Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Ιουν 2010

Μιλιταρισμός ή δημοκρατία; Ιδού η απορία


Ηλίθιος ο τίλος ε; Δεν είμαι και τόσο σιγουρη...

Γεύμα με φίλους χθες βράδυ. Φάγαμε, ήπιαμε και την Άρτα φοβερίσαμε. Αναλύσαμε όμως και την επικαιρότητα. Από τις Βρυξέλλες οι καλεσμένοι, ανταλλάξαμε πληροφορίες για τα νέα μέτρα, την επικείμενη χρεωκοπία και το χοτ θέμα των τελευταίων ημερών, το Ισραήλ και την τρομοκρατία του. Γενικά είναι πολύ ευχάριστο να γνωρίζει ενημερωμένους και έξυπνους ανθρώπους, σε παρηγορεί για τους ζοφερούς καιρούς που ζούμε. Δεν είναι όμως όλες οι συζητήσεις το ίδιο ροζ .

Σε ευρύτερη κουβέντα για το Ισραήλ, έρχεται η κουβέντα στον στρατό και την θητεία. Και ακούω το χιλιοειπωμένο και με ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητα επιχείρημα για τα καθ’ημάς: « Ή να κάνουν και οι γυναίκες φανταρικό όπως στο Ισραήλ ή κανένας. Αυτή είναι ισότητα». Σιγά τα ωά θα μου πείτε, το κάθε φασιστάκι τα ίδια λέει. Τι γίνεται όμως όταν αυτό το λέει άνθρωπος ευφυής, διαβασμένος και προοδευτικός;

Κατ’αρχάς να διευκρινίσω ότι αυτά τα ψευδοφεμινιστικά και τάχαμου μη σεξιστικά μάς οδηγούν σε επικίνδυνες συνεπαγωγές και ατραπούς. Κι αυτό γιατί εύκολα πέφτει κανείς στην παγίδα της ψευδοϊσότητας. Ισότητα παντού άρα γιατί όχι και στον στρατό. Μόνο που ο στρατός δεν είναι διεκδικούμενο δικαίωμα ή προνόμιο ή αξία για να ζητάμε την καθολική και αδιάκριτη εφαρμογή του σε όλη την κοινωνία. Δεν έχει σχέση με την εξίσωση των μισθών, ούτε με την έλλειψη διακρίσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εξίσωση των δύο φύλων στο στρατό δεν οδηγεί σε μια δημοκρατικότερη, αλλά σε μια μιλιταριστική κοινωνία, την κοινωνία δλδ που προσπαθούμε να καταργήσουμε πρώτον και κύριον στο Ισραήλ.

Δεύτερον, η επικινδυνότητα της λογικής των ίσων αποστάσεων. Ή όλοι στο φανταρικό ή κανένας. Μα για ποιες ίσες αποστάσεις μιλάμε όταν τον στρατό τον θεωρούμε εξ ορισμού αρνητικό και προβληματικό φαινόμενο; Η αντιστοιχία που μου έρχεται είναι να καταργήσουμε τις διακρίσεις στα βασανιστήρια. Ή να βασανίζονται όλοι ή κανένας. Η ίση απόσταση όμως δεν υποκρύπτει αντικειμενικότητα, σαφή μιλιταριστική λογική υποκρύπτει. Του συμπαθέστατου, κατά τα λοιπά, συνομιλητή αδιάφορο του ήταν ποια από τις δυο λύσεις θα προκρινόταν, αυτή της στρατιωτικοποίησης μιας κοινωνίας ή αυτή του εκδημοκρατισμού της. Η λογική όμως αυτών των δύο επιλογών είναι τόσο διαμετρικά αντίθετη που αποτελεί εγγενή αντίφαση να τις προκρίνεις και τις δύο.

Και τελικά, αν τραβήξουμε αυτή την ψευδοϊσότητα στα άκρα της, οδηγούμαστε στο φαινόμενο της εξίσωσης με κάθε τίμημα. Εξίσωση είναι να παίρνουν όλοι τον ιδιο μισθό, είτε αυτός είναι χαμηλός είτε υψηλός. Δεν νοείται όμως αριστεροί και προοδευτικοί άνθρωποι να απαιτούν τη μισθολογική εξίσωση προς τα κάτω, επειδή κάποιοι πληρώνονται έτσι κι αλλιώς λιγότερο. Δεν νοείται να στρέφεται το ένα κοινωνικό κομμάτι εναντίον του άλλου επιστρατεύοντας την μικρονοϊκή και μίζερη λογική «αφού ψόφησε ο γάιδαρός μου, ελπίζω να ψοφήσει και του γείτονα». Πότε θα καταλάβουμε επιτέλους ότι ο πραγματικός εχθρός δεν είναι το κοινωνικό εκείνο μέρος που απολαμβάνει περισσότερα από μας, αλλά το σύστημα που μας απαγορεύει να απολαμβάνουμε κι εμείς το ίδιο; Όπως λοιπόν ο εχθρός των μισθωτών δεν είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι μισθωτοί, αλλά τα υπερκέρδη που συμπιέζουν τις απολαυές των εργαζομένων, έτσι και ο εχθρός στον στρατό δεν είναι οι γυναίκες, αλλά η λογική του κρατικού μιλιταρισμού.

