Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιαν 2010

Το Βερολίνο εργαστήριο ιστοριογραφίας;



Ένα πράγμα που διαπιστώνει κανείς εύκολα στο Βερολίνο είναι πόσο πολύ πουλάει η Ιστορία σ’αυτή την πόλη. Λογικό βέβαια, γιατί όλη η ιστορία του 20ου αιώνα βρίσκεται αποτυπωμένη στη γερμανική πρωτεύουσα. Σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που είχα πάει στο Βερολίνο (η τελευταία πριν από δυόμισι χρόνια), τώρα μου φάνηκε ότι η Ιστορία έχει γίνει ακόμα περισσότερο τουριστική ατραξιόν. Υποθέτω ότι συμβάλλει σ’αυτό το γεγονός πως πριν από δυο μήνες γιορτάστηκαν τα 20 χρόνια από την πτώση του τείχους, αλλά και το ότι το Βερολίνο γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός (μα τόσοι τουρίστες!). Ο τρόπος όμως με τον οποίο προβάλλεται η Ιστορία στο Βερολίνο μου φάνηκε προβληματικός.

Ως τουριστική ατραξιόν χρησιμοποιείται κυρίως ό,τι έχει να κάνει με την πρώην Ανατολική Γερμανία – όπως πολύ σωστά παρατήρησε και ο Ημιθανής (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), κανείς δεν θα σκεφτόταν να πουλήσει σουβενίρ με τον αγκυλωτό σταυρό, κάτι που αποδεικνύει και πόσο κενή περιεχομένου είναι η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού που επιχειρείται κατά καιρούς. Ό,τι έχει να κάνει λοιπόν με το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού (γιατί αυτό ήταν κι όχι κομμουνισμός!) μετατρέπεται σ’ένα ατελείωτο φολκλόρ, να το βλέπουμε και να γελάμε. Λες κι ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν μια φάρσα της Ιστορίας, ένα πάρτυ μασκέ που κράτησε 70 χρόνια (στην ΕΣΣΔ 70). Αναπτήρες με το σήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μπλουζάκια, σήματα, κονκάρδες... Μπιχλιμπίδια για τουρίστες που δίνουν χρώμα στη σημερινή παγκόσμια καπιταλιστική ομοιομορφία.

Κι άντε, αυτά να δεχτούμε ότι είναι δημιουργήματα των τουριστικών επιχειρήσεων, εξίσου κιτς στην πραγματικότητα με τα τσολιαδάκια και τις γύψινες προτομές που πουλάνε στην Πλάκα. Η ίδια λογική όμως κυριαρχεί και στα μουσεία. Στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο (Deutsches Historisches Museum) δεν υπάρχει καμία προσπάθεια να κατανοηθεί από που προήλθε αυτό το καθεστώς, σε ποια ιστορική ανάγκη απαντούσε και τι σήμαινε. Αντ’αυτού, τα εκθέματα και οι επεξηγηματικές ταμπελίτσες τους ή αναπαράγουν το ίδιο φολκλόρ (ένα αυτοκίνητο τράμπαντ, ανατολικογερμανική μόδα, ηλεκτρικές συσκευές...) ή, ενίοτε με ειρωνικές διατυπώσεις, υποβάλλουν στον επισκέπτη ότι το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν a priori κακό παράλογο. Εδώ τονίζω και το a priori και το παράλογο.

