23 Μαρ 2012

Αντί πανηγυρικού: κλήρος και Ελληνική Επανάσταση

Από το ρεπορτάζ του Βήματος για την επίσκεψη του νέου υπουργού παιδείας στον αρχιεπίσκοπο:

Ο υπουργός εξέφρασε τη βαθιά του πίστη, αλλά και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και την παράδοσή της.

«Εχω βαθιά πίστη, όπως ο απλός Έλληνας πιστεύει» είπε ο υπουργός και συνέχισε τονίζοντας ότι είναι επίκαιρη η στιγμή που επισκέπτεται τον αρχιεπίσκοπο διότι, σε λίγο, «θα γιορτάσουμε την παλιγγενεσία του έθνους, που συνδέεται με την παρουσία του κλήρου. Δίπλα στον Κοραή, ήταν ο Νεόφυτος Δούκας, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων κλπ. Και βεβαίως, δεν ξεχνάμε τον Αθανάσιο Διάκο».

Ο υπουργός τόνισε ότι η Παιδεία δεν μπορεί να αφίσταται από την Ορθοδοξία. Μάλιστα, εξέφρασε τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη του για όσα προσφέρει η Ορθοδοξία και η Εκκλησία στον λαό, ενώ δήλωσε ότι θα είναι κοντά στην Εκκλησία.


Η Ελληνική Νομαρχία, ένα από τα κείμενα που προετοίμασαν την Ελληνική Επανάσταση έχει μια διαφορετική άποψη για τον κλήρο:

«Οι ιερείς, αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν καθόλου διάφορον, από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν, με τον μέσον της θεότητος, να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των, καθώς μέχρι της σήμερον, με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδυνάτους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε οπού, αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον, και ούτως αδιστάκτως πιστεύουσιν εις το κάθε τους λόγον, ούτε τολμούσι να εξετάσωσι το παραμικρόν, μάλιστα δε τους είναι εμποδισμένον.

Όσα έπρεπεν όμως να ειπή τινάς δι’αυτήν την κλάσιν, η συντομία του παρόντος μου λόγου μου τα εμποδίζει. Και μόνον αφήνω να στοχασθή καθείς, ότι τόσον πλήθος αργών και αμαθών ανθρώπων, όπου ζώσι, τρυφούσι, και πλουτίζουσι από τους κόπους των λοιπόν, πόσον μεγαλείτερον είναι, απ’όλα τα βάρη μιας υποδουλωμένης πολιτείας, και πόσον βοηθεί την τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, ούσαι και αι δύο δυνάμεις ιδεαστικαί και ανύπαρκτοι.»


Μια αντιπαραβολή των δύο παραπάνω κειμένων οδηγεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αντί για οποιοδήποτε σχόλιο, ξαναβάζω εδώ τις «5 βασικές ιστορικές γνώσεις», που είχα δημοσιεύσει στο μπλογκ τον Οκτώβριο του 2009:

1. Η Ιστορία διδάσκει;

Όχι. Η Ιστορία μάς εξηγεί πώς φτάσαμε στο σημείο που φτάσαμε. Μαζί με άλλες επιστήμες (π.χ. κοινωνιολογία, ανθρωπολογία) προσπαθεί να δείξει πώς λειτουργεί η κοινωνία. Ούτε νουθετεί, ούτε μας δίνει «παραδείγματα» με τον τρόπο που τα εννοούσε η δασκάλα μας στο δημοτικό.

2. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Όχι. Μ’όλο τον σεβασμό στον Μαρξ, ούτε καν ως φάρσα. Μπορεί να ξανατεθεί ένα πρόβλημα που δεν είχε λυθεί οριστικά (όπως για παράδειγμα ξανατέθηκε το πρόβλημα των βαλκανικών εθνικισμών μετά το 1989), αλλά, ακόμα και σ’αυτή την περίπτωση, θα τεθεί με νέους όρους.

