28 Ιουν 2010

Μαθήματα τουρκικών 4: bir tefrika

Tefrika λέγονται τα «κομμάτια» ή «επεισόδια» των λογοτεχνικών κειμένων που μεταφράζονται σε συνέχειες και κατ’επέκταση και αυτού του είδους τα κείμενα, που δημοσιεύονται σε συνέχειες, συνήθως σε εφημερίδες ή περιοδικά. Μερικές φορές πρόκειται και για απομνημονεύματα. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό tefrik που σημαίνει «διαχωρισμός», «κομμάτιασμα» σαν να λέμε, και άρα και κομμάτι. Τα λογοτεχνικά κείμενα σε συνέχειες συνηθίζονταν κάποτε πολύ στις εφημερίδες και στα περιοδικά, στην Τουρκία, στην Ελλάδα και φαντάζομαι κι αλλού.

Εδώ θα βάλω σε δύο συνέχειες ένα διήγημα του Τούρκου συγγραφέα Ογούζ Ατάυ (Oğuz Atay – 1934-1977). Η τουρκική λογοτεχνία είναι πολύ πλούσια κι έχει να επιδείξει σπουδαίους ποιητές (από τους σύγχρονους πιο γνωστός εκτός Τουρκίας είναι μάλλον ο Ναζίμ Χικμέτ) και πεζογράφους. Προσωπικά ξεχωρίζω τρεις πεζογράφους που μου αρέσουν ιδιαιτέρως: τον Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ (Ahmet Hamdi Tanpınar – 1901-1962), τη Σεβγκί Σοϋσάλ (Sevgi Soysal – 1936-1976) και τον Ογούζ Ατάυ. Είναι κι οι τρεις αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους. Το πιο ιδιαίτερο στυλ γραφής το έχει μάλλον ο τελευταίος. Δεν είμαι κατάλληλη για να κάνω εμβριθή λογοτεχνική ανάλυση, αλλά το πόσο ιδιαίτερος είναι θα φανεί και σ’αυτό το διήγημα.

Πρόκειται για το διήγημα “Unutulan” («Ο ξεχασμένος») που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Korkuyu Beklerken” («Περιμένοντας τον Φόβο»), η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1973. Θα προτιμούσα να μετέφραζα το ομώνυμο της συλλογής διήγημα, που είναι το αγαπημένο μου, αλλά πρόκειται για νουβέλα 65 ολόκληρων σελίδων και δυστυχώς δεν έχω τον χρόνο να το μεταφράσω... Η μετάφραση του «Ξεχασμένου» βγήκε αρκετά εύκολα, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι έχω αποδώσει το ύφος του Ατάυ τόσο καλά όσο θα ήθελα. Ένα από τα προβλήματα είναι κι ο ίδιος ο τίτλος: επειδή στα τουρκικά δεν υπάρχουν γένη, αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που το μετέφρασα ως αρσενικό («ξεχασμένος») κι όχι ουδέτερο («ξεχασμένο»), βάζοντάς το ίσως και στον πληθυντικό (περιφραστικά ίσως, ως «αυτά που ξεχάστηκαν»).

Ιδού το πρώτο μέρος.


Το εξώφυλλο της πιο πρόσφατης έκδοσης του "Περιμένοντας τον Φόβο" (εκδόσεις İletişim). Στη φωτογραφία ο Ογούζ Ατάυ.


Ο ξεχασμένος


«Στο πατάρι ανέβηκα αγάπη μου!» φώναξε κοιτάζοντας προς τα κάτω, απ’την τρύπα του ανοίγματος. «Τα παλιά βιβλία πιάνουν πολλά λεφτά τη σήμερον ημέρα. Θέλω να ρίξω μια ματιά.» Άκουσε αυτά που του είπα; «Είναι πολύ σκοτεινά εκεί ∙ περίμενε, σου φέρνω ένα φακό.» Ωραία. Μια βαρετή μέρα. Κάποιος μου έλεγε ότι σ’όλη μου τη ζωή συνεχώς επιζητώ το ενδιαφέρον. Να είχα έναν καθρέφτη να φανεί ότι γελάω ∙ και λίγο φως. «Θα σπάσεις κάνα πόδι μες στα σκοτάδια.» Από την τρύπα του ανοίγματος ήρθε προς τα πάνω ένας φακός. Το φως στην άκρη του χεριού με τον φακό φώτισε στην τύχη μια γωνιά κάπου ∙ χάιδεψε αυτό το χέρι. Το χέρι χάθηκε. Τι σκέφτεται άραγε; Χαμογέλασε: πάλι σκέφτεται;

