17 Αυγ 2010

Ο "διάλογος Ανατολής - Δύσης": το παράδειγμα του Ορχάν Παμούκ

Έχω βαρεθεί να διαβάζω σε πολιτιστικά ένθετα ή και στις πολιτικές στήλες εφημερίδων εντελώς κοινότοπα σχόλια για τον Ορχάν Παμούκ, που απλώς λένε πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι. Παραδέχομαι ότι για το πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι δεν είμαι και αυθεντία για να μιλήσω, κι είναι και κάτι υποκειμενικό. Τα βιβλία αρέσουν σε πάρα πολλούς ανθρώπους, και σε πολλούς τους οποίους εκτιμώ. Σέβομαι την άποψή τους. Υπάρχει όμως κάτι που δεν μου κολλάει: το ότι ο Παμούκ θεωρείται από πολλούς πολιτικός συγγραφέας. Έχω την αίσθηση ότι η πολιτική υπάρχει παρεμπιπτόντως στα βιβλία του και νομίζω ότι ούτε κι ο ίδιος διεκδικεί τον τίτλο του πολιτικού. Κι έξω από τα βιβλία του, αν κι έχει κάνει τις περίφημες δηλώσεις για την Τουρκία και τις μειονότητες, γενικά δεν είναι από τους διανοούμενους αυτούς στην Τουρκία που συνηθίζουν να παίρνουν πολιτική θέση, ούτε και εντάσσει τις κατά καιρούς δηλώσεις του σε μια ευρύτερη, συνεκτική πολιτική αντίληψη.

Το κείμενό μου που αναδημοσιεύω εδώ είχε δημοσιευτεί στα τέλη του 2006, τότε που ο Παμούκ είχε τιμηθεί με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Προσπαθώ να θυμηθώ γιατί αναφέρομαι στον Πάπα στο τέλος του κειμένου: ο Πάπας είχε επισκεφτεί την Τουρκία εκείνη την εποχή (τον Νοέμβριο του 2006, αν δεν κάνω λάθος) και νομίζω ότι είχε κάνει κι αυτός δηλώσεις σχετικά με τον «διάλογο Ανατολής – Δύσης».


Το Σπίτι της Σιωπής


Ο «διάλογος Ανατολής – Δύσης»: το παράδειγμα του Ορχάν Παμούκ


Μετά και τη σχετική εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, φαίνεται ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στην επόμενη σύνοδό του, θα αποφασίσει το μερικό «πάγωμα» των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας. Στην πραγματικότητα, τα αρνητικά σημάδια συσσωρεύονταν εδώ και καιρό. Η Τουρκία καθυστερεί στη θέσπιση ορισμένων απαραίτητων μεταρρυθμίσεων. Από την άλλη, στην Ευρώπη, ο σκεπτικισμός σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας ολοένα αυξάνεται. Στη Γερμανία, το κόμμα της καγκελαρίου Μέρκελ είναι διστακτικό ως προς την πιθανότητα ένταξης της Τουρκίας. Στη Γαλλία, που εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο, η «τουρκοφοβία» της κοινής γνώμης γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από πολλές πλευρές.

Μέσα σ’ένα τέτοιο κλίμα ανακοινώθηκε, στις αρχές Νοεμβρίου, η βράβευση του Τούρκου συγγραφέα Ορχάν Παμούκ με το νόμπελ λογοτεχνίας. Καθώς γενική είναι η πεποίθηση ότι η απονομή του νόμπελ λογοτεχνίας έχει και πολιτικές συνδηλώσεις, αν όχι ευθέως πολιτικά κριτήρια, μπορούμε να το εντάξουμε κι αυτό στο πλαίσιο των συζητήσεων του τελευταίου καιρού γύρω από τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρώπη, και, πιο γενικά, με τη Δύση. Αν, μάλιστα, δούμε και τη διατύπωση της ανακοίνωσης του ονόματος του Παμούκ από τη σουηδική ακαδημία, γίνεται ακόμα πιο εμφανές ότι, και για τη σουηδική ακαδημία, ο συμβολισμός της βράβευσης του Παμούκ έχει να κάνει με τις σχέσεις Τουρκίας – Δύσης, ή, γενικότερα, Ανατολής – Δύσης. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και διάφορες ευρωπαϊκές δηλώσεις (για παράδειγμα αυτή του Γάλλου προέδρου, Ζακ Σιράκ) σχετικά με το φετινό νόμπελ λογοτεχνίας και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε ο Παμούκ από τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης.