Καταρχάς, αν θέλουμε να λέμε ότι η σκέψη μας βασίζεται στον ορθό λόγο, δεν μπορούμε να θεωρούμε τίποτα εκ των προτέρων παράλογο. Πρέπει πάντα και για τα πάντα να θέτουμε στο μυαλό μας την ερώτηση «γιατί;». Γιατί ήταν κακό και παράλογο το καθεστώς; Για πολύ συγκεκριμένους λόγους, κυρίως για την καταπίεση και την έλλειψη οποιασδήποτε ελευθερίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε ορισμένους, πολύ συγκεκριμένους τομείς δεν είχε πετύχει να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Είχε παιδεία, είχε περίθαλψη, είχε πετύχει την ισότητα των πολλών, αν και βέβαια όχι όλων (γιατί φυσικά η νομενκλατούρα του κόμματος και του κράτους ήταν «πιο ίση από τους υπολοίπους» κατά την οργουελική φράση). Αν τα παραβλέψουμε όλα αυτά, τότε δεν θα καταλάβουμε ποτέ τι ήταν αυτό το καθεστώς, και κυρίως δεν θα καταλάβουμε γιατί υπάρχουν σήμερα Γερμανοί που αναπολούν την Ανατολική Γερμανία. Θα μας φαίνονται παράλογοι, και κατά τη γνώμη μου αποτελεί αξίωμα των κοινωνικών επιστημών ότι μία ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που θέλει / δηλώνει / διεκδικεί / απορρίπτει κάτι δεν μπορεί να θεωρηθεί συλλήβδην παράλογη.


Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Το άλλο είναι ίσως ακόμα πιο ανησυχητικό. Στο Βερολίνο ξαναγράφεται η Ιστορία. Ή μάλλον διαγράφεται η Ιστορία. Όλη η Ιστορία. Οι Γερμανοί νιώθουν ενοχές για το παρελθόν τους, αυτό είναι γνωστό και ισχύει κυρίως και πρωτίστως για τον ναζισμό και το ολοκαύτωμα. Εξίσου αμήχανα όμως μου φάνηκε ότι αντιμετωπίζουν και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κάτι που είναι κατανοητό στον βαθμό που για τους Γερμανούς το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρξε ίσως πιο τραυματικό απ’ό,τι για οποιονδήποτε άλλο λαό της Ευρώπης, γιατί σήμαινε ταυτόχρονα και τον διχασμό τους σε ανατολικούς και δυτικούς. Ο ναζισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι για τους Γερμανούς τραύματα πολύ πραγματικά και βαθιά, φαινόμενα της ιστορίας τους τα οποία δυσκολεύονται να κατανοήσουν και που επηρεάζουν την ίδια την ταυτότητά τους.

Και πώς τα αντιμετωπίζουν; Με το να μην τα αντιμετωπίζουν. Από το επεξηγηματικό ταμπελάκι έργου σύγχρονου Γερμανού εικαστικού (από έκθεση αφιερωμένη στη γερμανικη τέχνη της εποχής του Ψυχρού Πολέμου που διοργανώνεται στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο - εδώ η ιστοσελίδα στα αγγλικά): “[…] [the artist] touched tabooed German symbols and thus provocatively inquired whether history can be transcended by repressing it from consciousness.” Μάλιστα. Επειδή δεν μας αρέσουν συγκεκριμένα ιστορικά φαινόμενα, αντί να προσπαθήσουμε να τα κατανοήσουμε, απορρίπτουμε όλη την Ιστορία. Πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα, βέβαια, κι ούτε καν σε βιβλίο ιστορίας. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση γιατί μου φάνηκε πολύ χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατούσε σ’όλο το μουσείο και της εντύπωσης που μου έδωσε το Βερολίνο γενικά. Ενώ λοιπόν δεν έχω καμία «πατριωτική» ανησυχία ότι κινδυνεύει ή υπονομεύεται η «εθνική μας ιστορία», η υπονόμευση της Ιστορίας γενικά με ανησυχεί. Ελπίζω να κάνω λάθος...


Κι ένα ακόμα παραλειπόμενο από το Βερολίνο...

