13 Ιουν 2013
Περί Δημοκρατίας
22 Οκτ 2009
Το τέλος της ζωής κι ο τελευταίος έρωτας
Ο Φράνσις Φουκουγιάμα, στο περίφημο βιβλίο του Το Τέλος της Ιστορίας κι ο Τελευταίος Άνθρωπος (The End of History and the Last Man), προφήτευε ότι μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού θα θριάμβευε παντού η ελεύθερη οικονομία κι η δημοκρατία και θα ζούσαμε εμείς καλά κι αυτός (με τα έσοδα του βιβλίου) καλύτερα. Θα είχε σημάνει δηλαδή το τέλος των συγκρούσεων, που θα ήταν και τέλος της Ιστορίας. Γιατί η Ιστορία μπορεί να είναι πολλά πράγματα, αλλά βαρετή δεν μπορεί να είναι. Χρειάζεται κάτι για να κινηθεί, κάτι να ταράξει τα νερά, και δεν χρειάζεται να είσαι μαρξιστής τη σήμερον ημέρα για να δεχτείς ότι αυτό το κάτι σημαίνει και συγκρούσεις. Φαντάζεστε μια Ιστορία χωρίς απολύτως καμία σύγκρουση, όπου όλοι συμφωνούν για το τι μέλλει γενέσθαι; Τι θα έγραφαν οι ιστορικοί; Ή θα έμεναν άνεργοι ή θα αναγκάζονταν να γεμίζουν τις σελίδες τους με μια αφήγηση τόσο συγκλονιστική όσο θα ήταν το ημερόλογιο ενός γιατρού χωρίς αρρώστους ή ενός δασκάλου με μαθητές-ρομπότ: «Σήμερα δίδαξα την προπαίδεια. Όλοι οι μαθητές την έμαθαν αμέσως. Προτίμησαν, αντί να βγουν διάλειμμα, να κάνουμε και τη διαίρεση. Συμφωνήσαμε αύριο να περάσουμε στα κλάσματα.» Η προφητεία του Φουκουγιάμα πάντως – ευτυχώς για τους ιστορικούς – δεν επαλήθευτηκε κι η Ιστορία συνεχίζει την πορεία της.
Παρατηρώ όμως εδώ και χρόνια ότι η θεωρία του βρίσκει πεδίο εφαρμογής σ’έναν εντελώς διαφορετικό τομέα: την εξιστόρηση της ανθρώπινης ζωής σε κάθε είδους ταινίες και σήριαλ, από κωμωδίες μέχρι δράματα περνώντας από τα μιούζικαλ και τις χολιγουντιανές περιπέτειες. Όλα λήγουν όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες, ίσως μ’έναν λίγο πιο εκλεπτυσμένο τρόπο: η Βουγιουκλάκη παντρεύεται τον Παπαμιχαήλ, ο ήρωας της αστυνομικής περιπέτειας αποφασίζει ότι είναι ώρα να νοικοκυρευτεί κι εκδηλώνει τον έρωτά του στην όμορφη ντεντέκτιβ, στο τελευταίο επεισόδιο των γνωστών «Τριών Χαρίτων» κάθε μια από τις τρεις αδελφές βρίσκει το ταίρι της κ.ο.κ.. Και μετά η ιστορία τελειώνει. Ο θεατής μένει με την εντύπωση ότι η Βουγιουκλάκη κι ο Παπαμιχαήλ δεν θα ξανατσακωθούν από αστείες παρεξηγήσεις, ο ήρωας αστυνομικός θα σταματήσει ν’αναλάμβανει επικίνδυνες αποστολές κι η όμορφη ντεντέκτιβ του θα παραιτηθεί από τη δουλειά για να μεγαλώσει τα παιδιά τους, οι τρεις αδελφές δεν θα ξαναζήσουν σουρεαλιστικές περιπέτειες. Εν ολίγοις, η ζωή τελειώνει μαζί μ’αυτό τον τελευταίο – μοιραίο – έρωτα, και ζήσαν (ζήσαν, αλήθεια; ή θάφτηκαν ζωντανοί με το τηλεκοντρόλ στο χέρι;) αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Δεν έχω, καταρχήν, τίποτα εναντίον του ρομαντισμού, αλλά στις κατάλληλες δόσεις και, κυρίως, στις κατάλληλες στιγμές. Ωραίο