Πριν μπούμε στις λεπτομέρειες, ας σημειώσουμε ότι μια σύγκριση των σχολίων σχετικά με την πιθανή ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ και των σχολίων που ακολούθησαν την απονομή του νόμπελ λογοτεχνίας δείχνει την περιπλοκότητα των σχέσεων της Δύσης με την Τουρκία: ενώ η Δύση φαίνεται να θεωρεί την Τουρκία κατεξοχήν συνομιλητή της σ’ένα διάλογο Ανατολής – Δύσης, είναι ταυτόχρονα επιφυλακτική – αν όχι αρνητική – όταν εγείρεται το θέμα της ανάπτυξης μιας ισότιμης, πολιτικής σχέσης μαζί της. Προκειμένου να προσπαθήσουμε να δούμε πέρα από την επιφάνεια και να ερμηνεύσουμε αυτή τη φαινομενική αντίφαση, ας πάρουμε ένα παράδειγμα, αυτό της Γαλλίας, που, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, είναι το πιο χαρακτηριστικό.

Στη Γαλλία διαμορφώνεται εδώ και καιρό ένα κλίμα εναντίον της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, όπως φάνηκε και από τις συζητήσεις που προηγήθηκαν της απόρριψης της ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης, το 2005. Από τους δύο επικρατέστερους υποψήφιους για την προεδρία, ο δεξιός Νικολά Σαρκοζύ έχει ήδη δηλώσει ότι προτιμά μια «ειδική σχέση» με την Τουρκία, ενώ η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, του Σοσιαλιστικού Κόμματος, όταν ρωτήθηκε για το θέμα δήλωσε απλώς «η γνώμη μου είναι η γνώμη του γαλλικού λαού» - είναι εμφανές τι σημαίνει αυτό, δεδομένου ότι οι περισσότεροι Γάλλοι αντιτίθενται στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.

Αυτό βέβαια που προβάλλεται συνήθως ως κώλυμα στην ένταξη της Τουρκίας είναι η καθυστέρηση της ικανοποίησης εκ μέρους της των κριτηρίων της Κοπεγχάγης. Τα κριτήρια αυτά δεν αφορούν μόνο την Τουρκία αλλά όλες τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες και στοχεύουν στην ικανοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών και οικονομικών προϋποθέσεων. Το πιο σημαντικό είναι, θα λέγαμε, να υπάρχει συναίνεση μεταξύ των χωρών-μελών σε ορισμένες πολιτικές αξίες (δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα) που αποτελούν το κοινό κτήμα της ευρωπαϊκής πολιτικής νεωτερικότητας: να υπάρχουν τέτοια καθεστώτα στις χώρες-μέλη που να διασφαλίζουν ότι η πολιτική θα διαμορφώνεται ελεύθερα και δημοκρατικά από τους πολίτες. Ως εδώ, όλα καλά: κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η Τουρκία αποτελεί υπόδειγμα δημοκρατίας.

Με τον τρόπο όμως που διεξάγεται στη Γαλλία η συζήτηση για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ (με το να αμφισβητείται – εδώ και καιρό – η δυνατότητά της να γίνει πλήρες μέλος πριν καλά-καλά αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και άρα οι μεταρρυθμίσεις) φαίνεται είτε να προεξοφλείται ότι η Τουρκία δεν θα καταφέρει να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις είτε να θεωρείται ότι ακόμα και μια εκδημοκρατισμένη Τουρκία δεν έχει θέση στην ΕΕ. Και στις δύο περιπτώσεις τα κριτήρια δεν είναι πολιτικά αλλά πολιτισμικά. Η πρώτη εκδοχή στηρίζεται στην υπόθεση ότι η Τουρκία (η «Ανατολή») είναι ανίκανη να εκσυγχρονιστεί και να εκδημοκρατιστεί. Και σε τι άλλο μπορεί να οφείλεται αυτό παρά σε μία εγγενή πολιτισμική πραγματικότητα που είναι αδύνατο να αλλάξει; Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ακόμα και μια μεταρρυθμισμένη, δημοκρατική Τουρκία, δηλαδή μια Τουρκία που μοιράζεται τις πολιτικές αξίες της Ευρώπης, δεν μπορεί να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ γιατί δεν μοιράζεται άλλες αξίες, πολιτισμικές.

