29 Ιαν 2011

Στα δυο στενά



Οι στίχοι είναι του Murathan Mungan:
"Ή είσαι έξω απ'τον κύκλο
Ή θα μπεις μέσα
Αν ενώ εσύ είσαι μέσα το κεφάλι σου είναι έξω
Δεν υπάρχει λύση, αδελφέ μου
Κάθε βράδυ έτσι θα πίνεις και θα θλίβεσαι
Θά'σαι δυστυχισμένος
Καταραμένος σ'ένα τραπέζι ταβέρνας"


Στα Τρίκαλα στα δυο στενά σκοτώσανε όχι τον Σακαφλιά, αλλά τον Ορθό Λόγο. Και την πολιτική επίσης. Αυτό που εννοούμε πραγματικά όταν λέμε πολιτική (και δη αριστερή πολιτική), δηλαδή ούτε ευκαιριακές συμμαχίες ούτε και «τα στυλώνω κι έχω μόνο μαξιμαλιστικούς στόχους κι ώσπου να γίνει η Επανάσταση δεν θέλω την παραμικρή βελτίωση της ζωής μας». Είναι πια αναρίθμητες οι καταστάσεις στις οποίες απλώς δεν θέλω να πάρω θέση, δεν συμφωνώ ούτε με τους μεν ούτε μεν ούτε με τους δε, αλλά όταν δέχεται επίθεση κάποιος με τον οποίο συμφωνείς έστω σε κάποιες αρχές, ή έστω είναι εμφανώς ο αδύναμος κι αδικημένος της υπόθεσης, κι όταν επιπλέον με αφορμή αυτή την επίθεση κινδυνεύουν κι οι δικές σου αξίες, είσαι αναγκασμένος να πάρεις θέση, πρέπει να πάρεις θέση. Αλλά αναγκαστικά το κάνεις με όρους που έχουν θέσει άλλοι για σένα, γιατί πάνω στην αναμπουμπούλα δεν μπορείς να πεις «μισό λεπτό παιδιά, εγώ στηρίζω αυτή την πλευρά, αλλά τη στηρίζω κριτικά, γιατί διαφωνώ σ’αυτό και σ’εκείνο» (και να το πεις δεν θα σ’ακούσει κανείς), γι’αυτό μπαίνεις κι εσύ στην αναμπουμπούλα με όρους που δεν έχεις επιλέξει. Αρχίζω ν’απαριθμώ.

Το πιο πρόσφατο: οι μετανάστες απεργοί πείνας. Όχι, δεν δέχομαι ότι «δεν είναι η ώρα» ν’ασχοληθούμε με τους μετανάστες, γιατί τώρα έχουμε μνημόνιο, κρίση, πιο επείγοντα προβλήματα ή δεν ξέρω τι. Πάντα είναι ώρα, όλα τα παραπάνω μια χαρά συνδέονται μεταξύ τους άρα και το να αναδείξουμε το πρόβλημα των μεταναστών πρέπει να είναι μέρος της αντιμετώπισης που προτείνουμε για την παρούσα κατάσταση. Μέχρι εδώ μια χαρά. Επίσης, άνθρωποι που αποφασίζουν να αγωνιστούν για κάτι με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής, όπως οι απεργοί πείνας, πρέπει να αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα και σεβασμό: δεν παίζεις το κεφάλι σου κορώνα-γράμματα ούτε επειδή σε υποκινεί κάποιος, ούτε γιατί δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις για να σκοτώσεις την ώρα σου. Αλλά πώς πρέπει ν’αναδειχτεί αυτό το πρόβλημα, να γίνει αυτός ο αγώνας; Με τρόπο που θα ωφελήσει και τον ίδιο τον αγώνα, και δεν θ’ανοίξει άλλα μέτωπα, την ώρα που δεν έχεις τη δύναμη να τα χειριστείς όλα μαζί. Επομένως, όχι, η ενδεδειγμένη ενέργεια δεν είναι να πας, έστω με πρόσκληση των φοιτητών, σ’ένα -έστω μη χρησιμοποιούμενο- κτίριο της Νομικής, γιατί τα κοράκια περιμένουν στη γωνία να αποπροσανατολίσουν τη συζήτηση, να τρομάξουν τους νοικοκυραίους, κι από κει που πήγαινες για μαλλί θα βγεις και κουρεμένος. Όπερ και εγένετο, καθότι τα εν λόγω κοράκια έχουν μεγαλύτερη δύναμη από σένα. Με θλίβει, αλλά όλο και πιο πολύ αυτό που σκέφτομαι για την ελληνική Αριστερά είναι ο στίχος του Σεφέρη: "μας βαραίνουν οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν".

