάσπαση των Οθωμανών σε τόσες πολλές μικρές υπο-ομάδες. Όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί έπρεπε να μείνουν λοιπόν πιστοί στο Πατριαρχείο. Τι ήταν όμως πια, στις αρχές του 20ου αιώνα, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης;


Άγιος Τάφος κι ελληνοθωμανισμός


Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα συμφέροντα του Πατριαρχείου και της Αθήνας, σε ορισμένα τουλάχιστον ζητήματα, συμπίπτουν. Το Πατριαρχείο θέλει να κρατήσει υπό τη σκέπη του όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, να εξουδετερώσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις. Η Αθήνα, από την πλευρά της, από τα μέσα του 19ου αιώνα, υιοθετεί ως εθνικό ιδεολόγημα τη Μεγάλη Ιδέα. Στόχος του ελληνικού βασιλείου είναι η επέκτασή του, με την ενσωμάτωση σ’αυτό όλων των αλύτρωτων Ελλήνων – και των εδαφών όπου αυτοί κατοικούν, βέβαια. Πώς όμως θα ορίσει ποιοι είναι αλύτρωτοι Έλληνες και πώς θα αποδείξει ότι η θέση τους είναι υπό το ελληνικό κράτος; Εδώ ακριβώς το ελληνικό κράτος, σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, εναγκαλίζεται τη θρησκεία. Χρησιμοποιώντας την ελληνοφωνία του Πατριαρχείου, και διαμορφώνοντας μια εθνική ιστορία βάσει της οποίας «ελληνισμός» και «χριστιανισμός» ήταν πάντα άρρηκτα δεμένοι, φτιάχνει λίγο-πολύ μια εξίσωση (και πάλι απλοποιώ και σχηματοποιώ) που λέει ότι όλοι οι Ορθοδόξοι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όλοι οι Ρωμιοί, είναι Ελλήνες. Καθώς η ιδεολογία του ελληνικού κράτους, μέσω κυρίως της παιδείας, διεισδύει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και καθώς το Πατριαρχείο για να συνδιαλλαγεί με πολλούς λαϊκούς στους κόλπους του οι οποίοι ενστερνίζονται πια την ελληνική εθνική ιδεολογία, αρχίζει κι αυτό να αποκτά έναν όλο και πιο ελληνικό χαρακτήρα, υπόρητα στην αρχή, ξεκάθαρα αργότερα, «Ρωμιός» αρχίζει να σημαίνει «Έλληνας».


Έτσι, μετά το 1908, όταν αυτά τα ζητήματα, όπως είπαμε, οξύνονται, είναι υπ’αυτό το πρίσμα που αντιμετωπίζει και το «ζήτημα του Παναγίου Τάφου». Οι Άραβες, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα των Ορθόδοξων Χριστιανών της περιοχής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, διεκδικούν την ανάδειξη Άραβα Πατριάρχη (εντάσεις με τους ανώτερους κληρικούς της περιοχής είχαν υπάρξει και παλαιότερα). Οι πατριαρχικοί όμως διατείνονται ότι αφού ο Άγιος Τάφος, σύμφωνα μ’όλες τις επιγραφές και τα έγγραφα, ανήκει στους «Ρωμιούς», αυτό σημαίνει ότι ο ανήκει όχι στους «Οθωμανούς Ορθόδοξους» γενικά, αλλά στους «Έλληνες Ορθόδοξους» (έχω στα χέρια μου σχετική μπροσούρα που χρησιμοποιεί ακριβώς αυτούς τους όρους, υπογραμμένη από τον Αρχιμανδρίτη Μελέτιο Μεταξάκη το 1909). Η αλλαγή νοήματος που λέγαμε έχει πια ολοκληρωθεί: «Ρωμιός» σημαίνει πια «Έλληνας». Και οι ελληνικές εφημερίδες – έχω στα χέρια μου μία, τον Εργάτη της Σμύρνης – με πηχυαίους τίτλους καταφέρονται εναντίον των «Αραπάδων» ζητώντας τους να κρατήσουν τα χέρια τους μακριά από τον Άγιο Τάφο «γιατί αλλιώς θα σας τα κόψουμε». Μέσα λοιπόν σ’ένα κλίμα όπου όλοι οι Οθωμανοί – οι Ορθόδοξοι Άραβες στη συγκεκριμένη περίπτωση – θεωρούν πια ότι είναι ελεύθεροι, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σπεύδουν να διευκρινίσουν, κατά την οργουελιανή φράση: «Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα.» Όπου βέβαια τα ζώα που είναι «πιο ίσα από τα άλλα» είναι οι Έλληνες, οι οποίοι θέλουν ελευθερία όχι για όλους, αλλά μόνο για τους εαυτούς τους, για να καταπιέσουν άλλες ομάδες, ως συνδιαχειριστές – μαζί με τους Οθωμανούς/Τούρκους – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γιατί έτσι βλέπουν τους εαυτούς τους, σ’αυτό συμπυκνώνεται ουσιαστικά η ιδεολογία του «ελληνοθωμανισμού» την οποία προωθούν: ελληνοτουρκική συγκυριαρχία στην «καθ’ημάς Ανατολή».


