31 Δεκ 2010

Απολογισμός 2010: à quoi ça sert la résistance?

Ή: να λογαριάσουμε πώς γινόμαστε πολίτες

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε. / Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι / μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα, / όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Σεφέρης, Ένας γέροντας στην Ακροποταμιά


Σε τι χρησιμεύει η αντίσταση, όταν μας λένε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, κι όταν μάλιστα βλέπουμε κι οι ίδιοι ότι οι κινητοποιήσεις μας δεν έχουν άμεσα αποτελέσματα; Χρησιμεύει μήπως στο να έχουμε ωραίες ιστορίες να λέμε τις κρύες νύχτες του χειμώνα, ή στο να οργανώνουμε συγκινητικές επετειακές εκδηλώσεις, όπως κάνουμε για το Πολυτεχνείο; Μου περνάνε απ’το μυαλό διάφορες ιδέες, για αξιοπρέπεια, για λαό που πρέπει να δείχνει έμπρακτα ότι είναι κυρίαρχος, αλλά ο εντελώς ορθολογιστής εαυτός μου ψάχνει κάτι πιο απτό, κάτι. Και καταλήγω σ’ένα μόνο πράγμα: η αντίσταση φτιάχνει κοινότητα, μας κάνει πολίτες.

Ο άνθρωπος, για να ζήσει ανθρώπινα («ό,τι κι αν αρχίσω, όποια πόρτα κι αν χτυπήσω», από πίσω πετάγεται ο Ömer abi κι η φράση που βάζει σχεδόν σε κάθε άρθρο του: insanı insanî yapan özellikleri, οι ιδιότητες του ανθρώπου που τον κάνουν άνθρωπο), για να είναι στοιχειωδώς προφυλαγμένος από φυσικές και άλλες συμφορές, για να μπορεί ν’αναπτύξει, ακριβώς τις «ιδιότητες που τον κάνουν άνθρωπο», έχει ανάγκη από κάποιου είδους συλλογική ζωή, κάποιου είδους κοινωνία. Στην προνεωτερική εποχή, αυτή η συλλογική ζωή εξασφαλιζόταν μέσα από δομές τις οποίες το άτομο δεν επέλεγε: οικογένεια, θρησκευτική κοινότητα, φυλή. Η κοινωνία οργανωνόταν με τέτοιο τρόπο που δεν επέτρεπε μεγάλη ελευθερία δράσης: το άτομο όφειλε να εκπληρώνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις με συγκεκριμένο τρόπο ∙ αλλιώς, κινδύνευε με αποβολή απ’την κοινότητα. Όφειλε λοιπόν το άτομο να υποτάσσεται σ’αυτό που επέτεσσε η κοινότητα, ενίοτε και κάποιος ιεραρχικά ανώτερός του μέσα στην κοινότητα: κλήρος, φεουδάρχης.