Τα κουπέπκια με χαρά (μάλλον όχι και των υπολοίπων) ανακάλυψαν ακόμα μία δραστηριότητα που θα έπρεπε να αποφεύγουν να κάνουν μαζί (η πρώτη και βασική είναι το μαγείρεμα, όπου πετάνε τετζερέδες το ένα στο κεφάλι του άλλου ακόμα και για απλά ζητήματα όπως το σούρωμα των μακαρονιών): να δίνουν οδηγίες στον οδηγό. Το υποφαινόμενο κουπέπι, οπαδός του ορθού λόγου, επιμένει να χρησιμοποιεί χάρτη, ενώ το έτερο κουπέπι προτιμάει το ένστικτο τού «ε, η γενική κατεύθυνση είναι προς τα εκεί, στρίψε εδώ δεξιά και βλέπουμε». Παρόλα αυτά, κάθε βράδυ φτάναμε στο σπίτι (στο εξωτικό Zelhendorf) καρφί!


31 Οκτ 2009

Απο την Πόλη έρχομαι


Φέτος είναι η χρονιά της Τουρκίας στη Γαλλία. Αυτό σημαίνει εκθέσεις, διαλέξεις, συναυλίες και γενικά άπειρες εκδηλώσεις με άξονα την Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτής της υπερδραστηριότητας εντάσσεται και η έκθεση στο Grand Palais “De Byzance à Istanbul”, την οποία μπορείτε να δείτε μέχρι τις 25 Γενάρη.

Η έκθεση είναι αρκετά ενδιαφέρουσα. Έχει γύρω στα 300 εκθέματα από 14 μουσεία και «εξιστορεί» χρονολογικά την ιστορία της Πόλης από την εποχή του Βύζα μέχρι σήμερα. Τόσοι αιώνες βέβαια δεν χωράνε σε λίγα εκθέματα, τα περισσότερα έχουν μια μάλλον συμβολική αξία για την συνέχεια και την εξέλιξη της πόλης. Και βέβαια, φαίνονται αρκετά φτωχά σε σχέση με τις εντυπωσιακές συλλογές των μουσείων απ’τα οποία προέρχονται.

Παρόλ’αυτά, το στήσιμο είναι πολύ ωραίο. Ο εκθεσιακός χώρος βρίσκεται στο ημίφως, με έντονους προβολείς μόνο πάνω στα εκθέματα, η χρονική διαδοχή είναι απολύτως ξεκάθαρη, και οι επεξηγήσεις σαφείς και λιτές. Πλην όμως, η έκθεση δεν ξεφεύγει από τα συνήθη προβλήματα παρόμοιων εκθέσεων: το όλο θέμα είναι λίγο ξεκομμένο από τον περιβάλλοντα χώρο. Αν δεν έχεις ιδέα δλδ από την ιστορία της Πόλης, δεν μαθαίνεις και πολλά πράγματα, απλώς βλέπεις πέτρες και αρχαία. Αν δεν ξέρεις ήδη τι είναι το εικονοστάσι, η σουλτανική τούγρα, τα μοναχικά χειρόγραφα, δεν έχεις καμία πιθανότητα να καταλάβεις σε τι χρησιμεύουν τα αντίστοιχα εκθέματα. Το δεύτερο σημείο που μου χτύπησε ως τρομερή προχειρότητα ήταν οι επεξηγηματικές ταμπέλες. Στον βωμό της απλότητας, θυσίαζαν ακόμα και την στοιχειωδέστερη ιστορία. Το 1453 λ.χ. πολεμούσαν οι Έλληνες τους Τούρκους. Ό,τι προσπαθούμε να καταργήσουμε στα σχολεία ως παιδαριώδες δλδ, το αναπαράγουν ιστορικοί που στήνουν τέτοιες εκθέσεις. Άλλο η απλοποίηση για το ευρύ κοινό κι άλλο η παραποίηση της ιστορίας.