πράγμα ο έρωτας, κι όταν είμαστε ερωτευμένοι είναι φυσικό να θεωρούμε ότι έχουμε βρει το άλλο μας μισό κι ότι ο έρωτάς μας θα κρατήσει για πάντα (αυτή η αίσθηση του «για πάντα» είναι μάλιστα προϋπόθεση για να ερωτευτούμε). Αλλά άλλο αυτό, κι άλλο να μας παρουσιάζουν τον έρωτα σαν το τέλος της προσωπικής ιστορίας ενός ανθρώπου (ή μάλλον δύο ανθρώπων), σαν ολοκλήρωση του ανθρώπου, σαν αυτοσκοπό της ίδιας μας της ύπαρξης. Βέβαια, κι ολόκληρη η εικόνα του έρωτα που μας παρουσιάζουν ταινίες και σήριαλ είναι εντελώς διαστρεβλωμένη, αλλα αυτό είναι άλλο θέμα...
5 Μαΐ 2009
H στιγμή της αλήθειας

Μακρόχρονη απουσία για τα μέτρα μας μέχρι τώρα. Μετακινήσεις, διάφορα εξωφρενικά [τα οποία πρέπει να γράψω κάποια στιγμή] και πάλι εδώ. Επιστροφή με ένα θέμα λίγο άσχετο, αλλά αυτό μου ήρθε σήμερα.
Επαφή με την ελληνική τηλεόραση έχω χάσει εδώ και χρόνια, με την ξένη δε, ακόμη χειρότερα. Από τότε που ανακάλυψα το διαδίκτυο και την επιλεκτική διασκέδαση/ψυχαγωγία/ενημέρωση, η τηλεόραση στο σπίτι μου δεν υπάρχει ή έχει μετατραπεί σε κρεμάστρα. Αυτά τα ολίγα εισαγωγικά για να ξεκαθαρίσω ότι η τηλεόραση κι εγώ είμαστε δυο κόσμοι που δεν συναντιούνται πουθενά. Άρα δεν έχω ιδέα για το τι γίνεται, δεν ξέρω κανένα όνομα πρωινατζούς, εκφωνητή νυχτερινού δελτίου ή ψυχαγωγική εκπομπή. Τα ελάχιστα που με ενδιαφέρουν τα παρακολουθώ ιντερνετικά. Όλο αυτό για να πω ότι προχθές τυχαία, ψάχνοντας για τον Άδωνι, έπεσα πάνω στη μέλλουσα σύζυγό του και την εκπομπή της «Η στιγμή της αλήθειας». Κάθησα λοιπόν και την παρακολούθησα μήπως έχει κάποια πολιτική νύξη (τρομάρα μου!).
Η αλήθεια είναι ότι άργησα να καταλάβω τον σκοπό του παιχνιδιού. Τι το ενδιαφέρον έχει άραγε ένας ανιχνευτής ψεύδους στην καθημερινότητα των ανθρώπων πέρα από το να μας εξοικειώσει με την έννοια του ηλεκτρονικού ελέγχου της σκέψης για σενάρια τρόμου σε εγγύς/απώτερο μέλλον; Μετά συνειδητοποίησα τι γίνεται: οι παίκτες αμείβονται με διάφορα ποσά, όχι για να απαντήσουν ειλικρινά σε οποιαδήποτε ερώτηση, αλλά για να εκτεθούν όσο το δυνατόν περισσότερο στα αδηφάγα μάτια των τηλεθεατών αλλά και μπροστά σε συγγενείς και φίλους. Το θέμα δηλαδή δεν είναι η ειλικρίνεια (πότε ήταν η ειλικρίνεια δημοφιλής για να γίνει τώρα;) αλλά ο βαθμός της αποξένωσης του παίκτη από οικεία του πρόσωπα, έτσι ώστε να λέει τις μεγαλύτερες χοντράδες με τη μεγαλύτερη άνεση. Ειλικρινά δεν πίστευα στ’αυτιά μου ακούγοντας ανθρώπους να απαντάνε ανερυθρίαστα σε ερωτήσεις τύπου α) αγαπάς περισσότερο τη μητέρα σου ή τον πατέρα σου; Β) είσαι ερωτευμένος με τον σύντροφό σου (ο σύντροφος παρών), γ) ξέρει η οικογένειά σου με πόσους έχεις πάει/πόσα έχεις φάει στον τζόγο/ ότι είσαι ερωτευμένος με την αδερφή σου...και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.