Προνεωτερικές μορφές οργάνωσης επιβιώνουν και σήμερα, αν και συνήθως με καινούρια χαρακτηριστικά, ακόμα κι αν επικαλούνται κάποια «παράδοση» για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους και τον τρόπο οργάνωσής τους: αυτό σίγουρα ισχύει για τις θρησκευτικές κοινότητες. Η οικογένεια, ειδικά σε μέρη όπου η σύγχρονη κοινωνική/κρατική οργάνωση δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των ατόμων, παίζει έναν τέτοιο ρόλο, κάτι που την καθιστά άκρως συντηρητική: αν το άτομο δεν μπορεί να στηριχτεί στις δύσκολες στιγμές του σ’ένα κράτος πρόνοιας, στις παροχές του οποίου έχει δικαίωμα, ως πολίτης, τότε πρέπει να φροντίσει να τα πηγαίνει καλά με την οικογένειά του, να εκπληρώνει τις παραδοσιακές υποχρεώσεις του απέναντί της, ώστε να τον προστατεύει – βλ. κι Ελεφάντη, εδώ. Επίσης, υπάρχουν και τρόποι με τους οποίους προνεωτερικά στοιχεία επιβιώνουν μέσα σε φαινομενικά νεωτερικές δομές: για παράδειγμα, συνδικαλιστικά όργανα που στηρίζονται σε και υπερασπίζονται προνόμια και όχι δικαιώματα φέρνουν στον σύγχρονο δημόσιο χώρο κάτι το προνεωτερικό. Το ότι, για παράδειγμα, η κοινωνική ισορροπία αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, απ’το 1974 και μετά, όχι τόσο χάρη στο νεωτερικό κράτος πρόνοιας των δικαιωμάτων, που περικλείει δυνητικά όλους τους πολίτες, αλλά μέσα απ’τις πελατειακές σχέσεις και τις ατομικές/οικογενειακές στρατηγικές σημαίνει ότι η κοινωνία είναι ναρκοθετημένη με ανισότητες που αργά ή γρήγορα θα έσκαγαν. (Εδώ θα έλεγα ότι, όπως ακριβώς οι παρακρατικοί μηχανισμοί της εποχής του Ψυχρού Πολέμου ετοίμαζαν κρυψώνες με όπλα προς χρήση σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής ή επικράτησης του εσωτερικού εχθρού, έτσι ακριβώς και το ΠΑΣΟΚ έχει κρύψει στην κοινωνία μας ανισότητες, προνόμια, ομάδες κι ομαδούλες τις οποίες τώρα, πολύ βολικά, βάζει να αλληλοσπαραχθούν. Μ’αυτή την έννοια, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει προσφέρει απολύτως τίποτα στην υπόθεση του ουσιαστικού και δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας – βλ. κι Αναγνωστοπούλου, εδώ.)

Στη νεωτερικότητα, το άτομο απελευθερώνεται απ’τις υποχρεώσεις που το εγκλώβιζαν στις παραδοσιακές κοινωνικές δομές της οικογένειας και της κοινότητας. Αυτή η ελευθερία όμως μπορεί εύκολα να γίνει τυραννία και εξαθλίωση για το ίδιο το άτομο. Δεν έχει πια τίποτα να το προστατεύει. Η πιο απτή έκφραση αυτού του πράγματος είναι βέβαια οι εργάτες της Βιομηχανικής Επανάστασης: αποκομμένοι απ’τη γη που μέχρι τότε τους έθρεφε, χωρίς κανέναν δεσμό με τον χώρο και με την κοινωνία γύρω τους, χωρίς κανένα μέσο για να επιβιώσουν εκτός απ’την εργασία τους, ήταν ακριβώς η εργατική δύναμη που, σαν «κρέας για τις μηχανές», χρειαζόταν η οικονομική ανάπτυξη. Σήμερα, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο, καθώς βρισκόμαστε, όπως υποστηρίζει η Ayşe Buğra, σε ένα δεύτερο κύμα προλεταριοποίησης – βλ. εδώ.

Η νεωτερικότητα παρέχει λοιπόν ελευθερία, αλλά και στη νεωτερικότητα ο άνθρωπος χρειάζεται κάποιου είδους κοινότητα. Στη νεωτερικότητα το άτομο έχει το δικαίωμα να επιλέξει σε ποιες κοινότητες θα ανήκει, κι έχει και τη δυνατότητα να τις συνδιαμορφώσει. Καταρχάς υπάρχει η πολιτική κοινότητα, αυτή του έθνους, που βασίζεται στην αποδοχή κοινών πολιτικών αξιών: μέσα σ’αυτή την κοινότητα όλοι είναι δυνητικά ίσοι, όχι μόνο πολιτικά, αλλά και οικονομικά/κοινωνικά – αυτή είναι άλλωστε και η λειτουργία του κράτους πρόνοιας, βλ. κι εδώ κι εδώ. Αλλά και σ’αυτή την πολιτική κοινότητα, οι άνθρωποι δεν συμμετέχουν (μόνο) ατομικά ∙ συμμετέχουν και συλλογικά, μέσα από συνδικάτα, οργανώσεις, κόμματα. Αυτό που επιτυγχάνεται μ’αυτό τον τρόπο είναι και επί της ουσίας ο υπήκοος να γίνει πολίτης: να νιώσει ότι υπάρχει γύρω του ένα δίκτυο που τον υποστηρίζει, κι όχι γιατί εκπληρώνει κάποιες υποχρεώσεις, αλλά γιατί το δικαιούται ως πολίτης (στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής κοινότητας) και το διεκδικεί και το βιώνει ως άτομο που μοιράζεται ιδέες, αξίες, αγωνίες (στο πλαίσιο κάθε είδους συλλογικοτήτων, ακόμα και στο πλαίσιο των φιλικών σχέσεων). Η έννοια του πολίτη εμπεριέχει ελευθερία κι αλληλεγγύη, κι είναι μια έννοια – και μια πράξη – που τείνει στην ένταξη όλο και περισσότερων ανθρώπων, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινότητες, που αναπαράγουν αποκλεισμούς (ή και με τους δήθεν πολίτες, στην πραγματικότητα τραμπούκους του παρακράτους – βλ. εδώ).