Είχε χρόνια ν’ανέβει σ’αυτό το σκονισμένο, αραχνιασμένο σκοτάδι. Μερικές κατσαρίδες βλέποντας το φως το έβαλαν στα πόδια. Τρόμαξε ∙ όμως, η σκέψη ότι θα είναι χρήσιμη της έδωσε δύναμη. Ίσως νά’πρεπε να φέρω σε πέρας αυτή τη δουλειά χωρίς να πω τίποτα. Δεν περιμένει αντάλλαγμα από μένα. Τώρα εγώ τον βοηθάω; Δεν ξέρω, μερικές φορές μπερδεύομαι ∙ ειδικά όταν υπάρχει αυτό το βουητό στο κεφάλι μου. Θά’θελα να ήξερα να σκέφτομαι όπως αυτός. Με παρακολουθεί, κρυφά, γιατί ντρέπεται. Πρέπει λοιπόν να βιαστώ. Έστρεψε το φακό προς ένα κοντινό σημείο ∙ οι φωτογραφίες της μάνας της και του πατέρα της. Ανάμεσά τους μια παλιά σακούλα από παπούτσια και μερικές σπασμένες λάμπες. Γιατί δεν αγαπούσαν καθόλου ο ένας τον άλλο; Πόσο είχα φοβηθεί ότι θα πεθάνουν. Άνοιξε τη σακούλα: αυτά τα είχα φορέσει στον πρώτο χορό που πήγα φορώντας βραδινό φόρεμα. Κάθε βράδυ με κάποιον έβγαινα έξω, για χορό. Α Θεέ μου! Πώς το έκανα αυτό; Σκούπισε τη σκόνη απ’τα χέρια της πάνω στα ρούχα της. Κοίταξε τα μωβ παπούτσια της: έχουν χάσει το σχήμα τους, μούχλιασαν. Φόρεσε το ένα στο αριστερό της πόδι: κοίτα να δεις, καθόλου δεν άλλαξα μέγεθος. Ντράπηκε ∙ και πάλι, δεν μπόρεσε να το βγάλει από το πόδι της. Έκανε ένα-δυο βήματα κουτσαίνοντας. Μετά πλησίασε στις φωτογραφίες, γονάτισε, τις έφερε δίπλα-δίπλα. Τις ξεσκόνισε λίγο με τον αγκώνα της. Ούτε εμένα κατάλαβαν, ούτε τους εαυτούς τους. Πόσο είχα κλάψει. Μπορώ να βρω να τους βάλω κάπου κάτω; Στον διάδρομο, στην αποθηκούλα... χαζομάρες λέω. Δεν τους ξέχασα, δεν τους ξέχασα. Το πρόσωπο του πατέρα της είχε ένα περήφανο κατσούφιασμα. Δεν μπορώ να τους κρεμάσω στον ίδιο τοίχο. Έφερε γρήγορα στο μυαλό της όλη τη διαρρύθμιση του σπιτιού. Δεν ήθελαν να είναι δίπλα-δίπλα ∙ ούτε στον τάφο. Πήρε μία από τις φωτογραφίες ∙ είχε αφήσει τον φακό κάτω, δεν ήξερε ποια φωτογραφία έπαιρνε. Την απόθεσε κάπου ψηλά. Είχε αγχωθεί λίγο ∙ χτύπησε το γόνατό της σ’ένα ξύλο. Παραπάτησε, έπεσε ∙ μια ήπια πτώση. Δεν τολμούσε να σηκωθεί ∙ στα τέσσερα πήγε εκεί που ήταν ο φακός. Μια σακούλα ακόμα. Την άδειασε: παλιές φωτογραφίες! Απομακρυνόταν από τον στόχο της. Δεν πρέπει να σκέφτομαι ότι με πιέζει. Ακόμα κι αν του το λέω κατά πρόσωπο, δεν πρέπει μέσα μου να κάνω αυτή τη σκέψη. Άπλωσε βιαστικά τις φωτογραφίες στο πάτωμα, πέρασε τον φακό πάνω απ’τα σκονισμένα σκοτάδια. Θα μπορούσα να έχω μετακομίσει σε άλλο σπίτι, να τα έχω αφήσει όλα αυτά σε κάποιον που δεν θα ξανάβλεπα ποτέ. Ανακάτεψε τις φωτογραφίες: μα πόσες φωτογραφίες έχω τραβήξει Θεέ μου! Κι οι περισσότερες δεν έχουν βγει καλές. Χαμογέλασε: τι μακριές που ήταν οι φούστες τότε. Άσχημο μάκρος. Κι οι πόζες είναι γελοίες. Ποιος ξέρει από ποια ταινία ξεπατικωμένες... Ορίστε, κάνω ότι έχω γυρίσει την πλάτη και περπατάω και ξαφνικά γυρίζω το κεφάλι μου. Ποιον κοίταζα άραγε; Μια φωτογραφία ακόμα με το ίδιο φόρεμα. Δίπλα μου στέκεται κάποιος. Πολύ σκονισμένη η φωτογραφία. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του, ακόμα και σκονισμένο. Ύγρανε το δάχτυλό της με τη γλώσσα της ∙ οι σκόνες έγιναν λάσπη, και μετά... Στην άκρη του δαχτύλου της είδε το χαμογελαστό πρόσωπο του πρώτου της συζύγου. Πω-πω Θεέ μου! Κάποτε ήμουν κι εγώ παντρεμένη... μετά πάλι ήμουν παντρεμένη. Ο άνθρωπος δεν φτάνει κάπου σε μια μέρα, τι να κάνουμε; Πού; Πόσο είχαμε στενοχωρηθεί από συναισθήματα που δεν μπόρεσα να καθορίσω, να τους δώσω ένα όνομα. Έσκυψε, πήρε μερικές φωτογραφίες από κάτω: πριν τραβηχτεί αυτή η φωτογραφία πώς είχα δημιουργήσει ζήτημα από το τίποτα, και μετά σηκώθηκα κι έφυγα. Και μετά τι έγινε; Μετά... ε, είσαι εδώ... σ’αυτό το σπίτι. Δηλαδή μετά δεν έγινε τίποτα σε σχέση μ’αυτόν. Ούτε κακό, ούτε καλό: δηλαδή, τίποτα. Όμως αυτό δεν το ένιωσα ∙ μεταβάσεις που έγιναν τόσο χωρίς να καταλάβω τίποτα... Όχι, μπερδεύτηκαν οι σκέψεις σου, με την απλή έννοια τα λόγια σου... Τι σχέση έχει μ’αυτό; Όμως εγώ... φεύγοντας απ’αυτόν, πώς και ξαφνικά γύρισα το κεφάλι μου και τραβήχτηκε η φωτογραφία; Πάντα έτσι στεκόμουνα στις φωτογραφίες; Κάθησε κάπου πιο ψηλά, έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια της κι άρχισε να σκέφτεται. Ποιος ξέρει και το δικό του πρόσωπο πώς ήταν; Μάλλον εγώ φταίω ∙ όχι όταν βγήκε η φωτογραφία... ίσως τότε είχα δίκιο, σίγουρα είχα δίκιο. Πολύ πιο πριν... πολύ πιο πριν.