3. Υπάρχει συνέχεια στην ελληνική Ιστορία, ισχύει δηλαδή το σχήμα που διδασκόμαστε στο σχολείο, αρχαία Ελλάδα - Βυζάντιο - σύγχρονη Ελλάδα;

Όχι. Το σχήμα αυτό δημιουργήθηκε στα μέσα-τέλη του 19ου αιώνα από δύο σπουδαίους ιστορικούς, τον Σπ. Ζαμπέλιο και τον Κων. Παπαρρηγόπουλου. Και ήταν σπουδαίοι ακριβώς επειδή έκαναν αυτό ακριβώς που επέτασσε η εποχή τους: έφτιαξαν μια εθνική ιστορία, στην οποία μπόρεσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να βασίσει την εσωτερική του ενότητα και τις βλέψεις του για ενσωμάτωση νέων εδαφών και πληθυσμών, δηλαδή τη Μεγάλη Ιδέα.

4. Έπαιξε ρόλο η Εκκλησία στην «εθνική παλιγγενεσία»;

Όχι. Για την ακρίβεια, ακόμα κι η ερώτηση αυτή είναι λανθασμένη. «Εθνική παλιγγενεσία» (αναγέννηση του έθνους δηλαδή) δεν υπάρχει, για τον απλό λόγο ότι το έθνος είναι φαινόμενο του 18ου – 19ου αιώνα. Πιο πριν δεν υπήρχε, άρα ούτε να «ξαναγεννηθεί» μπορούσε, ούτε να «αφυπνιστεί». Η Εκκλησία δεν υπήρξε θεματοφύλακας του έθνους, γιατί έθνος με τη σύγχρονη έννοια δεν υπήρχε. Βοήθησε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, σίγουρα, όπως και της χριστιανικής πίστης, αλλά μέχρι εκεί. Η προετοιμασία για την Επανάσταση του 1821 (Διαφωτισμός, Φιλική Εταιρεία...) και η Επανάσταση έγιναν από λαϊκούς (λόγιους, εμπόρους...), μερικοί μάλιστα από τους οποίους ήταν αντικληρικαλιστές (ενάντια στο παπαδαριό σε απλά ελληνικά), όπως φαίνεται π.χ. από την «Ελληνική Νομαρχία» κι άλλα έργα του νεοελληνικού Διαφωτισμού και από τα επαναστατικά Συντάγματα. Άνθρωποι του κατώτερου κλήρου (δηλαδή ο παπα-Γιώργος που μένει εδώ πιο κάτω κι ο διάκος του) έλαβαν μέρος, αλλά μόνον ατομικά. Η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση – Εκκλησία ήταν, φύσει και θέσει συντηρητικός θεσμός, και δεν έβλεπε με καλό μάτι τις ριζοσπαστικές αλλαγές (και τα έβρισκε και μια χαρά με την οθωμανική εξουσία). Είναι επίσης γνωστό και τεκμηριωμένο ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρχε κι ούτε ορκίστηκαν οι οπλαρχηγοί στην Αγ. Λαύρα. Αφήστε δε που η Επανάσταση δεν έγινε στις 25 Μαρτίου αλλά στις 20 – διάλεξαν να τη γιορτάζουν στις 25 για να είναι 2 σε 1 με τον Ευαγγελισμό, όταν πια το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με την εκκλησία. Αυτοί δε οι μύθοι περί ρόλου της Εκκλησίας μάς ήρθαν πακέτο με την εθνική ιστοριογραφία (βλ. πιο πάνω, Παπαρρηγόπουλος), για να υποστηριχθεί η Μεγάλη Ιδέα: αν αποδεικνυόταν ότι Έλληνες=Χριστιανοί, τότε και Χριστιανοί=Έλληνες, άρα Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπόκοοι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας = αλύτρωτοι Έλληνες, επομένως δώστε μας τη Σμύρνη και την Πόλη!