Η αντίσταση χρησιμεύει ακριβώς σ’αυτό: διαμορφώνει πολίτες. Καταρχάς, και μόνο με τη συμμετοχή μας σε μια κινητοποίηση αποδεικνύουμε ότι είμαστε – κι ότι θέλουμε να είμαστε – πολίτες. Το κυριότερο όμως είναι ότι οι κινητοποιήσεις σημαίνουν κι ότι αρχίζουμε να οργανωνόμαστε, να συμμετέχουμε σε συλλογικότητες, να γινόμαστε πραγματικά πολίτες. Η συμμετοχή σε μια διαδήλωση, κι ακόμα περισσότερο σε μια συλλογικότητα, μας κάνει και να νιώθουμε πιο δυνατοί και προστατευμένοι και να είμαστε, επί της ουσίας. Αρκεί να σταματήσουμε να είμαστε φοβισμένα ανθρωπάκια που υπερασπίζονται προνόμια (βλ. τον βιβλιοθηκάριο, εδώ), και να γίνουμε πολίτες που διεκδικούν ίσα δικαιώματα για όλους. Μόνο έτσι θα βγούμε απ’τις ατομικές/οικογενειακές στρατηγικές, απ’το προστατευτικό αλλά συντηρητικό κι εγωιστικό κουκούλι της οικογένειας και θα γίνουμε πραγματικά πολίτες.

«Δεν θέλω τίποτε άλλο, παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη»: η έννοια του πολίτη είναι που με απασχόλησε και με απασχολεί πιο πολύ απ’οτιδήποτε.


22 Δεκ 2010

Ο μύθος του τουρκικού οικονομικού θαύματος

Ακούω συνεχώς να παρουσιάζεται η Τουρκία ως παράδειγμα προς μίμηση. Αυτό που λέγεται είναι, με λίγα λόγια, ότι η Τουρκία, μια χώρα με πολλά οικονομικά προβλήματα στο παρελθόν και μια μεγάλη οικονομική κρίση (και υποτίμηση του νομίσματός της) το 2001, έχει σήμερα μια γρήγορα αναπτύσσομενη οικονομία, χάρη σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που παράγουν για τη διεθνή αγορά. Με ποιο κόστος και ποιο όφελος για την τουρκική κοινωνία, όμως; Αναφέρω εντελώς ενδεικτικά και σχηματικά ορισμένα στοιχεία.

Λίγη Ιστορία

Η ιδιωτική τουρκική επιχειρηματική δραστηριότητα έχει στο μεγαλύτερο βαθμό της στηριχτεί στις προνομιακές σχέσεις που οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι ανέπτυξαν με παράγοντες του κράτους (βλ. κυρίως: Ayşe Buğra, State and Business in Modern Turkey: a Comparative Study). Αυτό δεν είναι κάτι το καινοφανές, τη στιγμή μάλισταν που είναι γνωστό ότι κι η ίδια η «ελεύθερη» αγορά δεν φτιάχτηκε ούτε «φυσικά» ούτε «ελεύθερα», αλλά με πολύ συγκεκριμένες πολιτικές (βλ. Karl Polanyi, The Great Transformation).