Να τελειώνουμε με τον ελληνοχριστιανισμό


Ο ελληνοθωμανισμός πέθανε όταν οι Έλληνες κατάλαβαν πως οι Οθωμανοί/Τούρκοι δεν θα τους αναγνώριζαν αυτό τον ρόλο συνδιαχείρισης της Αυτοκρατορίας. Θάφτηκε δε οριστικά το 1919. Το 1922 θάφτηκε και η Μεγάλη Ιδέα. Ωστόσο, ό,τι αυτή η ιδεολογία φέρνει μαζί της, κυρίως η σύνδεση του ελληνικού κράτους με τη θρησκεία, ιδέα που δεν υπήρχε το 1821 και στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, επιβίωσε. Το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με τη θρησκεία στα μέσα του 19ου αιώνα, για συγκεκριμένους, ιστορικά εξηγήσιμους λόγους, στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας. Η σύνδεση αυτή – είτε κάποιος διαφωνούσε είτε συμφωνούσε (σ’εμάς σήμερα έτσι κι αλλιώς δεν πέφτει λόγος) – είχε στις τότε συνθήκες έναν λόγο ύπαρξης. Σήμερα δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο ύπαρξης. Η Μεγάλη Ιδέα βρίσκεται στον σκουπιδοντενεκέ της Ιστορίας και καλό θα ήταν να πήγαινε να της κάνει παρέα η σύνδεση του ελληνικού κράτους με τη θρησκεία.


Αν είναι υπόθεση του καθενός το τι κάνει στον ιδιωτικό του χώρο – όπου είναι ελεύθερος να πιστεύει σε όποια θρησκεία θέλει ή να μην πιστεύει καθόλου – στον δημόσιο χώρο η θρησκεία δεν έχει θέση. Το ελληνικό κράτος πρέπει να φροντίζει να έχει πόρους (από τη φορολογία για παράδειγμα) για να έχει ισχυρό κράτος πρόνοιας ∙ η φιλανθρωπία της Εκκλησίας ή οποιουδήποτε άλλου ιδρύματος είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το κράτος πρόνοιας (που αποτελεί δικαίωμα και ένδειξη αλληλεγγύης και όχι φιλανθρωπία) και είναι δική της υπόθεση. Η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να χαράσσεται με βάση το συμφέρον του ελληνικού λαού και να ασκείται από την πολιτική ηγεσία και τους αρμόδιους διπλωματικούς υπαλλήλους, κι όχι μέσω θρησκευτικών φορέων. Δεν έχει καμία δουλειά το ελληνικό κράτος να αναμειγνύεται στα ζητήματα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ή οποιουδήποτε άλλου Πατριαρχείου. Όποιος Έλληνας πολιτικός επισκέπτεται την Τουρκία δεν μπορεί να επισκέπτεται τον Πατριάρχη παρά μόνο αν το κάνει στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής επίσκεψης, που να σχετίζεται με τα προσωπικά του θρησκευτικά πιστεύω κι όχι με την εξωτερική πολιτική της χώρας. Ακόμα κι οι Ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης, μετά απ’όλες τις εξελίξεις που περιγράφονται πιο πάνω, αποτελούν πια προ πολλού μιαν ελληνική μειονότητα (και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται από την Ελλάδα), κι όχι μια πολυεθνοτική ορθόδοξη κοινότητα.