5. Εξελίσσεται η επιστήμη της Ιστορίας;

Ναι. Λογικό είναι να πει κάποιος «τι διαφορά έχει αν θα διαβάσω τον Παπαρρηγόπουλο ή κάποιο πιο καινούριο βιβλίο ελληνικής Ιστορίας; Τα ίδια δεν θα λένε; Αφού δεν άλλαξαν τα γεγονότα εντωμεταξύ.» Σύμφωνοι, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Βγαίνουν όμως στην επιφάνεια καινούρια στοιχεία για τα γεγονότα, και κυρίως αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε και τα εντάσσουμε σ’ένα σύνολο για να τα νοηματοδοτήσουμε. Ένα βιβλίο με ξεπερασμένη ιστοριογραφική αντίληψη αποτελεί πια το ίδιο Ιστορία, δεν χρησιμεύει παρά μόνο στους ιστορικούς, κι ακόμα και σ’αυτούς μέχρι ένα σημείο. Ο ιστορικός πρέπει να ξέρει ιστοριογραφία (που μας λέει πώς γράφεται η Ιστορία και πώς καταλάβαιναν κι έγραφαν την Ιστορία παλιότερα). Αν όμως δεν το απαιτεί για πολύ ειδικούς λόγους το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνάς του, δεν χρειάζεται να κάτσει να διαβάσει όλο τον Παπαρρηγόπουλο. Θα καθόταν σήμερα κάποιος να μάθει Μαθηματικά ή Φυσική από ένα βιβλίο του 19ου αιώνα; Δεν νομίζω, γιατί αν και οι βάσεις (κι εννοώ τα εντελώς βασικά, π.χ. ο νόμος της βαρύτητας) είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (και δεν έχουν αλλάξει βέβαια), ένα απαρχαιωμένο βιβλίο και δεν θα τα παρουσιάζει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο και δεν θα περιλαμβάνει τις πιο καινούριες γνώσεις.

21 Μαρ 2012

Ο ποιητής που γνώρισα


Ήξερα έναν ποιητή όταν ήμουν μικρή, αλλά δεν το ήξερα. Δηλαδή δεν ήξερα ότι ήταν ποιητής. Θέλω να σκέφτομαι ότι όλοι οι ποιητές που αγαπάω αλλά δεν έχω γνωρίσει κι ούτε θα γνωρίσω ποτέ ήταν κάπως σαν αυτόν. Τον λένε Μανώλη Φουρτούνη (περισσότερα γι’αυτόν εδώ – δείτε και τη συνέντευξή του «Οφείλουμε να επινοήσουμε νέες μορφές αντίστασης»), κι εδώ και περίπου δυο χρόνια τα ποιήματά του βρίσκονται συγκεντρωμένα στο βιβλίο Διαδρομές.


Συμπτωματικό ημερολόγιο


61

Οι μικρές ανοησίες

φθινοπωρινά φύλλα

οι στάλες της βροχής

νυκτερινά τραπέζια

χαμόγελα, ψίθυροι,

τσιγάρα ανάβουν, σβήνουν

οι φόβοι έρχονται, φεύγουν.

Θεέ μου,

πόσοι είναι αυτοί που πέθαναν κιόλας,

αυτοί που με φιλοξενούν

στους τάφους τους.


62

Δεν είχε άλλο χρόνο, δεν είχε άλλο τόπο,

δεν είχε άλλο δρόμο, όσο κι αν περπατούσε,

εδώ θα έβγαινε πάλι, κυκλωμένος πάντα

από τα βήματά του. Προς στιγμή, σκέφτηκε

να παραδοθεί, να καταθέσει τα όπλα.

Ακόμη κι αν δεν αμφισβητούν τις προθέσεις του,

όλες οι σφαίρες στο στήθος θα τον βρούνε.


Ένα Δέντρο στη βροχή


20

Ο άνθρωπος, λοιπόν, καρδιά οπλισμένη,

μια συνέχεια, ιστορία απλή, φυσική,

συνηθισμένη. Μες στην παραφροσύνη

του ηλίου, μέσα στα όνειρά μας

ανοιξιάτικες καμπάνες ή νεκρικές,

από τις εσχατιές του παρελθόντος

από τις εσχατιές του μέλλοντος.

Περνούν οι μέρες

η μια μετά την άλλη. Μέρες

λαμπρές, αδιάφορες,

με κατήφεια ή με έπαρση.


Λέξεις


26

Τι μπέρδεμα κι αυτό

με τις λέξεις

ποιο το θύμα

ποιος ο θύτης

ποιος ο ήρωας

ποιος ο προδομένος.

Θα το γράψει η ιστορία

των εκάστοτε κρατούντων.