Στα της Ιστορίας. Έρχονται διάφοροι αντι-εθνικιστές να δηλώσουν διάφορα ότι μια χαρά περνάγαμε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ζούσαμε όλοι μαζί μονιασμένοι κλπ.. Ή να καταρτίσουν πίνακες με πεθαμένους, για να μας πουν ότι εμείς (αχ, αυτό το «εμείς»!) σφάξαμε περισσότερους Σλάβους ή Τουρκοκύπριους ή δεν-ξέρω-τι, άρα εμείς είμαστε οι κακοί. Ή να στρογγυλέψουν τα γεγονότα, για να μην τρομάζουν τα παιδάκια και θεωρούν τους Τούρκους βάρβαρους. Κι αυτοί οι αντι-εθνικιστές απλώς προκαλούν τους εθνικιστές αλλά και τον μέσο απόφοιτο ελληνικού σχολείου, που αλλιώς τα είχε μάθει και τώρα δεν βγάζει νόημα. Δικαίως, γιατί δεν τον βοηθάνε να βγάλει άκρη οι προκλητικές δηλώσεις. Απλώς θέλει να αμυνθεί απέναντι σε κάτι που εκλαμβάνει ως απειλή στην ταυτότητά του κι ως προσβολή, αφού θεωρείται ότι «εμείς» (άρα κατ’επέκταση αυτός ο ίδιος) είμαστε οι κακοί. Και στη συνέχεια οι αντι-εθνικιστές δέχονται επίθεση. Και φυσικά οφείλουμε να τους υπερασπιστούμε, γιατί συνήθως η επίθεση που δέχονται δεν έχει να κάνει με την ποιότητα της δουλειάς τους, αλλά με το αν είναι αρκούντως Έλληνες, αν τους πληρώνει ο Σόρος ή δεν ξέρω ποιος, αν είναι άθρησκοι κι ανήθικοι που επιδίδονται σε όργια. Και τους υπερασπίζεσαι. Ξέρεις όμως ότι δεν είναι αυτή η ιστοριογραφία που θες, δεν είναι αυτή η επιστήμη που κάνεις. Έχουν χάσει το νόημα αυτοί οι (δήθεν, ενίοτε) αντι-εθνικιστές, γιατί απλώς συνεχίζουν να προσπαθούν ν’απαντήσουν στις ίδιες ακριβώς ερωτήσεις που θέτουν κι οι εθνικιστές. Κι όταν θέτεις τις ίδιες άκυρες ερωτήσεις, πάλι άκυρες απαντήσεις θα λάβεις, έστω κι αν είναι διαφορετικές -ακόμα κι αντίθετες- απ’αυτές των εθνικιστών. Σωστά συμπεράσματα θα βγάλεις μόνο με τις σωστές ερωτήσεις, γιατί το θέμα δεν είναι αν περνάγαΝΕ μια χαρά οι Έλληνες με τους Τούρκους (οι Χριστιανοί με τους Μουσουλμάνους, μέχρι ν’αποκτήσουν συνείδηση «ελληνικότητας» οι μεν, «τουρκικότητας» οι δε), γιατί άντε να ορίσεις και τι σημαίνει «περνάγανε μια χαρά». Το ζήτημα, όπως έχω πει κι εδώ, είναι να δούμε τι είδους κοινωνία ήταν αυτή, και γιατί είχε διαφορετικές εντάσεις απ’αυτές που έχει η σημερινή, γιατί και πώς με κάποιο τρόπο λειτουργούσε. Ή επίσης, το θέμα δεν είναι να πεις ότι (και) οι Τούρκοι δεν έκαναν βαρβαρότητες, το θέμα είναι να τις ιστορικοποιήσεις, να καταλάβεις γιατί συνέβησαν, για να μη λες ότι απλώς είναι εγγενώς βάρβαροι. (Γιατί, επιπλέον, guess what, αν είσαι εσύ οριενταλιστής, είναι κι οι πιο δυτικοί από σένα, και γι’αυτούς άντε το πολύ να είσαι λίγο λιγότερο βάρβαρος απ’τους Τούρκους. Any way you look at this you lose, όπως είπαν κι Simon & Garfunkel στη Mrs. Robinson.)