Και αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο ήταν μια θεματική που επιγραφόταν «Η καθημερινή ζωή των Κων/λιτών» και αναφερόταν στον 18ο-19ο. Στη βιτρίνα είχε χειροποίητα πορσελάνινα σερβίτσια, κοσμηματοθήκες με πολύτιμους λίθους, κεντητά καφτάνια και άλλα αντίστοιχα εκθέματα. Σε ποιων ακριβώς την καθημερινή ζωή αναφερόταν η βιτρίνα (όπως και όλη η έκθεση άλλωστε) είναι σαφές. Της υψηλής κοινωνίας. Τι καταλαβαίνει όμως ο ανυποψίαστος επισκέπτης; Ότι όλη η Πόλη, από κτίσεως κόσμου μέχρι τον 19ο έτρωγε με χρυσά κουτάλια. Και αυτή η εικόνα είναι το μόνιμο θέμα των μουσείων, όχι μόνο του Grand Palais. Φεύγουμε όλοι με την εντύπωση ότι οι μεγάλες αυτοκρατορίες ορίζονται αποκλειστικά από τα πιο εντυπωσιακά έργα τέχνης, λες και κάνουμε επίδειξη του πιο περίλαμπρου δισκοπότηρου. Λες και το νόημα είναι να συγκρίνουμε το πιο περίτεχνο καλημαύχι με την πιο καλλιγραφική τούγρα. Αφήνουμε δλδ έξω από τη συζήτηση και την πολιτισμική παρουσίαση το 90% της κοινωνίας της κάθε εποχής. Προσοχή: το επιχείρημα δεν είναι καθόλου ότι πρέπει να αγνοήσουμε την υψηλή κουλτούρα της εκάστοτε άρχουσας τάξης, καθότι έτσι κι αλλιώς μας άφησε τα πιο έντονα ίχνη της εποχής. Μιας εποχής που δεν μπορούμε όμως να τη φανταστούμε διαφορετική, ούτε να την αναπαραστήσουμε μέσα από το πολύπλευρο πρίσμα των κοινωνικών και πολιτικών της αντιφάσεων.


Το μουσείο φυσικά και δεν πρωτοτυπεί με την επιλογή του αυτή. Το αντίθετο μάλιστα. Ακολουθεί την πεπατημένη των περισσότερων μουσείων του πλανήτη. Η επιλογή όμως της παρουσίασης των πιο αστραφτερών αντικειμένων δεν είναι ο μόνος πολιτισμός της κάθε εποχής. Μόνο που η τσακμακόπετρα (λέμε τώρα) ως το πιο κοινό χρηστικό εργαλείο μεταξύ του κόσμου, δεν ενδιαφέρει ούτε τους Τούρκους ούτε τους Ευρωπαίους σήμερα. Οι Τούρκοι αρέσκονται να παρουσιάζουν έναν πολιτισμό αντάξιο του ευρωπαϊκού, εμποτισμένου όμως με οριεντάλ στοιχεία που τον καθιστούν εξωτικό, και οι Ευρωπαίοι (οι Γάλλοι στην περίπτωση αυτή) διακατέχονται από την ίδια ανάγκη. Να «γνωρίσουν» έναν πολιτισμό που θα τους θαμπώσει από την πολυτέλεια και την υπερβολή, όπως ακριβώς προσμένουν όταν πάνε στις Βερσαλλίες, μόνο που τα μοτίβα του θα πρέπει να φέρουν τη σφραγίδα της Ανατολής για να τον αναγνωρίσουν και να τον εντάξουν στην ήδη υπάρχουσα εικόνα που έχουν γι’αυτόν: ένα σημείο αναφοράς που επιτρέπει στους μεν Ευρωπαίους να ορίσουν τη Δύση μέσα από αλλά και σε αντίθεση με την Ανατολή, στους δε Τούρκους να διεκδικήσουν την πατρότητα ενός μεγάλου πολιτισμού και να ξεφύγουν από τη ρετσινιά του φτωχού συγγενή των Ευρωπαίων. Και κατ’επέκταση να διεκδικήσουν μια θέση στην ΕΕ με (ψευδο)πολιτισμικά κριτήρια του χθες και όχι με την πολιτική βούληση του σήμερα.