15 Μαρ 2012

Η (απο)νομιμοποίηση της εξουσίας: απ’το πρώτο επαναστατικό Σύνταγμα στη σιδερόφρακτη Βουλή

«Το Ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων Παραστατών του, εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ‘την Πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν’.

Εν Επιδαύρω, την α΄ Ιανουαρίου, έτει αωκβ΄ [1822] και Α΄ της Ανεξαρτησίας.

Εικόνα πρώτη: η επανάσταση

Έτσι ξεκινάει το πρώτο επαναστατικό σύνταγμα, που θεσπίστηκε χάρη στην Επανάσταση την επέτειο της οποίας γιορτάζουμε σε λίγες μέρες ως εθνική γιορτή. Αυτό που μας λέει, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια σημαντική ρήξη (εξ’ού και το «έτος πρώτο της ανεξαρτησίας»), είναι ότι η νομιμοποίηση της εξουσίας θα πηγάζει στο εξής απ’το έθνος, δεν πρόκειται δηλαδή πια για μια ελέω Θεού εξουσία. Με το έθνος εδώ (αν μάλιστα δούμε και τα υπόλοιπα άρθρα του Συντάγματος, ιδίως αυτά που αναφέρονται στις προϋποθέσεις απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας) εννοείται μια πολιτική κοινότητα, ο λαός ως πολιτικό υποκείμενο. Μπορεί στην πραγματικότητα να πέρασαν δεκαετίες (ίσως και πάνω από αιώνας) και διάφορα πολιτεύματα να διαδέχτηκαν το ένα το άλλο μέχρι αυτή η δήλωση να φτάσει στη λογική της συνέπεια και το έθνος να ορίζει πραγματικά το ίδιο τη μοίρα του, πάντως και μόνο η φράση αυτή είχε εξαρχής σημαντικές συνέπειες: η εκάστοτε εξουσία έπρεπε να πείθει ότι πράττει στο όνομα του έθνους, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα διοικούσε παρά τη θέληση του έθνους (όπως συνέβη, πιο ξεκάθαρα απ’ό,τι ποτέ, σε περιόδους δικτατορικής διακυβέρνησης – γι’αυτό άλλωστε κι η έντονη εθνικιστική ρητορεία των δικτατόρων: πληθωρισμός λέξεων για να κρύψουν την πραγματικότητα και να πείσουν ότι μιλάνε στο όνομα του έθνους). Έτσι λοιπόν, το αξίωμα ότι η νομιμοποίηση της εξουσίας πηγάζει απ’το έθνος διατηρήθηκε πάντα, αν μη τι άλλο σε συμβολικό επίπεδο.

Εικόνα δεύτερη: η σιδερόφρακτη Βουλή

Πριν χρόνια έδειχνα σε Τούρκο φίλο το κέντρο της Αθήνας. Του έκανε εντύπωση σε πόσο κεντρικό σημείο είναι η Βουλή και το Προεδρικό Μέγαρο και πόσο κοντά στα δύο κτίρια μπορεί να φτάσει οποιοσδήποτε διαβάτης. Είναι κι αυτό μέρος του συμβολισμού: ό,τι κι αν μπορεί να πει κάποιος για το κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα και για το πώς – τουλάχιστον όσα χρόνια θυμάμαι εγώ – η Βουλή έχει καταντήσει απλώς να επικυρώνει τις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, ο συμβολισμός εξακολουθούσε να είναι ότι η Βουλή εκπροσωπεί το έθνος (επαναλαμβάνω: αντιλαμβάνομαι και χρησιμοποιώ το έθνος ως πολιτικό υποκείμενο) και άρα βρίσκεται κοντά του. Τα τελευταία ένα-δυο χρόνια ο συμβολισμός ολοένα κι εγκαταλείπεται: σε κάθε πορεία – και τον περασμένο Μάιο και Ιούνιο διαρκώς – η Βουλή φυλάσσεται από την αστυνομία που φροντίζει να παρατάσσεται ανάμεσα στο έθνος και τον χώρο όπου συνεδριάζουν οι εκπρόσωποί του ∙ ενίοτε μάλιστα (αυτό ξεκίνησε πέρσι, αν δεν κάνω λάθος) στήνονται και τα περίφημα φράγματα ∙ ολόκληρη η πλατεία Συντάγματος γίνεται απροσπέλαστη για τους διαδηλωτές, που απωθούνται με γκλόμπ και με τα γνωστά χημικά. Επίσης, τελευταία γίνεται λόγος για την κατάργηση των πορειών προς το κέντρο και τη μεταφορά της Βουλής.