Θρησκευτικά σύμβολα, θρησκευτικοί όρκοι και τελετές δεν μπορούν να έχουν καμία θέση σ’ένα σύγχρονο κράτος. Επιτέλους, αν τα κατάλοιπα της Μεγάλης Ιδέας, που ακόμα υπάρχουν στην παιδεία μας, μπορούσαν μέχρι πρόσφατα να έχουν μια (εντελώς σχετική) λειτουργικότητα, αυτό δεν ισχύει πια ∙ το ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα έχει γίνει πιο επιβλαβές από ποτέ. Το να διδάσκεται ακόμα στο σχολείο η εθνική αφήγηση που δημιουργήθηκε τον 19ου αιώνα, σε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, είχε ως κύρια συνέπεια να δημιούργουνται γενιές αγράμματων – ως προς την Ιστορία τουλάχιστον, την οποία δεν μάθαιναν παρά μόνο ως κάποιου είδους «εθνικό ιδίωμα» – και να αναπαράγεται το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού, που τόσο είχε χρησιμεύσει στη μετεμφυλιακή (και ακόμα περισσότερο στη χουντική) εξουσία.


Χωρισμός κράτους – εκκλησίας και μια άλλη αντίληψη της ιστορίας


Επειδή όντως μετά από πολέμους, αφομοιώσεις, ανταλλαγές πληθυσμών η Ελλάδα είχε έναν σχετικά ομοιογενή πληθυσμό ανθρώπων ελληνικής εθνικής καταγωγής (όπως οι ίδιοι το καταλαβαίναν τουλάχιστον) και ορθόδοξης χριστιανικής κουλτούρας ή και πίστης, αυτές οι συνέπειες, αν και πολύ αρνητικές, μπορούσαν να περνάνε απαρατήρητες. Στον σημερινό κόσμο, όμως, μια τέτοιου είδους διδασκαλία της Ιστορίας είναι εντελώς άχρηστη και πάρα πολύ επικίνδυνη. Άχρηστη γιατί σε καμία περίπτωση δεν βοηθάει τους πολίτες να κατανοήσουν πώς δημιουργήθηκε ο σύγχρονος κόσμος, ποια προβλήματα και ποια διακυβεύματα καλείται η κοινωνία μας να αντιμετώπισει. Άκρως επικίνδυνη γιατί ζούμε πια σε μια κοινωνία πολύ λιγότερο ομοιογενή ως προς την ταυτότητα και τις πεποιθήσεις των ατόμων που την απαρτίζουν. Πολίτες που νομίζουν ότι Έλληνας σημαίνει Ορθόδοξος Χριστιανός, κι ότι επιπλέον η «εθνική ταυτότητα» είναι κάτι στατικό και αναλλοίωτο στους αιώνες, κατί που κληρονομούμε και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε ν’αλλάξουμε, είναι αδύνατο να δεχτούν ως Έλληνες πολίτες ανθρώπους που προέρχονται από άλλες κουλτούρες – οι πρόσφατες εντελώς αποπροσανατολισμένες και αποπροσανατολιστικές συζητήσεις περί «εθνικής ταυτότητας» με αφορμή το πρόσφατο περί ιθαγένειας νομοσχέδιο το αποδεικνύουν περίτρανα.


Η σημερινή κυβέρνηση πρέπει λοιπόν πιεστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Καθώς παίρνει οικονομικά μέτρα που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σοσιαλιστικά, καθώς επιπλέον εδώ και χρόνια δυσκολεύεται να προτάξει μια ξεκάθαρη και ξεχωριστή ιδεολογία, το μόνο που διεκδικεί τα τα τελευταία χρόνια το ΠΑΣΟΚ ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του είναι ο «εκσυγχρονιστικός» χαρακτήρας του. Σ’αυτό το σημείο λοιπόν πρέπει να πιεστεί ώστε να κάνει πράξη κάτι πραγματικά εκσυγχρονιστικό, και που μπορεί πολύ καλά να ταιριάξει με το πρόγραμμα και το προφίλ του: τον ουσιαστικό χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Αν η Εκκλησία της Ελλάδας θέλει να φορολογείται όπως όλες οι επιχειρήσεις, πολύ ωραία, αλλά εφόσον αρχίσει να λειτουργεί ξεκάθαρα σαν επιχείρηση. Να αναλάβει τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της, να παρουσιάζει ισολογισμό και να φορολογείται επί των καθαρών εσόδων της και της περιουσίας της. Στη συνέχεια, θα μπορέσουμε ανενόχλητοι να απαλλάξουμε και την παιδεία μας από τον παρωχημένο και επικίνδυνο ελληνοχριστιανισμό.