Και μην ξανακούσω χυδαιότητες του τύπου «εσύ γυναίκα είσαι, αυτήν τη θέση θα υποστήριζες» γιατί φίλτατε Βρυξελλιώτη, αν η κοσμοαντίληψη και η δράση του καθένα μας ερμηνεύεται αποκλειστικά από το ατομικό του συμφέρον, θύμησέ μου γιατί σε καίει τόσο πολύ η επερχόμενη πτώχευση της Ελλάδας, αφού σε τίποτα δεν θα επηρεάσει τη ζωή σου εκτός αυτής και πες μου επίσης γιατί σε καίνε τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, αφού εσύ σε τίποτα δεν καταπιέζεσαι. Αν θέλουμε να μιλάμε με επιχειρήματα και όχι με κλισέ, δεν υπάρχει περιθώριο για ψευδοδιλήμματα ως προς τον στρατό. Είμαστε όλοι αντιμιλιταριστές και επιδιώκουμε την κατάργησή του είτε είμαστε άντρες είτε γυναίκες. Όσο και να ξενίζει ορισμένους, μας αφορά όλους το ίδιο.

9 Δεκ 2009

Ο περσινός Δεκέμβρης (και μερικές γενικότερες κι ίσως λίγο άσχετες σκέψεις)

(Συνέχεια από το προηγούμενο, κατά κάποιον τρόπο – βλ. επίσης κι εδώ το εξαιρετικό ποστ του Δύτη και τα σχετικά σχόλια)


Για μένα αυτό που δείχνει κάτι είναι η έλλειψη συγκεκριμένων αιτημάτων. Και η έλλειψη οργάνωσης με την οποία αυτή συνδέεται. Είναι αυτό που κάνει πολλούς συντηρητικούς σχολιαστές να λένε ότι ο περσινός Δεκέμβρης δεν αντιπροσώπευε τίποτα και δεν άφησε πίσω του τίποτα. Είναι κατά τη γνώμη μου παράλογο να λες κάτι τέτοιο. Παράλογο να αποδίδεις μια τέτοια έκρηξη μόνο και μόνο σε μερικούς «ταραξίες» και σε μια άνευ ουσιαστικού περιεχομένου αταβιστική ανάγκη της νεολαίας να εξεγερθεί – ή μάλλον να παίξει με κάποιο τρόπο ένα παιχνίδι εξέγερσης. Το να λες κάτι τέτοιο σημαίνει ότι υποτιμάς, ότι ηθελημένα παραγνωρίζεις και περιφρονείς, την κοινωνική δυναμική, ότι θεωρείς τον λαό εκ των προτέρων πολιτικά καθυστερημένο, αφού θεωρείς πως τόσος κόσμος ξεσπάει χωρίς λόγο. Όχι, για μένα τόσος κόσμος που βγαίνει στον δρόμο κάτι σημαίνει, κάτι πρέπει να σημαίνει.

Η αντίφαση: πολύς κόσμος στον δρόμο – κανένα συγκεκριμένο αίτημα – καμία άξια λόγου, ορατή συνέχεια των κινητοποιήσεων. Η λύση: για μένα ένα πράγμα δείχνει αυτή η αντίφαση. Δείχνει ότι πολύς κόσμος νιώθει την ανάγκη να διαδηλώσει, να διαμαρτυρηθεί για όλα αυτά που μας συμβαίνουν, αλλά δεν έχει τους δρόμους, δεν έχει τους τρόπους για να το κάνει. Με απλά λόγια, πρόκειται για μια κοινωνία δυσαρεστημένη μεν, ανοργάνωτη δε.