Φυσικά η ουσία είναι αλλού. Αυτό που αναφέρω είναι μόνο η συμβολική όψη αυτού που βιώνουμε: της εμφανέστατης πια κρίσης νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος (γι'αυτό το θέμα, βλ., ενδεικτικά, ένα πολύ καλό ποστ του Χασοδίκη).


Σημείωση (αδιάφορη για τους περισσότερους):

Περίπου 90 χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, το 1908, πραγματοποιείται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η επανάσταση των Νεότουρκων, στην οποία τον βασικό ρόλο παίζουν μουσουλμάνοι (και οι περισσότεροι Τούρκοι). Η ρητορική τους, πριν και μετά την επανάσταση, έχει αρκετές ομοιότητες μ’αυτή των Ελλήνων επαναστατών: μιλάνε στο όνομα του (οθωμανικού) έθνους και νοηματοδοτούν την επανάστασή τους ως μία ρήξη μ’ένα τυραννικό καθεστώς.

12 Μαρ 2012

Ο επιμένων ελληνικά


Είχα μια κουβέντα τις προάλλες περί ανέμων και υδάτων και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, το χιλιοειπωμένο "προτιμάτε ελληνικά προϊόντα, στηρίξτε την ελληνική οικονομία". Είναι μια ατάκα τόσο κλισέ και τόσο διαδεδομένη σε όλο το πολιτικό φάσμα (από βαθιά δεξιόστροφη, ξενοφοβική μερίδα μέχρι τον αριστερό εθνικό προστατευτισμό) που την έχω κατατάξει στο απόλυτο τίποτα. Έχω πολλές ακόμα στη συλλογή μου, όπως "είμαι κατά της βίας", "οι καλοί πεθαίνουν νέοι", και άλλα αποικιακά εδώδιμα. Τα κλισέ έναν ρόλο έχουν στη ζωή μας: να ερμηνεύονται κάθε φορά με τον τρόπο που μας βολεύει και ν'αποκτούν το περιεχόμενο που τους δίνουμε. Πλην όμως, όταν κάθεται η μπίλια στην κυρίαρχη ερμηνεία, το πράγμα σπάνια επιδέχεται εναλλακτική προσέγγιση. Όταν δλδ κάποιος δηλώνει εναντίον της βίας, δεν το κάνει επειδή έχει αναλύσει όλες τις μορφές βίας που υπάρχουν (σωματική, κοινωνική, πολιτική, ψυχολογική, κρατική, επαναστατική κλπ) για να καταλήξει στη συλλήβδην απόρριψή τους αλά Μαχάτμα Γκάντι, αλλά συνήθως αναπαράγει την αντιδραστική θέση, βάσει της οποίας νομιμοποιεί εν τοις πράγμασι μία συγκεκριμένη μορφή βίας, φορέας της οποίας είναι συνήθως το κράτος και οι/τα συν αυτώ.

Με τον ίδιο τρόπο, το κλισέ "προτιμάτε ελληνικά προϊόντα" σπάνια αποτελεί προϊόν βαθέος πολιτικού στοχασμού περί οικονομικού προστατευτισμού σε εθνικό ή/και ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνήθως προτρέπει στο άδειασμα του κοντινότερου σούπερ-μάρκετ με κριτήρια αποκλειστικά εθνικά. Ποια σοκολάτα παράγεται στην Ελλάδα; Αυτήν και παίρνουμε για να πιάσουμε υψηλό σκορ στο ελληνόμετρο. Αν κάνεις και καμιά ερώτηση παραπάνω στον υπερασπιστή της θέσης αυτής, σου πετάει και μια μεγαλοπρεπή "εθνική αλληλεγγύη" και σε κάνει αλοιφή.