Τα σημαντικότερα και πιο ριζοσπαστικά μέτρα προς τη φιλελευθεροποίηση της τουρκικής οικονομίας ελήφθησαν το 1980, με τις περιώνυμες «αποφάσεις της 24ης Ιανουαρίου», έργο του Τουργκούτ Οζάλ ο οποίος μόλις είχε διοριστεί απ’την κυβέρνηση του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ γενικός γραμματέας του Υπουργείου Οικονομίας. Είναι κοινώς αποδεκτό στη βιβλιογραφία ότι ένας απ’τους λόγους που οδήγησαν στο στρατιωτικό πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 ήταν κι η ανάγκη να εφαρμοστούν οι «αποφάσεις της 24ης Ιανουαρίου» χωρίς αντιδράσεις: το δικαίωμα στην απεργία, τα συνδικάτα κι οποιαδήποτε μορφή συλλογικής δράσης περιορίστηκαν απ’τη στυγνή δικτατορία που εγκαθιδρύθηκε.

Παρά τη φιλελευθεροποίηση, ήδη απ’το 1980, της τουρκικής οικονομίας, τα προβλήματα συνεχίστηκαν. Η πιο πρόσφατη μεγάλη οικονομική κρίση ήταν αυτή του Φεβρουαρίου του 2001, η οποία ακολουθήθηκε από υποτίμηση της τουρκικής λίρας και προσφυγή στο ΔΝΤ.

Το τουρκικό θαύμα;

Τα τελευταία χρόνια η τουρκική οικονομία παρουσιάζει όντως υψηλό ρυθμό ανάπτυξης. Σίγουρα και για τους Τούρκους πολίτες τα πράγματα είναι καλύτερα απ’ό,τι ήταν το 2001. Πόσο καλύτερα όμως; Πόσο καλά, για την ακρίβεια; Η ανεργία είναι υψηλή και το ποσοστό των ανασφάλιστων εργαζόμενων ιδιαίτερα υψηλό. Η τουρκική κοινωνία πλήττεται από σοβαρότατες ανισότητες και φτώχεια που ένα ελλιπέστατο κράτος πρόνοιας όχι μόνο είναι εκ των πραγμάτων ανίκανο να ανακουφίσει αλλά στην ουσία δεν θέτει ούτε καν ως στόχο του να αντιμετωπίσει, επαφιόμενο στην παραδοσιακή οικογενειακή αλληλεγγύη ή στην ιδιωτική φιλανθρωπία (βλ. μελέτες των Çağlar και Buğra για λογαριασμό του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΟΗΕ, κυρίως Ayşe Buğra and Çağlar Keyder, Poverty and Social Policy in Contemporary Turkey).

Ο κατώτατος μισθός για το δεύτερο εξάμηνο του 2010 είναι: για τους άνω των 16 ετών 544,44 τουρκικές λίρες (περίπου 250-260 ευρώ), για τους κάτω των 16 ετών 463,90 λίρες (περίπου 230 ευρώ). Αυτά που δίνω είναι τα καθαρά νούμερα, όχι οι μικτές αποδοχές.

Επίσης, θεσμοθετείται και πάλι απ’την κυβέρνηση Ερντογάν, με στόχο τη μείωση της ανεργίας, ο «τοπικός κατώτατος μισθός». Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιφέρειες της Τουρκίας (26 έχουν επιλεγεί – νομίζω ότι πρόκειται για νομούς, το οποίο μας κάνει 26 απ’τους συνολικά 81 νομούς της χώρας) θα ορίζεται κατά περίπτωση ο κατώτατος μισθός που θα μπορεί να είναι «ανώτερος ή κατώτερος» απ’τον εθνικό κατώτερο μισθό. Το ενδιαφέρον είναι ότι κάτι παρόμοιο γινόταν μεταξύ των ετών 1969 και 1973 (με τη διαφορά ότι τότε τους διαφορετικούς κατώτατους μισθούς θεσμοθετούσε η ίδια, κεντρική επιτροπή, ενώ τώρα οι επιτροπές θα συστήνονται τοπικά). Μετά όμως από προσφυγή του Τουρκικού Εργατικού Κόμματος (Türkiye İşçi Partisi – TİP) στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το μέτρο αυτό είχε καταργηθεί.