Αυτό, κατά τη γνώμη μου, εξηγεί – σ’ένα βαθμό τουλάχιστον – και την τυφλή οργή που εκφράστηκε με βία και καταστροφές. Σύμφωνοι, αυτοί που κατέφυγαν στη βία ήταν ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτών που συνολικά διαδήλωναν. Υπήρξε όμως το κλίμα που επέτρεψε έστω σ’αυτό το μικρό ποσοστό να εκδηλωθεί βίαια: υπήρξε ανοχή από πολλούς σε ορισμένες βίαιες ενέργειες (π.χ. το σπάσιμο τζαμαριών τραπεζών) κι υπήρξε μια διάχυτη σε όλους αίσθηση ότι, είτε το θέλουν είτε όχι, υπάρχει γύρω τους βία (βία από την αστυνομία, βία κι ένταση στα πρόσωπα και τα συνθήματα των διαδηλωτών).

Η μορφή δε της βίας μού θύμισε – παρόλο που θεωρώ τούς τέτοιου είδους παραλληλισμούς ανιστόρητους – τη βία των εργατών πριν ακόμα δημιουργηθεί οργανωμένο εργατικό κίνημα ή τη βία των Σεπτεμβριανών, βία ενός τουρκικού λούμπεν προλεταριάτου το οποίο έπεισαν ότι εχθρός του ήταν οι – πλούσιοι ή θεωρούμενοι πλούσιοι – Έλληνες. Μια βία που είναι τυφλή επειδή αυτοί που την ασκούν δεν ξέρουν τι τους φταίει, δεν έχουν επεξεργαστεί την κατάστασή τους για να ξέρουν ποιος είναι υπεύθυνος γι’αυτή, δεν έχουν θέσει συγκεκριμένους στόχους / διεκδικήσεις ούτε κι έχουν οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να διεκδικήσουν αποτελεσματικά χωρίς βία.

Η τυφλή καταστροφική βία των εργατών σταμάτησε όταν οργανώθηκε εργατικό κίνημα. Και διόλου ευκαταφρόνητες κατακτήσεις (το πόσο σημαντικές είναι αυτές οι κατακτήσεις το καταλαβαίνουμε πολύ καλά σήμερα, όταν μία μία χάνονται) των εργαζομένων επιτεύχθηκαν όταν υπήρχε οργανωμένο εργατικό κίνημα.

Στη δε Τουρκία, η νοοτροπία τραμπουκισμού που εκφράστηκε στα Σεπτεμβριανά δυστυχώς ακόμα δεν έχει εκλείψει, κι αυτό γιατί στην Τουρκία ποτέ το κράτος δεν επέτρεψε στην κοινωνία να οργανωθεί. Η τουρκική κοινωνία είχε αρχίσει να οργανώνεται αυτόνομα από το κράτος στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, και τότε πρώτα εξαπολύθηκαν εναντίον της όλοι οι μηχανισμοί του παρακράτους και μετά ήρθε η ταφόπλακα του πραξικοπήματος του 1980, του Συντάγματος που αυτό επέβαλε και του διεφθαρμένου νεοφιλελευθερισμού του Οζάλ. Έτσι, ακόμα και σήμερα, η οργή της τουρκικής κοινωνίας εκφράζεται μόνο με σπασμωδικές, βίαιες, τραμπουκικές έως φασιστικές ενέργειες, από τη δολοφονία του Χραντ Ντινκ ως τον λιθοβολισμό λεωφορείου με μέλη του φιλοκουρδικού κόμματος, ενέργειες που αντί να αλλάξουν κάτι προς το καλύτερο εμπεδώνουν την υπάρχουσα μορφή εξουσίας, βασίζοντάς τη στην καχυποψία.

Η ελληνική κοινωνία, σε αντίθεση με την τουρκική, έχει δείξει ότι μπορεί να οργανώνεται. Από τον τρόπο που συγκροτήθηκε εξαρχής το ελληνικό κράτος, χάρη σε μια Επανάσταση που στη συνέχεια έγινε κτήμα όλων των Ελλήνων ως Επανάσταση του ελληνικού έθνους, του ελληνικού λαού, υπήρξε εξαρχής η νομιμοποιητική βάση για λαϊκές / κοινωνικές διεκδικήσεις, κάτι που φάνηκε πολλές φορές, ιδίως στον 20ο αιώνα. Αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο, παρόλο που και η Ελλάδα πέρασε δικτατορίες και διαφόρων ειδών «έκτακτες καταστάσεις» διόλου ενθαρρυντικές για τη δημοκρατία, ωστόσο η ελληνική κοινωνία παρέμεινε πολύ πιο δημοκρατική από την τουρκική και κατάφερε τελικά, έστω πολύ πρόσφατα, το 1974, κι έστω και με τους όποιους περιορισμούς κι αναπηρίες μπορεί να έχει, να έχει πάντως ένα καθεστώς δημοκρατικό κι ένα κράτος δικαίου.

Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο η περσινή δολοφονία ενός παιδιού, δηλαδή μια πράξη που παραβίαζε το αίσθημα των Ελλήνων πολιτών για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, προκάλεσε μια τέτοια αντίδραση (γιατί στην Τουρκία ανάλογα περιστατικά δεν προκαλούν απολύτως καμία αντίδραση). Προκάλεσε μια αντίδραση καταρχάς και καταρχήν εντελώς δημοκρατική, εντελώς μαζική, η οποία εξέφραζε δύο πράγματα: πρώτον, τον αποτροπιασμό της κοινωνίας, την ανάγκη της να δείξει ότι δεν σκοπεύει να ανεχτεί τέτοια περιστατικά ∙ δεύτερον, την ανάγκη τής κοινωνίας να δείξει ότι υπάρχει (αυτό που λέει πολύ ωραία ο Δύτης: «είμαστε εδώ κι εμείς: στην Ιστορία»), ότι φέρει ακόμα μέσα της τη δυναμική της οργάνωσης, της οργανωμένης αντίδρασης, ότι η εξουσία είναι, πρέπει να είναι, υπόλογη στην κοινωνία.


Αυτό ήταν το θετικό, το πολύ θετικό των περσινών γεγονότων. Στη συνέχεια όμως εμφανίστηκαν και τα αρνητικά: η τυφλή βία και η έλλειψη συγκεκριμένου στόχου και συνέχειας των κινητοποιήσεων. Εδώ φαίνεται ότι, ενώ η ελληνική κοινωνία έχει το αρχικό ένστικτο, έχει το υπόβαθρο που μπορεί να της επιτρέψει να οργανωθεί και να διεκδικήσει, ωστόσο αυτό δεν είναι αρκετό. Μετά από τόσα χρόνια απαξίωσης (σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένης) του συνδικαλισμού, απαξίωσης επιπλέον της πολιτικής και έλλειψης – ή ανεπάρκειας – οποιασδήποτε άλλης μορφής πολιτικής οργάνωσης, η ελληνική κοινωνία είναι πολιτικά ανοργάνωτη. Επιμέρους εργασιακοί χώροι οργανώνονται και διεκδικούν: ακούμε για απεργίες στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Wind, για πορείες και διεκδικήσεις των κούριερ, όλοι πέρσι μάθαμε για τον συνδικαλισμό των εργαζομένων στην καθαριότητα. Ιδέες διακινούνται: σε Πανεπιστήμια, σε στέκια στα Εξάρχεια, στο ίντερνετ, ακούγονται και γράφονται ενδιαφέροντα πράγματα. Στην τέχνη: συνεχώς ακούμε για νέα πράγματα, για ομάδες που συστήνονται, για παραστάσεις, εκθέσεις και διαδικτυακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Όλα αυτά όμως δεν συνδέονται το ένα με το άλλο, μένουν κατά κάποιον τρόπο στο κενό, σε βαθμό που πολλοί απ’αυτούς που συμμετέχουν σ’αυτές τις προσπάθειες απογοητεύονται και ιδιωτεύουν. Πρόκειται δηλαδή για μια κοινωνία κατακερματισμένη, κι όχι μόνο επειδή, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αυξάνονται οι κοινωνικές ανισότητες κι ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας (μετανάστες, νεόπτωχοι) περιθωριοποιείται. Η κοινωνία είναι κατακερματισμένη επειδή δεν υπάρχει κάτι να συνδέσει τις επιμέρους προσπάθειες κι αναζητήσεις σ’ένα συνεκτικό όλο. Κι αυτό το κάτι δεν είναι απαραιτήτως μια μεγάλη ιδεολογία, την οποία διατείνονται ότι αναζητούν οι «συνιστώσες» του ΣΥΡΙΖΑ και οι «τάσεις» του ΣΥΝ καθώς τσακώνονται μεταξύ τους για πράγματα που ποσώς ενδιαφέρουν την κοινωνία. Θα αρκούσε, αντί για μεγάλη ιδεολογία, μια συστηματική προσπάθεια να έρθουν όλες αυτές οι αναζητήσεις κοντά η μία στην άλλη, να οργανωθούν, να βρεθούν δύο ή τρία βασικά κοινά σημεία και να ξεκινήσουν οι κοινές διεκδικήσεις από εκεί. Κάτι τέτοιο θα αρκούσε για αρχή, θα αρκούσε για να συνειδητοποιήσουν όλα αυτά τα κομμάτια της κατακερματισμένης κοινωνίας ότι δεν μάχονται στο κενό, ότι με κάποιον συνομιλούν. Αν η Αριστερά κατάφερνε να κάνει κάτι τέτοιο, τότε ο περσινός Δεκέμβρης θα αποκτούσε και νόημα και συνέχεια.