Θέλησε να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στα βιβλία, ήθελε να τελείωνε αυτό το ατέρμονο ταξίδι προς τα πίσω. Προσπάθησε να βγάλει απ’το πόδι της το παλιό της παπούτσι του χορού. Αλλά μετά δεν κατάφερε να βρει τις μαλακές κλειστές παντόφλες της. Στα τέσσερα έφτασε ως τον φακό. Το μπαούλο με τα βιβλία λογικά ήταν στη γωνία πιο κει. Κάτι άλλο όμως ήταν εκεί, κάτι σκοτεινές προεξοχές που δεν έμοιαζαν με μπαούλο με βιβλία. Κράτησε τον φακό προς αυτό τον περίεργο σωρό. Με τρόμο τραβήχτηκε προς τα πίσω: κάποιος ήταν εκεί, κάποιος που καθόταν. Θέλησε να πάρει τον φακό και να εξαφανιστεί όσο πιο γρηγόρα μπορούσε στην τρύπα του ανοίγματος, αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί. Παρ’όλο τον φόβο της, τον πλησίασε με τον φακό. Ό,τι κι αν έκανε το έκανε παρά τον φόβο της, σ’όλη της τη ζωή. Αλλιώς θα είχε εξαφανιστεί προ πολλού. Έστρεψε τον φακό προς το πρόσωπό του: πω-πω Θεέ μου! Στο πάτωμα κείτονταν ο παλιός αγαπημένος της. Σκονισμένος, αραχνιασμένος ∙ όπως όλα τα πράγματα στο πατάρι. Σαν ένα παλιό άγαλμα στερεωμένο με ιστούς αράχνης στο μπαούλο με τα βιβλία και στις τάβλες του σχεδιαστηρίου. Το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στην άκρη ενός τραπεζιού ∙ τα δάχτυλά του σαν να κρατούν μολύβι, κυρτά προς τα κάτω στο κενό. Τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν, τα δόντια της να χτυπάνε, το δάπεδο υποχώρησε κάτω απ’τα πόδια της ∙ και καθώς γλιστρούσε χτύπησε το πόδι της στο σχεδιαστήριο κι αυτό αναποδογύρισε. Και πάλι, το χέρι έμεινε στο κενό: κρατιόταν απ’το ταβάνι με ιστούς αράχνης. Τι θέλησε να κάνει μ’αυτό του το χέρι; Προσπάθησε να γράψει κάτι; Τι κρίμα, δεν θα μάθω ποτέ. Το αριστερό του χέρι ήταν στο πάτωμα, κρατούσε ένα όπλο. Α! Αυτοκτόνησε μήπως; Δεν γίνεται! Αν έκανε κάτι εγώ θα το ήξερα ∙ μου έλεγε τα πάντα. Το είχαμε συμφωνήσει. Δεν θα μ’άφηνε μόνη μου.