Το πρώτο που σκέφτηκα είναι η τρομακτική υποκρισία της εκπομπής. Επιβραβεύει ανθρώπους (μέσω της πιο ακατάλληλης, χαζοχαρούμενης και γλάστρας τηλεπαρουσιάστριας που θα μπορούσα να φανταστώ, ας με διαψεύσουν οι γνώστες του είδους) για την ικανότητά τους να εκθέτουν θεούς και δαίμονες, να ανάγουν την προσωπική τους ζωή, τις φοβίες τους, τη σύνθετη καθημερινότητά τους σε «ναι» και «όχι» που αξιολογούνται κιόλας. Όσο δε βαθύτερα τραύματα, γιατί όχι και μοιραία, προκαλέσει στις σχέσεις των παικτών με την οικογένεια, τους φίλους και τους δικούς τους ανθρώπους, τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία, τόσο πιο κραυγαλέα η επιβράβευση, τόσο πιο πολλά τα φράγκα. Το πραγματικό ερώτημα πίσω από το «θέλετε να συνεχίσετε;» που θέτει κάθε τόσο η κριτής των πάντων, είναι «πόσο περισσότερο είστε διατεθειμένος να πληγώσετε τους δικούς σας, πόσο κοστολογείτε τις προσωπικές σας σχέσεις;». Με 5 χιλιάρκα μπορεί και να το σώζεις, με 25 όμως; Πόσα θες για να πεις ότι οι γονείς σου σε παραμελούν, ότι φαντασιώνεσαι τον γκόμενο της αδερφής σου, ότι ζηλεύεις παράφορα τον κολλητό σου; Αλήθειες που έχουν 3.000 όψεις και αντανακλούν την πολυπλοκότητα της ζωής του καθένα, γίνονται μονολεκτικά θέσφατα στο στόμα του «γενναίου» κατά τα λοιπά παίκτη. Ένα ρεάλιτι στη θέση των ρεάλιτι. Μέχρι τελικής πτώσεως.
Και καλά το παιχνίδι με την ξεϊγκλωτη. Οι παίκτες που γνωρίζουν από πριν τις ερωτήσεις, πώς αποφασίζουν να συμμετάσχουν; Όταν ξέρουν τι όργια θα ακουστούν για τις πιο προσωπικές στιγμές τους, πώς επιλέγουν να το κάνουν; Με τη λογική του μάνα ξαναβρίσκω, 20 χιλιάρικα όμως;
Εγώ πάντως ένα συμπέρασμα έβγαλα: ή θα πρέπει να βλέπω πιο πολύ τηλεόραση για να μη νιώθω κάθε φορά σαν αρειανός που προσγειώθηκε στο Ελλάντα, ή θα πρέπει να το κόψω τελείως για να μη σοκάρομαι.
ΥΓ. Αυτό που απόλαυσα πιο πολύ πάντως είναι το ανεκδιήγητο ύφος της Μανωλίδου, όταν ο παίκτης απαντάει "ναι, σκότωσα με αλυσοπρίονο τους γονείς μου για να πάω εκδρομή με το ορφανοτροφείο". Η θεά χαμογελάει όλο κατανόηση και του λέει "Συγχαρητήρια, κερδίσατε 10 χιλιάδες ευρώ" (!)