Όλα αυτά είναι κατανοητά και μας επιτρέπουν να δούμε το πολιτικό εγχείρημα του παρόντος, που καθορίζει άλλωστε και την οπτική του παρελθόντος. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω με ποιον τρόπο ακριβώς οι σχετικές εκδηλώσεις "προσφέρουν σε όλους την ευκαιρία να γνωρίσουν καλύτερα τον πολιτισμό της Τουρκίας", σύμφωνα με τις δηλώσεις των αξιότιμων Προέδρων της Δημοκρατίας Τουρκίας και Γαλλίας. Σε ποιον πολιτισμό απ'όλους αναφέρονται;

18 Οκτ 2009

5 βασικές ιστορικές γνώσεις


Δεν κάνουν κάτι λίστες τα περιοδικά λαϊφστάιλ με τίτλους του τύπου «οι 10 ωραιότερες Ελληνίδες», «10 καυτές στάσεις στο σεξ», «666 πράγματα που πρέπει να κάνεις πριν γίνεις 30» κι άλλα τέτοια; Ε, εγώ ετοίμασα μια λίστα με τα πέντε βασικά πράγματα που πρέπει να ξέρει κάποιος για την Ιστορία γενικά και για τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία ειδικά.

Γιατί αυτό είναι, αγαπητοί συμπολίται, η βλακεία και η αμάθεια μάς έχουν περικυκλώσει! Ο ανεκδιήγητος αρχηγός εκείνου του γελοιωδέστατου κόμματος (βλ. στο τέλος της είδησης που θα βρείτε εδώ) μάς κάνει μάθημα ελληνικής ιστορίας! Όχι βέβαια ότι είναι η πρώτη φορά... Και το χειρότερο είναι ότι τα ίδια και χειρότερα ακούμε από παντού κι από τους πάντες, τα ίδια διδάσκονται τα έρμα τα παιδιά μας στο σχολείο – και συνήθως κι οι καθηγητές τους δεν ξέρουν κάτι άλλο (αν βάλεις φιλολόγους και παιδαγωγούς να διδάσκουν Ιστορία, χωρίς ούτε καν να τους παρέχεις ένα αξιοπρεπές βιβλίο, αυτό συμβαίνει βέβαια...). Και τα ίδια βέβαια ακούμε και διαβάζουμε να αναπαράγονται στις εφημερίδες, σε εκπομπές, στη λογοτεχνία (που τα τελευταία χρόνια τό’χει ρίξει πολύ στα ιστορικά μυθιστορήματα). Το τελευταίο που άκουσα είναι ότι το National Geographic δίνει στους αναγνώστες του την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρρηγόπουλου – έργο γραμμένο τον 19ο αιώνα, σπουδαίο για την εποχή του, αλλά γραμμένο ακριβώς με την ιστοριογραφική αντίληψη της εποχής του.


Το ταπεινό μας ιστολόγιο αποφάσισε λοιπόν να αναλάβει ρόλο παιδευτικό. Πέντε βασικά πράγματα, χρήσιμα για όλες τις περιστάσεις!


1. Η Ιστορία διδάσκει;

Όχι. Η Ιστορία μάς εξηγεί πώς φτάσαμε στο σημείο που φτάσαμε. Μαζί με άλλες επιστήμες (π.χ. κοινωνιολογία, ανθρωπολογία) προσπαθεί να δείξει πώς λειτουργεί η κοινωνία. Ούτε νουθετεί, ούτε μας δίνει «παραδείγματα» με τον τρόπο που τα εννοούσε η δασκάλα μας στο δημοτικό.


2. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Όχι. Μ’όλο τον σεβασμό στον Μαρξ, ούτε καν ως φάρσα. Μπορεί να ξανατεθεί ένα πρόβλημα που δεν είχε λυθεί οριστικά (όπως για παράδειγμα ξανατέθηκε το πρόβλημα των βαλκανικών εθνικισμών μετά το 1989), αλλά, ακόμα και σ’αυτή την περίπτωση, θα τεθεί με νέους όρους.