Έτσι, η συζήτηση τελικά περιστρέφεται γύρω από θέματα πολιτισμικών αξιών και πολιτισμικών συνόρων: ποια (πρέπει να) είναι τα σύνορα της Ευρώπης; Ανήκει η Τουρκία στην Ευρώπη; Μ’αυτό τον τρόπο, η ίδια η Ευρώπη, που εδώ και τουλάχιστον δύο αιώνες μιλά για «εκσυγχρονισμό» και «εκδημοκρατισμό», αφήνει κατά μέρος τις νεωτερικές πολιτικές αξίες για να συζητήσει βάσει απόλυτων, αναλλοίωτων στον χρόνο πολιτισμικών αξιών. Σ’αυτό το πλαίσιο προβάλλεται, για παράδειγμα, η «ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά» (κατά τη γαλλική έκφραση) ως μέρος της «ευρωπαϊκής ταυτότητας». Το ενδιαφέρον είναι ότι και τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν την τουρκική υποψηφιότητα δεν είναι πολύ διαφορετικά. Αυτό που ακούγεται πιο συχνά είναι ότι η Τουρκία αποτελεί μια «γέφυρα» χάρη στην οποία μπορεί να διεξαχθεί ένας «διάλογος Ανατολής – Δύσης», απαραίτητος στην αντιμετώπιση της εκρηκτικής παγκόσμιας κατάστασης. Η έκφραση «διάλογος Ανατολής – Δύσης» ακούγεται πολύ ωραία, αλλά στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε και μέσα από το παράδειγμα του Ορχάν Παμούκ, είναι προβληματική.


Τζεβντέτ Μπέυ και Υιοί


Η σουηδική ακαδημία, ανακοινώνοντας την απονομή του βραβείου νόμπελ λογοτεχνίας στον Ορχάν Παμούκ, ανέφερε για τον Τούρκο συγγραφέα: «αναζητώντας τη μελαγχολική ψυχή της γενέθλιας πόλης του ανακάλυψε νέα σύμβολα για να περιγράψει τη σύγκρουση και τη σύνδεση των πολιτισμών». Μια παρόμοια διατύπωση χρησιμοποίησε και ο Σιράκ στη συγχαρητήρια επιστολή που έστειλε στον Παμούκ, ενώ ανάλογα σχόλια παρουσιάστηκαν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης. Φαίνεται ότι η Ευρώπη πιστεύει ειλικρινά ότι στο πρόσωπο του Παμούκ βρήκε κάποιον που μπορεί να συμβολίσει αυτή την αναζήτηση διαλόγου. Τι είδους διάλογος είναι όμως αυτός; Βάσει ποιων αρχών και με ποιους όρους διεξάγεται;

Ο Παμούκ μιλάει όντως συχνά για τη «θλίψη» της Κωνσταντινούπολης, όπως συχνά χρησιμοποιεί τις έννοιες «Ανατολή» και «Δύση». Στο κέντρο των αναζητήσεών του, για παράδειγμα στο πρώτο του μυθιστόρημα, Τζεβντέτ Μπέυ και Υιοί, τοποθετεί τη μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Τουρκία και τις αλλαγές που αυτή συνεπάγεται. Περιγράφει μια κοινωνία που συνεχώς προσπαθεί να φτάσει το δυτικό πρότυπό της, αλλά τελικά εφαρμόζει ημίμετρα, δημιουργώντας ένα κακέκτυπο της Δύσης. Τα ψυχολογικά αδιέξοδα των ηρώων του, οι εσωτερικές αντιφάσεις τους, αυτό αντικατοπτρίζουν: όπως η κοινωνία στην οποία ζουν, έτσι κι αυτοί αδυνατούν να εκπληρώσουν τους στόχους τους και αναλώνονται σε τριβές με το οικογενειακό περιβάλλον τους (Τζεβντέτ Μπέυ και Υιοί) ή σε πολιτικές συγκρούσεις χωρίς πραγματικό διακύβευμα, χωρίς νόημα και χωρίς έκβαση (Το Σπίτι της Σιωπής). Το αν αυτά τα θέματα, και ο τρόπος που τα πραγματεύεται ο Παμούκ, είναι λογοτεχνικά επιτυχημένα είναι ένα άλλο ζήτημα. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ποια εικόνα της «σύγκρουσης και της σύνδεσης» Ανατολής – Δύσης δίνει ο Παμούκ.