[συνεχίζεται]



22 Ιουν 2010

Οι άντρες δεν θα καταλάβουν ποτέ


Είσαι έντεκα χρονών. Μόλις έχεις αρχίσει να αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει κάτι που λέγεται σεξ ή έρωτας ∙ και πάλι δεν ξέρεις ακριβώς τι είναι, ούτε γιατί θα έπρεπε να σ’απασχολεί. Είσαι ακόμα παιδί – κι έχεις σώμα παιδικό. Γυρνώντας από τ’αγγλικά, περπατάς με μια συμμαθήτριά σου ως το σπίτι της, μια παλιά διπλοκατοικία με κήπο. Μπαίνει μέσα, την αποχαιρετάς. Στον κήπο, δίπλα στον φράχτη, στέκεται ένα αγόρι. Ίσως στην ηλικία σου, ίσως ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερο. Και μόλις πας να φύγεις, σου λέει: «έχεις ωραίο κώλο». Απλώς φεύγεις. Νιώθεις αμήχανα. Να τσαντιστείς; Τι δουλειά έχει ν’ασχολείται με τον κώλο σου; Να χαρείς; Βρήκε κάτι ωραίο πάνω σου, κι οι συμμαθήτριές σου ήδη συζητάνε ποιος χόρεψε με ποια στο πάρτυ. Νιώθεις εξουσία (κι ας μην ξέρεις ακόμα την έννοια της εξουσίας). Σαν να ξέρει κάτι το αγόρι, κάτι που εσύ δεν ξέρεις. Ένα παιχνίδι που μόνο τ’αγόρια το παίζουν ∙ τα κορίτσια δεν ξέρουν, δεν μπορούν να παίξουν ∙ τα κορίτσια είναι βουβά ∙ τα κορίτσια είναι μόνο το αντικείμενο του παιχνιδιού.