Πάλι πίσω στην πολιτική. Εμφανίζονται διάφοροι και βάζουν γκαζάκια ή βόμβες ή γαζώνουν αστυνομικά τμήματα. Ξέρω, ξέρω, προβοκάτσιες. Αμ δεν είναι όλα προβοκάτσιες, γιατί αν έχω καταλάβει καλά μερικοί απ’αυτούς που συλλαμβάνονται τους τελευταίους μήνες έχουν αναλάβει την ευθύνη των πράξεών τους (προς τιμήν τους, όσο κι αν διαφωνώ και με τη λογική τους και με τις πράξεις τους). Και διαφωνείς, γιατί δεν πιστεύεις σε τέτοιες μεθόδους, δεν πιστεύεις στη λογική της βίας που τελικά είναι πάντα προβοκατόρικη, αφού έχει στόχο να φτάσει την κοινωνία στα άκρα. Την ίδια στιγμή όμως, βλέπεις αστυνομία και δικαιοσύνη να κάνουν όχι απλώς γκάφες, αλλά χοντράδες τη μια μετά την άλλη. Να μη σέβονται την αρχή ότι καθένας δικαιούται μια δίκαιη δίκη, να συλλαμβάνουν άσχετους ανθρώπους, εν τέλει να μας τρομοκρατούν όλους ότι αν βρεθούμε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή θα πάμε μέσα σούμπιτοι... Κι έδω ποιον να υπερασπιστείς; Πώς να πεις, και ποιος να σ’ακούσει με την πόλωση που έχει δημιουργηθεί, ότι εμείς θέλουμε δημοκρατία, θέλουμε μαζικούς αγώνες που θ’αλλάξουν την κοινωνία, κι άλλα τέτοια διανοουμενίστικα;

Και κάτι πιο γενικό, για να βγούμε απ’τον ελληνικό μας μικρόκοσμο. Προορισμός: Μέση Ανατολή και κατ’επέκταση ο κόσμος. Τουλάχιστον τα τελευταία 10 χρόνια, απ’την επίθεση στους δίδυμους πύργους και δόθε, κι ο τελευταίος άσχετος δυτικός έχει καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει με τη Μέση Ανατολή. Αυτό που συμβαίνει, πολύ σύντομα και απλουστευτικά, είναι ότι άνθρωποι που γνώρισαν μόνο ό,τι χειρότερο είχε η Δύση, μέσω αποικιοκρατίας, πολέμων κλπ., αντιδράνε σ’αυτό. Κι ο μόνος τρόπος που βρίσκουν για ν’αντιδράσουν -για λόγους στους οποίους έχει ευθύνη και η Δύση- είναι μέσω του πολιτικού Ισλάμ. Κι αυτό είναι κάτι που κάθε φορά που υπάρχει μια κρίση μάς φέρνει, ακόμα μια φορά, στα δυο στενά. Για την Παλαιστίνη, ο τίτλος του Μπελγκέ, «ούτε με το Ισραήλ, ούτε με τη Χαμάς» με εκφράζει απόλυτα. Αλλά όταν π.χ. επιτίθεται το Ισραήλ, και μάλιστα σε άμαχους, τι θα κάνεις; Θα πεις «φταίνει κι αυτοί, που ψηφίζουν τη Χαμάς»; Ή, πάλι στη Μέση Ανατολή, τι έπρεπε να κάνουμε το καλοκαίρι του 2006 που το Ισραήλ επιτέθηκε στον Λίβανο κι η μόνη αντίσταση προήλθε απ’τη Χιζμπουλλάχ; Να είμαστε με το Ισραήλ ή με τη Χιζμπουλλάχ; Όσοι (και όσο) είμαστε ήρεμοι κι ασφαλείς μακριά απ’τη σύγκρουση μπορούμε να κάνουμε φιλολογικές συζητήσεις, και να εξηγούμε γιατί δεν είμαστε ούτε με το Ισραήλ (να εξηγούμαι: με το Ισραήλ όταν ακολουθεί τέτοιου είδους πολιτική) ούτε με τη Χαμάς ή τη Χιζμπουλλάχ. Αυτό όμως είναι πολυτέλεια του πρώτου κόσμου, την οποία πολύ φοβάμαι ότι δεν θα είχαμε αν ήμασταν στη Μέση Ανατολή, όπως δεν την έχουν όσοι βρίσκονται εκεί. Εκεί αναγκάζεσαι να διαλέξεις με ποια πλευρά θα είσαι.