Το ερώτημα που θέτει ο Ορχάν Παμούκ είναι αυτό της μετάβασης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη σύγχρονη Τουρκία, δηλαδή το πώς μια παραδοσιακή κοινωνία περνάει στη νεωτερικότητα. Πρόκειται για ένα ερώτημα πολύ ενδιαφέρον και υπαρκτό: κι άλλοι Τουρκοί συγγραφείς (και ερευνητές, σ’ένα άλλο επίπεδο) έχουν προσπαθήσει να το απαντήσουν. Η ανάλυση του Παμούκ, όμως, είναι επιφανειακή και η απάντηση που δίνει ελλιπής, στην καλύτερη περίπτωση. Ο Παμούκ δεν μπαίνει σε βάθος στα ερωτήματα που θέτει και περιορίζεται να περιγράψει το αδιέξοδο μιας ημιτελούς πορείας προς έναν στόχο, κι αυτό όχι μόνο στα μυθιστορήματά του, αλλά και στο τελευταίο βιβλίο του, Κωνσταντινούπολη, όπου μέσα από τις αναμνήσεις του από την πόλη προσπαθεί να δώσει μια εικόνα της Τουρκίας. Η «μελαγχολική ψυχή» της Κωνσταντινούπολης αντικατοπτρίζει τελικά τη θλιβερή όψη μιας κοινωνίας που, ενώ έχει χάσει ό,τι της προσέδιδε αίγλη στο παρελθόν (όπου παρατηρούμε και μια εξιδανίκευση, εκ μέρους του Παμούκ, του «πολυπολιτισμικού» παρελθόντος της Κωνσταντινούπολης), δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει τίποτα καινούριο. Αν λοιπόν πιστέψουμε τον Παμούκ, το μόνο που καταφέρνει η Ανατολή στην προσπάθειά της να φτάσει (ή, ακόμα χειρότερα, να μιμηθεί) τη Δύση είναι να αλλοτριωθεί, χωρίς όμως να επιτύχει τον στόχο του εκσυγχρονισμού.

Ο Παμούκ λοιπόν θέτει ένα καίριο ερώτημα, το οποίο στη συνέχεια δεν απαντά ή, κατά μία έννοια, απαντά με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Μένοντας στην επιφάνεια, αφήνει μετέωρο το ακόμα σημαντικότερο ερώτημα, γιατί η Ανατολή δεν καταφέρνει να εκσυγχρονιστεί και να φτάσει τη Δύση. Το συμπέρασμα στο οποίο μας οδηγεί ο Παμούκ, όταν περιγράφει απλώς μια «θλίψη» την οποία παρουσιάζει σαν εγγενές χαρακτηριστικό της Ανατολής, είναι ότι η Ανατολή είναι εγγενώς ανίκανη να αλλάξει. Αν, λοιπόν, μπορεί να γίνει λόγος για «διάλογο Ανατολής – Δύσης» στο έργο του Παμούκ, πρόκειται για έναν διάλογο βάσει πολιτισμικών κατηγοριών. Κατ’αυτόν τον τρόπο, ο Παμούκ απλώς συμβάλλει στην εμπέδωση της ιδέας ότι υφίσταται ένας διαχωρισμός μεταξύ «Ανατολής» και «Δύσης», ότι μάλιστα πρόκειται για δύο ξεχωριστές πολιτισμικές σφαίρες που δεν συναντώνται. Αυτός ο διαχωρισμός παρουσιάζεται σαν δεδομένος και δεν ερμηνεύεται: κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια πραγματική, πολιτική εξέταση της κατάστασης που δεν είναι στις προθέσεις του Παμούκ.

Πραγματικά, ο Ορχάν Παμούκ είναι απολιτικός. Αυτό φαίνεται ακόμα και στο Σπίτι της Σιωπής, ένα μυθιστόρημα με κατεξοχήν πολιτικό θέμα, τις βίαιες ιδεολογικές συγκρούσεις στην Τουρκία της δεκαετίας του ’70. Εκεί ο Παμούκ, δίνοντας έμφαση στα εσωτερικά και προσωπικά αδιέξοδα των ηρώων του, παρουσιάζει τη σύγκρουση μέσα από τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας που, επειδή το καθένα είναι απορροφημένο στα δικά του προβλήματα και τις δικές του ιδεοληψίες, δεν καταφέρνουν να συνεννοηθούν. Η πραγματική σύγκρουση ούτε ερμηνεύεται ούτε και τίθεται στο πολιτικό πλαίσιό της. Είμαστε λοιπόν και πάλι αντιμέτωποι με την εικόνα μιας Ανατολής - κακέκτυπου, όπου ούτε καν οι πολιτικές συγκρούσεις δεν έχουν νόημα: είναι απλώς άλλη μια έκφανση της αδυναμίας της Ανατολής να βρει λύση στα προβλήματά της. Ο Παμούκ λοιπόν, στο έργο του, ενώ ξεκινά από ένα πραγματικό και κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα, αυτό του εκδυτικισμού της Τουρκίας, δεν το θέτει στο πραγματικό, πολιτικό του πλαίσιο και γι’αυτό δεν θέτει και τα πιο καίρια ερωτήματα: γιατί ο εκδυτισμός της Τουρκίας μένει μετέωρος; Μήπως αυτό έχει να κάνει και με το πρότυπό της, δηλαδή με την ίδια τη Δύση;