Είσαι δεκατεσσάρων. Περπατώντας, περνάς μπροστά απ’την αυλή ενός Γυμνασίου. Μερικά αγόρια που παίζουν μπάσκετ συζητάνε ότι τους λείπει ένας παίκτης. Κάποιος σε βλέπει. Έχεις ψηλώσει πολύ, απότομα. Ψηλή κι αδύνατη, έχει ζέστη και φοράς σορτσάκι. Αυτός που σε είδε φωνάζει: «ε, κοπελιά». Σ’εσένα το λέει αυτό. Ντρέπεσαι. Δεν απαντάς. Συνεχίζεις να περπατάς. Ξαναφωνάζει: «ε, εσύ με τα γαλακτερά τα μπούτια». Σ’εσένα το λέει αυτό. Κάνεις ότι δεν ακούς. Κάνεις αυτό που σου είχαν μάθει να κάνεις όταν ήσουν πέντε χρονών και φοβόσουνα τα σκυλιά: ψυχραιμία – αν δείξεις σ’ένα σκυλί ότι φοβάσαι, τότε σίγουρα θα σε πάρει από πίσω. Δεν γυρίζεις καν το κεφάλι. Φεύγεις γρήγορα, προσπαθώντας όμως ταυτόχρονα να μη δείξεις ότι βιάζεσαι ν’απομακρυνθείς. (Χρόνια μετά, σφίγγεσαι ακόμα όταν περνάς μπροστά από σχολείο κι είναι μαζεμένοι μαθητές. Νιώθεις ότι σε κοιτάζουν κι ότι ξαφνικά κάτι θα συμβεί και θα γίνεις ρεζίλι – θα σκοντάψεις, ας πούμε. Ελπίζεις τουλάχιστον να καταλάβουν ότι είσαι κατά πολύ μεγαλύτερή τους κι ακόμα κι αν σε κοιτάνε να μην τολμήσουν να πουν τίποτα.)


Είσαι δεκαοχτώ. Εσύ, λες, δεν είσαι σαν τις άλλες. Εντάξει, όχι όλες τις άλλες. Οι φίλες σου είναι μια χαρά. Αλλά εκείνες οι συμμαθήτριές σου, οι χαζογκόμενες... Κι οι άλλες, στο Πανεπιστήμιο... Όχι, εσύ δεν είσαι σαν κι αυτές. Αλλά δεν είσαι κι εντελώς εσύ, ακόμα. Έχεις μάθει πάντως πια αυτό που στα δεκατέσσερά σου προσπαθούσες: είσαι ψύχραιμη, δεν δείχνεις κανένα συναίσθημα. Σ’ό,τι σου προκαλεί αμηχανία, το κεφάλι ψηλά. Λες από μέσα σου ότι τίποτα δεν σ’αγγίζει, εσύ είσαι πολύ πιο ψηλά. Αλλά μερικές φορές θες να είσαι λίγο σαν τις άλλες. Γιατί σ’αρέσει εκείνος ο ψηλός, απ’το δεύτερο έτος. Και δεν ξέρεις καθόλου, μα καθόλου, πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι. Λες όχι, δεν θα το παίξω γκόμενα. Θα είμαι ντόμπρα. Κι απλώς του το λες: «ξέρεις, μ’αρέσεις». Και τρως τα μούτρα σου πρώτη φορά. Θεαματικά.