3. Υπάρχει συνέχεια στην ελληνική Ιστορία, ισχύει δηλαδή το σχήμα που διδασκόμαστε στο σχολείο, αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – σύγχρονη Ελλάδα;

Όχι. Το σχήμα αυτό δημιουργήθηκε στα μέσα-τέλη του 19ου αιώνα από δύο σπουδαίους ιστορικούς, τον Σπ. Ζαμπέλιο και τον Κων. Παπαρρηγόπουλου. Και ήταν σπουδαίοι ακριβώς επειδή έκαναν αυτό ακριβώς που επέτασσε η εποχή τους: έφτιαξαν μια εθνική ιστορία, στην οποία μπόρεσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να βασίσει την εσωτερική του ενότητα και τις βλέψεις του για ενσωμάτωση νέων εδαφών και πληθυσμών, δηλαδή τη Μεγάλη Ιδέα. Επομένως, σπουδαίος ο Παπαρρηγόπουλος, αλλά η μελέτη του αφορά πια μόνο τους ειδικούς. Αν θέλετε να πάρετε την έκδοση που προσφέρει το National Geographic για να την έχετε στη βιβλιοθήκη σας σαν κειμήλιο ή μουσειακό είδος, πάρτε τη. Αλλά μην περιμένετε να μάθετε απ’αυτή την ελληνική Ιστορία.


4. Έπαιξε ρόλο η Εκκλησία στην «εθνική παλιγγενεσία»;

Όχι. Για την ακρίβεια, ακόμα κι η ερώτηση αυτή είναι λανθασμένη. «Εθνική παλιγγενεσία» (αναγέννηση του έθνους δηλαδή) δεν υπάρχει, για τον απλό λόγο ότι το έθνος είναι φαινόμενο του 18ου – 19ου αιώνα. Πιο πριν δεν υπήρχε, άρα ούτε να «ξαναγεννηθεί» μπορούσε, ούτε να «αφυπνιστεί». Η Εκκλησία δεν υπήρξε θεματοφύλακας του έθνους, γιατί έθνος με τη σύγχρονη έννοια δεν υπήρχε. Βοήθησε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, σίγουρα, όπως και της χριστιανικής πίστης, αλλά μέχρι εκεί. Η προετοιμασία για την Επανάσταση του 1821 (Διαφωτισμός, Φιλική Εταιρεία...) και η Επανάσταση έγιναν από λαϊκούς (λόγιους, εμπόρους...), μερικοί μάλιστα από τους οποίους ήταν αντικληρικαλιστές (ενάντια στο παπαδαριό σε απλά ελληνικά), όπως φαίνεται π.χ. από την «Ελληνική Νομαρχία» κι άλλα έργα του νεοελληνικού Διαφωτισμού και από τα επαναστατικά Συντάγματα. Άνθρωποι του κατώτερου κλήρου (δηλαδή ο παπα-Γιώργος που μένει εδώ πιο κάτω κι ο διάκος του) έλαβαν μέρος, αλλά μόνον ατομικά. Η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση – Εκκλησία ήταν, φύσει και θέσει συντηρητικός θεσμός, και δεν έβλεπε με καλό μάτι τις ριζοσπαστικές αλλαγές (και τα έβρισκε και μια χαρά με την οθωμανική εξουσία). Είναι επίσης γνωστό και τεκμηριωμένο ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρχε κι ούτε ορκίστηκαν οι οπλαρχηγοί στην Αγ. Λαύρα. Αφήστε δε που η Επανάσταση δεν έγινε στις 25 Μαρτίου αλλά στις 20 – διάλεξαν να τη γιορτάζουν στις 25 για να είναι 2 σε 1 με τον Ευαγγελισμό, όταν πια το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με την εκκλησία. Αυτοί δε οι μύθοι περί ρόλου της Εκκλησίας μάς ήρθαν πακέτο με την εθνική ιστοριογραφία (βλ. πιο πάνω, Παπαρρηγόπουλος), για να υποστηριχθεί η Μεγάλη Ιδέα: αν αποδεικνυόταν ότι Έλληνες=Χριστιανοί, τότε και Χριστιανοί=Έλληνες, άρα Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπόκοοι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας = αλύτρωτοι Έλληνες, επομένως δώστε μας τη Σμύρνη και την Πόλη! [ορίστε! ωραιότατη εξίσωση! απορώ γιατί έπαιρνα 3 στην Άλγεβρα...]