Τα ερωτήματα αυτά έχει θέσει ένας άλλος Τούρκος συγγραφέας, ο Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ (1901 – 1962). Υπέρ του εκδυτικισμού ο ίδιος (ανήκει άλλωστε στη γενιά των διανοούμενων που έζησαν τη μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Δημοκρατία και πίστεψαν στην αλλαγή της τουρκικής κοινωνίας), έγραψε, μεταξύ άλλων, το Ινστιτούτο Ρύθμισης των Ρολογιών. Σ’αυτό το βιβλίο ο Αχμέτ Χαμντί θέτει το πρόβλημα του εκσυγχρονισμού σ’ένα άλλο πλαίσιο: αυτό μιας εξουσίας που, στην προσπάθειά της – όχι απαραιτήτως κακή από μόνη της – να εκσυγχρονίσει, να οργανώσει τα πάντα καταλήγει να δημιουργήσει παράλογες, τραγελαφικές καταστάσεις, αλλά και νέες ομάδες συμφερόντων, νέους προνομιούχους, σε μια κοινωνία υποτίθεται ορθολογικά και αξιοκρατικά οργανωμένη. Το Ινστιτούτο Ρύθμισης των Ρολογιών είναι αλληγορικό και, αν και ο χώρος δράσης είναι εμφανώς η Κωνσταντινούπολη, τίποτα δεν κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί ότι όσα περιγράφονται προσιδιάζουν στην Ανατολή. Στην πραγματικότητα, τα ερωτήματα που θέτει ο Αχμέτ Χαμντί είναι καθολικά. Θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη νεωτερικότητα, κι όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο αυτή ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε στην Ανατολή.

Έτσι η Τουρκία, ή οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ανατολής, παύει να αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση, εντελώς ξένη προς τη Δύση, και γίνεται ένα παράδειγμα που συνομιλεί με τη Δύση. Σ’αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε μ’έναν πραγματικό, πολιτικό διάλογο, που δεν βασίζεται σε απόλυτες, πολιτισμικές κατηγορίες. Αναδεικνύεται έτσι, όχι απλώς η αλληλεπίδραση Ανατολής – Δύσης, αλλά και οι πολιτικές διαστάσεις του προβλήματος του εκσυγχρονισμού, που είναι κοινό σε Ανατολή και Δύση. Ένας τέτοιου είδους διάλογος θα έφερνε και τη Δύση αντιμέτωπη με τον εαυτό της και με την Ιστορία της. Όπως παρατηρεί ένας ηρώας του Ογούζ Ατάυ (1934 – 1977), σε μια αλληγορική σκηνή από τη νουβέλα Περιμένοντας τον Φόβο: «Ήμουν απομίμηση ενός πράγματος ∙ όμως δεν είχα καταφέρει καν να μάθω σωστά το πρότυπό μου. [...] Ίσως να το είχα ακούσει από κάποιους, κι αυτοί το είχαν ακούσει από κάποιους άλλους, και κάποιοι άλλοι... [...] Ίσως ακόμα κι αυτή η κακομοιριά, αυτό το τσάτρα πάτρα, αυτή η γελοία κατάσταση, να είχε ένα πρότυπο, μια πραγματική μορφή.» Ακόμα κι αν η Ανατολή είναι ένα κακέκτυπο, και το κακέκτυπο αυτό δυτικό είναι.

Αντί λοιπόν η Ευρώπη να κρύβεται πίσω από πολιτισμικές κατηγορίες και δήθεν καλές προθέσεις «διαλόγου», αν πιστεύει πραγματικά στις πολιτικές αξίες που διακηρύσσει, θα έπρεπε να προωθεί τον πολιτικό διάλογο. Διαφορετικά, ο «διάλογος Ανατολής – Δύσης» θα μείνει στην αρμοδιότητα του Πάπα. Και ποιος θα μπορεί να κατηγορήσει την Ανατολή για χρήση και εργαλειοποίηση της θρησκείας, αν η ίδια η Δύση κατηγοριοποιεί και προσεγγίζει την Ανατολή βάσει πολιτισμικών αξιών;