Σύμφωνα με την Τουρκική Στατιστική Υπηρεσία, τον Απρίλιο του 2009 το ποσοστό της ανασφάλιστης εργασίας στην Τουρκία ανερχόταν στο 42,7%. Τον Απρίλιο του 2010, το ποσοστό αυτό έφτασε το 43,3%. Μέσα σ’αυτό το διάστημα υπήρξε και αύξηση της απασχόλησης: δημιουργήθηκαν 1.803.000 θέσεις εργασίας, απ’αυτές όμως οι 905.000, δηλαδή περίπου το 50% ήταν χωρίς ασφάλιση.

Στην εργασία των Buğra και Keyder (προσβάσιμη εδώ) υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τη φτώχεια και το κοινωνικό κράτος στην Τουρκία. Δείτε, για παράδειγμα, σ. 22-23 σχετικά με τους όρους εργασίας (αδήλωτη εργασία, εργασία με ελαστικά ωράρια ή και από το σπίτι σε συνθήκες που θυμίζουν 18ο – 19ο αιώνα κλπ.) και σ. 28-33 σχετικά με το πώς οι λειτουργίες του κράτους πρόνοιας αφήνονται συνήθως στις παραδοσιακές οικογενειακές δομές και στη φιλανθρωπία. Μόνο στο τέλος της εργασίας τους οι συγγραφείς αφήνουν να διαφανεί η ελπίδα ότι το κράτος πρόνοιας αρχίζει να γίνει αντιληπτό ως μέσο ένταξης, ως δικαίωμα των πολιτών (και όχι ως φιλανθρωπία). Δείγμα αυτού θεωρούν την κίνηση της κυβέρνησης Ερντογάν να μοιράσει δωρεάν τα σχολικά βιβλία στους μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (σ.36).

Η Τουρκία είναι όντως μπροστά – αλλά πού μπροστά;

Η Τουρκία βρίσκεται όντως μπροστά. Το κοινωνικό της κράτος υπήρξε πάντα υποτυπώδες, κι έτσι κατά κάποιο παρέκαμψε αυτή τη μεταπολεμική φάση που στη Δυτική Ευρώπη συνοδεύτηκε από τη θεσμοθέτηση ενός πολύ ισχυρού κοινωνικού κράτους και στην Ελλάδα από μια πιο περιορισμένη εφαρμογή του κοινωνικού κράτους κι από την άμβλυνση των ανισοτήτων χάρη στον «εκδημοκρατισμό» του πελατειακού κράτους επί ΠΑΣΟΚ. Με τη βίαιη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας από το 1980 και μετά (είναι αλήθεια ότι παλιότερα το κράτος έπαιζε πολύ σημαντικότερο ρόλο στην τουρκική οικονομία, με κρατικές επιχειρήσεις, μονοπώλια κλπ.), η Τουρκία πέρασε σε μια φάση στην οποία ναι μεν υπάρχει ανάπτυξη (κι αυτό βέβαια είναι κάτι σχετικό), καθώς η φτηνή εργασία και άλλα προνόμια που αναγνωρίζει το κράτος στις επιχειρήσεις επιτρέπει τη φτηνή παραγωγή, αλλά οι ανισότητες σε καμία περίπτωση δεν αμβλύνονται. Πρόκειται για μια διαδικασία που επιτείνεται σήμερα, π.χ. με την εφαρμογή του «τοπικού κατώτατου μισθού».

Άρα, πού μπροστά βρίσκεται η Τουρκία; Η τουρκική κοινωνία στο σύνολό της δεν έχει επωφεληθεί επί της ουσίας από την (όποια) ανάπτυξη των τελευταίων ετών. Η Τουρκία είναι μπροστά στην επισφάλεια. (Επίσης, όπως εγώ πρωτοάκουσα απ'την Ayşe Buğra αλλά γράφει πολύ καλά κι ο Techie Chan, η ανάπτυξη, σ'όλο τον κόσμο, έτσι κι αλλιώς έχει βαρέσει τοίχο. Άρα, για πόσο ακόμα θα μπορέσει να συνεχίζεται η τουρκική ανάπτυξη, και με ποιο κόστος για την τουρκική κοινωνία;) Όποιος μας τη φέρνει ως παράδειγμα θέλει κάτι πολύ συγκεκριμένο για την οικονομία και την κοινωνία της Ελλάδας, κάτι που εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα (για να μην πω καθήκον) να απορρίπτουμε.