Είσαι δεκαεννιά. Πας διακοπές με τις φίλες σου σ’ένα νησί. Κάπως έχεις αρχίσει να συνειδητοποιείς ότι μπορείς να είσαι γυναίκα με τους δικούς σου όρους, αλλά το ερωτικό παιχνίδι ακόμα σου προκαλεί αμηχανία. Βγαίνετε έξω, βράδυ. Κάποιος πάει κάτι να σου πει. Τον κατακεραυνώνεις με το βλέμμα. Τι να του πεις; Αφού δεν ξέρεις. Έτσι κι αλλιώς, βλάκας θά’ναι. Λίγες βδομάδες μετά είσαι αλλού, άγνωστο μέρος, άγνωστη παρέα. Αυτός σε γουστάρει και το δείχνει. Χάλια είναι. Δεν σου αρέσει. Ούτε θες να προχωρήσει και πολύ η κατάσταση. Αφού δεν σου αρέσει, θα σε αηδίαζε. Του ξεκαθαρίζεις τα όριά σου. Φεύγεις και σχεδόν τον ξεχνάς. Έχεις μάθει κάτι όμως: σαν να λύθηκαν μάγια, ξέρεις πια πότε κάποιος σε κοιτάει κάπως. Σιγά-σιγά, θα μάθεις και να δέχεσαι αυτό το βλέμμα όταν δεν είναι χυδαίο.


Είσαι τριάντα. Κι είσαι πια εσύ. Τουλάχιστον έτσι νομίζεις. Το « ni putes ni soumises » σου φαίνεται πολύ ωραίο σύνθημα. Και τουλάχιστον ξέρεις πια γιατί τρως τα μούτρα σου. Τρως τα μούτρα σου επειδή το θες. Δεν θες να είσαι η γκόμενα-κατοικίδιο (έτσι τις λες, κι ας τις έχουν γκόμενες και φίλοι σου μερικές φορές). Δεν θες ούτε και να σέρνεις έναν απ’αυτούς τους άντρες που έχουν πάντα γκόμενες, γιατί τις έχουν ανάγκη, σαν μαμάδες. Θες μια σχέση ισότιμη. Έχεις πια μάθει να ξεχωρίζεις εκείνο το βλέμμα και να συμμετέχεις μετά στο ερωτικό παιχνίδι. Μπορεί να βγει, μπορεί και όχι. Έχεις πια μάθει επίσης ότι αυτό το βλέμμα δεν σημαίνει πάντα κάτι –κι άλλες φορές ναι μεν κάτι σημαίνει, αλλά αυτός, για δικούς του λόγους, επιλέγει να το αρνηθεί. Κάποτε αυτό σε πλήγωνε. Τον έλεγες μαλάκα. Όχι πια. Τα πιο επιτυχημένα ψέματα τα λένε αυτοί που πείθουν τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Πείθουν τους εαυτούς τους ότι είναι καλά με τις γκόμενες-κατοικίδια. Ας είναι. Δεν θα τους σώσεις εσύ (άλλο κι αυτό, οι γυναίκες νομίζουν ότι θα σώσουν τους άντρες: «μ’εμένα θα είναι διαφορετικός»). Άλλωστε, δεν σε πειράζει πια και τόσο, γιατί έχεις καταλάβει ότι όσο μεγαλώνεις οι απορρίψεις κι οι απογοητεύσεις σ’ενοχλούν όλο και λιγότερο: έχεις ήδη τη ζωή σου, τη σιγουριά στον εαυτό σου που δεν έχεις στα είκοσι.