Αυτό που με τρομάζει πιο πολύ είναι ότι αυτός ο παραλογισμός έρχεται όλο και πιο κοντά μας, ότι τη χάνουμε αυτή την πολυτέλεια της κριτικής στάσης. Καλός κι ο δικός μου ο εγωισμός, δεν λέω: όσο ήταν μακριά η αναμπουμπούλα δεν με πείραζε και τόσο. Απλώς το νιώθω όλο και πιο κοντά μου, κι αυτό με τρομάζει. Με τρομάζει γιατί φοβάμαι ότι θ’αναγκαστώ να μπω σε μια σύγκρουση της οποίας τους όρους δεν έχω επιλέξει. Αλλά ποια είναι η άλλη επιλογή; Να μείνω μόνη μου με την κριτική μου στάση, αδιαφορώντας για το τι γίνεται γύρω μου; Προς το παρόν, λέω ότι κι η επιστήμη είναι ενός είδους στράτευση, και λέω στον εαυτό μου ότι υπηρετώ αυτά που πιστεύω με το να κάνω καλά τη δουλειά μου. Αλλά συνειδητοποιώ ότι αυτό είναι μια πολυτέλεια που δεν ξέρω πόσο ακόμα θα την έχω.



12 Ιαν 2011

Στο ίδιο έργο θεατές

Χρόνια και ζαμάνια έχω ν’ασχοληθώ με το ταπεινό τούτο βλογ. Τόσα πολλά που αν δεν έγραφε και κατά καιρούς η κ2, δικαίως θα είχε αραχνιάσει. Λίγο η κόπωση, πολύ οι υποχρεώσεις κι η έλλειψη χρόνου, κι η έμπνευση κάπου στ’ανάμεσό τους. Στην αρχή έλεγα ότι δεν έχω θέματα, δεν βρίσκω τι να πω στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε. Μετά κατάλαβα ότι το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο. Καταιγιζόμαστε καθημερινά από τόσες πληροφορίες και συναισθήματα, τόσες εικόνες κι άλλα τόσα κείμενα, που τα χάνουμε, δεν μπορούμε να επικεντρωθούμε στο σημαντικό, δυσκολεύεται πρώτα το μάτι και μετά το μυαλό να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, να κρατήσει μια τάξη, ένα μικρό αρχείο με ιεραρχημένα τα μεγάλα και σημαντικά. Γι’αυτό κι εγώ σιωπώ.

Αυτό που μου συνέβαινε με το βλόγινγκ πήρε διαστάσεις χιονοστιβάδας στα πάντα. Η ζωή κυλούσε με περικοπές, διαταραχές, συναισθηματικές διακυμάνσεις κι εγώ ένιωθα ότι όλα συμβαίνουν σε κάποιον άλλον, ότι παρακολουθώ μια άναρχη ταινία απ’τον εξώστη. Βλέπεις τα πάντα, δεν μπορείς να παρέμβεις πουθενά. Γι’αυτό πήρα μία και μόνη απόφαση για τη νέα χρονιά. Όχι ν’αδυνατίσω (το προφανές), ούτε να τελειώσω τη διατριβή (το επιτακτικό), ούτε να γίνω πλούσια (το ανέκδοτο της ημέρας). Αλλά να πάψω να είμαι θεατής. Να επιλέγω και να μην επιλέγομαι, να διαμαρτύρομαι και να μην γκρινιάζω, να προλαβαίνω καταστάσεις πριν με προλάβουν αυτές. Και να πληρώνω το τίμημα των επιλογών μου κι όχι ενός αθροίσματος τυχαιοτήτων.

Δεν ξέρω πόσο πρακτικά μπορώ να το μεταφράσω αυτό, αλλά νομίζω ότι είμαι σε καλό δρόμο. Κι επειδή δεν μ’αρέσουν τα μακροσκελή και δακρύβρεχτα, κλείνω μ’ένα βιντεάκι που μου έφτιαξε την (χθεσινή) μέρα.