5. Εξελίσσεται η επιστήμη της Ιστορίας;

Ναι. Λογικό είναι να πει κάποιος «τι διαφορά έχει αν θα διαβάσω τον Παπαρρηγόπουλο ή κάποιο πιο καινούριο βιβλίο ελληνικής Ιστορίας; Τα ίδια δεν θα λένε; Αφού δεν άλλαξαν τα γεγονότα εντωμεταξύ.» Σύμφωνοι, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Βγαίνουν όμως στην επιφάνεια καινούρια στοιχεία για τα γεγονότα, και κυρίως αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε και τα εντάσσουμε σ’ένα σύνολο για να τα νοηματοδοτήσουμε. Ένα βιβλίο με ξεπερασμένη ιστοριογραφική αντίληψη αποτελεί πια το ίδιο Ιστορία, δεν χρησιμεύει παρά μόνο στους ιστορικούς, κι ακόμα και σ’αυτούς μέχρι ένα σημείο. Ο ιστορικός πρέπει να ξέρει ιστοριογραφία (που μας λέει πώς γράφεται η Ιστορία και πώς καταλάβαιναν κι έγραφαν την Ιστορία παλιότερα). Αν όμως δεν το απαιτεί για πολύ ειδικούς λόγους το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνάς του, δεν χρειάζεται να κάτσει να διαβάσει όλο τον Παπαρρηγόπουλο. Θα καθόταν σήμερα κάποιος να μάθει Μαθηματικά ή Φυσική από ένα βιβλίο του 19ου αιώνα; Δεν νομίζω, γιατί αν και οι βάσεις (κι εννοώ τα εντελώς βασικά, π.χ. ο νόμος της βαρύτητας) είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (και δεν έχουν αλλάξει βέβαια), ένα απαρχαιωμένο βιβλίο και δεν θα τα παρουσιάζει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο και δεν θα περιλαμβάνει τις πιο καινούριες γνώσεις. Δεν θέλω να υπερβάλω, αλλά ένα παρωχημένο βιβλίο Ιστόριας μού φαίνεται ότι κινδυνεύει να στραβώσει ακόμα περισσότερο αυτούς που θα προσπαθήσουν να μάθουν Ιστορία, απ'ό,τι ένα παλιό βιβλίο Μαθηματικών.


Αυτά λοιπόν. Όποιος σάς πει οτιδήποτε άλλο, μην τον ακούτε! Αντιτάξτε του αυτές τις πέντε απλές αλήθειες και επικαλεστείτε με: «τα διάβασα στο ίντερνετ, από το κουπέπι, που είναι πολύ καλή κοπέλα και μορφωμένη – φαίνεται!» (Κι αν τον πείσετε να μου το πείτε...) Κι όσοι έχετε παιδιά, κολλήστε τη λίστα πάνω στο ψυγείο να τη βλέπει, μπας και σωθεί το σπάχνο σας από την πλύση εγκεφάλου του σχολείου!


Μπόνους τρακ: 2 τίτλοι (εντελώς ενδεικτικά) για τον ελληνικό 19ο αιώνα:

Αλέξης Πολίτης, Ρομαντικά Χρόνια. Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων, Αθήνα 2003 (3η έκδοση)

Έλλη Σκοπετέα, Το Πρότυπο Βασίλειο και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988


Κι ένα για τη σχέση κράτους - εκκλησίας (έχει κι ένα ιστορικό κομμάτι, οπότε ενδείκνυται για όσους θέλουν να καταλάβουν τα βασικά πράγματα, αλλά βαριούνται τα βιβλία Ιστορίας):

Αντώνης Μανιτάκης, Οι Σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος-έθνος. Στη Σκιά των Ταυτοτήτων, Νεφέλη, Αθήνα 2000