Είσαι τριάντα. Μπαίνεις ένα βράδυ στο μετρό. Κάθεσαι. Στις άλλες τρεις θέσεις κάθονται τρεις έφηβοι, γύρω στα δεκαοχτώ μάλλον. Εσύ έχεις ακουστικά στ’αυτιά, αλλά ακούς τι λέγεται γύρω σου, ακούς τις χαζοπλακίτσες των πιτσιρίκων. Λέει ο ένας: «κυρία με τα όλα της η απέναντί μου». Αρχίζουν: « – Δεν φοράει βέρα – Είναι παντρεμένη στην ψυχή – Φοράει δαχτυλίδι, αλλά δεν είναι μονόπετρο – Είναι πολύπετρο – Χαχαχα». Το βρίσκεις (θες να το βρεις) μόνο αστείο. Αφήνεις να φανεί μια υποψία χαμόγελου. Για να συμμετάσχεις κι εσύ στο παιχνίδι. «Τα ακούει όλα και κρατιέται να μη γελάσει». Τώρα ξαφνικά συγχύζεσαι. Θες να του πεις απλώς: «μην ανησυχείς, κι αν ήθελα να γελάσω θα γέλαγα ∙ εσένα θα φοβόμουνα; Χάρη σού κάνω κιόλας, για να μην καταλάβεις ότι έχεις γίνει ρεζίλι γιατί όντως τα ακούω όλα.» Γιατί συγχύστηκες; Γιατί ήθελες να μπεις στο παιχνίδι κι αυτός σ’έσπρωξε έξω. Σ’έβαλε στη θέση σου: αυτά τα παιχνίδια είναι μόνο για άντρες. Το παιχνίδι το παίζουν αυτοί, μόνοι τους ∙ εσύ είσαι το αντικείμενο του παιχνιδιού. Σκέφτεσαι να τα βρίσεις τα κωλόπαιδα. Νομίζουν ότι μπορούν να σε κοροϊδεύουν; Πρέπει να τους δείξεις. Αλλά δεν το κάνεις. Να τσαντιστείς και να χάσεις τα λόγια σου τώρα; Να κινδυνεύσεις να γίνεις ρεζίλι; Παίρνεις το ύφος των δεκατεσσάρων χρόνων σου: ψυχραιμία, αποστασιοποίηση, κανένα συναίσθημα. Ξέρεις καλά ότι τις μάχες που αξίζει να δώσεις, τις δίνεις ∙ διεκδικείς, κάνεις αυτό που θες. Αυτή εδώ η υποχώρηση είναι απ’τις ήττες που δεν σ’αγγίζουν.


Αν αυτό είναι ήττα, οι γυναίκες ξέρουν μερικές φορές να χάνουν ∙ την εξουσία δεν τη νικάς με εξουσία ∙ τη νικάς, αν αρνηθείς να παίξεις το παιχνίδι της.

6 Ιουν 2010

Μιλιταρισμός ή δημοκρατία; Ιδού η απορία


Ηλίθιος ο τίλος ε; Δεν είμαι και τόσο σιγουρη...

Γεύμα με φίλους χθες βράδυ. Φάγαμε, ήπιαμε και την Άρτα φοβερίσαμε. Αναλύσαμε όμως και την επικαιρότητα. Από τις Βρυξέλλες οι καλεσμένοι, ανταλλάξαμε πληροφορίες για τα νέα μέτρα, την επικείμενη χρεωκοπία και το χοτ θέμα των τελευταίων ημερών, το Ισραήλ και την τρομοκρατία του. Γενικά είναι πολύ ευχάριστο να γνωρίζει ενημερωμένους και έξυπνους ανθρώπους, σε παρηγορεί για τους ζοφερούς καιρούς που ζούμε. Δεν είναι όμως όλες οι συζητήσεις το ίδιο ροζ .

Σε ευρύτερη κουβέντα για το Ισραήλ, έρχεται η κουβέντα στον στρατό και την θητεία. Και ακούω το χιλιοειπωμένο και με ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητα επιχείρημα για τα καθ’ημάς: « Ή να κάνουν και οι γυναίκες φανταρικό όπως στο Ισραήλ ή κανένας. Αυτή είναι ισότητα». Σιγά τα ωά θα μου πείτε, το κάθε φασιστάκι τα ίδια λέει. Τι γίνεται όμως όταν αυτό το λέει άνθρωπος ευφυής, διαβασμένος και προοδευτικός;

Κατ’αρχάς να διευκρινίσω ότι αυτά τα ψευδοφεμινιστικά και τάχαμου μη σεξιστικά μάς οδηγούν σε επικίνδυνες συνεπαγωγές και ατραπούς. Κι αυτό γιατί εύκολα πέφτει κανείς στην παγίδα της ψευδοϊσότητας. Ισότητα παντού άρα γιατί όχι και στον στρατό. Μόνο που ο στρατός δεν είναι διεκδικούμενο δικαίωμα ή προνόμιο ή αξία για να ζητάμε την καθολική και αδιάκριτη εφαρμογή του σε όλη την κοινωνία. Δεν έχει σχέση με την εξίσωση των μισθών, ούτε με την έλλειψη διακρίσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εξίσωση των δύο φύλων στο στρατό δεν οδηγεί σε μια δημοκρατικότερη, αλλά σε μια μιλιταριστική κοινωνία, την κοινωνία δλδ που προσπαθούμε να καταργήσουμε πρώτον και κύριον στο Ισραήλ.