Να τη δεχτώ την αλληλεγγύη, αφού είναι άλλωστε η έννοια που χρειαζόμαστε πιο πολύ απ'οποιαδήποτε άλλη την εποχή αυτή. Ποια αλληλεγγύη όμως, σε ποιους ακριβώς και με ποιους όρους; Αδειάζοντας τα ράφια του σούπερ-μάρκετ με γνώμονα το εθνικό (ουχί ακαθάριστο) προϊόν, σ'αυτόν που σίγουρα δείχνεις αλληλεγγύη είναι στο βιομήχανο που το εκμεταλλεύεται. Ο παραγωγός κι ο εργάτης που δουλεύουν για να το παράγουν συχνά υποαμείβονται και ζουν μονίμως με το σηκωμένο αντίχειρα του ιδιοκτήτη πάνω απ'το κεφάλι τους, με την απειλή ότι αν ζητήσουν πιο αξιοπρεπείς απολαυές ή συνθήκες εργασίας, θα πάει τα κουβαδάκια του σε άλλη παραλία (πρώτα Βουλγαρία, μετά Κίνα και τέλος υποσαχάρεια Αφρική, κατά σειρά εμφανίσεως). Η δική σου συμμετοχή σ'αυτό το παιχνίδι δε, σε τίποτα δεν βοηθάει τον εν λόγω βιομήχανο να δείξει μεγαλοψυχία επειδή αυξάνονται τα κέρδη του με τη δική σου ταπεινή συνεισφορά. Πόσες ελληνικές εταιρίες έχουμε δει να κατανέμουν τα κέρδη στη βασική πηγή της ύπαρξής τους, στον παραγωγό και στον εργάτη; Προσωπικά δεν είχα την τύχη να γνωρίσω εργάτες και παραγωγούς που πλούτισαν επειδή τ'αφεντικά τους έκαναν χρυσές δουλειές. Αντίθετα, έχω δει πολλά αφεντικά, παρά τις κάθε χρόνο αυξημένες πωλήσεις τους εδώ, να φεύγουν ούτως ή άλλως για παραδείσους μακρινούς (ή όχι και τόσο), γιατί δεν είναι ηλίθιοι να πληρώνουν εδώ αξιοπρεπείς μισθούς τη στιγμή που στη Βουλγαρία θα παράγουν με υποπολλαπλάσιο κόστος.

Δεύτερον, το κλισέ "προτιμάτε ελληνικά" γίνεται η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για οποιοδήποτε παράπτωμα της εταιρίας ή του προϊόντος. Το ελληνόσημο δλδ είναι ικανό να αντικαταστήσει ελέγχους ποιότητας, τιμών, διανομής, ανταγωνισμού και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός. Με ένα απλό παράδειγμα, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να προτιμώ την τάδε ελληνική βιομηχανία γάλακτος, όταν έχει βουίξει ο τόπος για τα μεταλλαγμένα που ταϊζει τα ζώα της. Θα μου πεις,η αντίστοιχη ιταλική δεν μπορεί να κάνει το ίδιο; Φυσικά και μπορεί, αλλά ας ορίσουμε το αγοραστικό μας κριτήριο με βάση την ποιότητα, τις τιμές, τις συνθήκες παραγωγής και τελευταία την προέλευση.

Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι καθόλου εναντίον του Έλληνα παραγωγού, αγρότη, εργάτη κλπ. Υπέρ του είμαι, όπως και είμαι υπέρ όλων των άνωθι κατηγοριών πάσας εθνικότητας. Για να δείξω την αλληλεγγύη μου όμως, θα ψωνίσω από τον ίδιο αν μπορώ (βλ. επανάσταση της πατάτας στο Νευροκόπι), από το χωριό αν γίνεται (βλ. υγιείς συνεταιρισμούς), παρακάμπτοντας όχι μόνο τη μάστιγα των μεσαζόντων αλλά και τη μάστιγα των μεγάλων μονάδων παραγωγής που λειτουργούν με όρους ληστρικούς κι εκβιαστικούς, όχι επειδή είναι ελληνικές αλλά παρά το ότι είναι ελληνικές. Γιατί η μεγάλη παραγωγή δεν έχει πατρίδα και το αποδεικνύει περίτρανα σε καθημερινή βάση. Εμείς γιατί έχουμε κολλήσει;