Δεύτερον, η επικινδυνότητα της λογικής των ίσων αποστάσεων. Ή όλοι στο φανταρικό ή κανένας. Μα για ποιες ίσες αποστάσεις μιλάμε όταν τον στρατό τον θεωρούμε εξ ορισμού αρνητικό και προβληματικό φαινόμενο; Η αντιστοιχία που μου έρχεται είναι να καταργήσουμε τις διακρίσεις στα βασανιστήρια. Ή να βασανίζονται όλοι ή κανένας. Η ίση απόσταση όμως δεν υποκρύπτει αντικειμενικότητα, σαφή μιλιταριστική λογική υποκρύπτει. Του συμπαθέστατου, κατά τα λοιπά, συνομιλητή αδιάφορο του ήταν ποια από τις δυο λύσεις θα προκρινόταν, αυτή της στρατιωτικοποίησης μιας κοινωνίας ή αυτή του εκδημοκρατισμού της. Η λογική όμως αυτών των δύο επιλογών είναι τόσο διαμετρικά αντίθετη που αποτελεί εγγενή αντίφαση να τις προκρίνεις και τις δύο.

Και τελικά, αν τραβήξουμε αυτή την ψευδοϊσότητα στα άκρα της, οδηγούμαστε στο φαινόμενο της εξίσωσης με κάθε τίμημα. Εξίσωση είναι να παίρνουν όλοι τον ιδιο μισθό, είτε αυτός είναι χαμηλός είτε υψηλός. Δεν νοείται όμως αριστεροί και προοδευτικοί άνθρωποι να απαιτούν τη μισθολογική εξίσωση προς τα κάτω, επειδή κάποιοι πληρώνονται έτσι κι αλλιώς λιγότερο. Δεν νοείται να στρέφεται το ένα κοινωνικό κομμάτι εναντίον του άλλου επιστρατεύοντας την μικρονοϊκή και μίζερη λογική «αφού ψόφησε ο γάιδαρός μου, ελπίζω να ψοφήσει και του γείτονα». Πότε θα καταλάβουμε επιτέλους ότι ο πραγματικός εχθρός δεν είναι το κοινωνικό εκείνο μέρος που απολαμβάνει περισσότερα από μας, αλλά το σύστημα που μας απαγορεύει να απολαμβάνουμε κι εμείς το ίδιο; Όπως λοιπόν ο εχθρός των μισθωτών δεν είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι μισθωτοί, αλλά τα υπερκέρδη που συμπιέζουν τις απολαυές των εργαζομένων, έτσι και ο εχθρός στον στρατό δεν είναι οι γυναίκες, αλλά η λογική του κρατικού μιλιταρισμού.

Και μην ξανακούσω χυδαιότητες του τύπου «εσύ γυναίκα είσαι, αυτήν τη θέση θα υποστήριζες» γιατί φίλτατε Βρυξελλιώτη, αν η κοσμοαντίληψη και η δράση του καθένα μας ερμηνεύεται αποκλειστικά από το ατομικό του συμφέρον, θύμησέ μου γιατί σε καίει τόσο πολύ η επερχόμενη πτώχευση της Ελλάδας, αφού σε τίποτα δεν θα επηρεάσει τη ζωή σου εκτός αυτής και πες μου επίσης γιατί σε καίνε τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, αφού εσύ σε τίποτα δεν καταπιέζεσαι. Αν θέλουμε να μιλάμε με επιχειρήματα και όχι με κλισέ, δεν υπάρχει περιθώριο για ψευδοδιλήμματα ως προς τον στρατό. Είμαστε όλοι αντιμιλιταριστές και επιδιώκουμε την κατάργησή του είτε είμαστε άντρες είτε γυναίκες. Όσο και να ξενίζει ορισμένους, μας αφορά όλους το ίδιο.