
Το Βαλς με τον Μπασίρ (εδώ η ιστοσελίδα της ταινίας) είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλογυρισμένη ταινία που ως υλικά συνδυάζει τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα (οι συνεντεύξεις που παρουσιάζονται είναι αληθινές) και ως στυλ γραφής τα κινούμενα σχέδια με το ντοκυμαντέρ.
Η ταινία πραγματεύεται ένα επεισόδιο του εμφυλίου στον Λίβανο (αλήθεια, μπορούμε να αποκαλούμε «εμφύλιο» έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων / κοινοτήτων που πολέμησαν ακριβώς επειδή δεν δέχονται ότι ανήκουν στην ίδια «φυλή», το ίδιο έθνος; Ίσως ο όρος civil war / guerre civile να είναι πιο κατάλληλος): τη σφαγή στους προσφυγικούς καταυλισμούς Παλαιστινιών στη Σάμπρα και τη Σατίλα.
Η σφαγή διαπράχθηκε από τους Φαλλαγγίτες (ένοπλη οργάνωση των Χριστιανών Λιβανέζων υπό την ηγεσία του Μπασίρ Τζεμαγιέλ), αν και το τι ακριβώς συμβαίνει και από ποιον δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρο στην ταινία. Εδώ εντοπίζεται κι ένα βασικό πρόβλημα της ταινίας: δεν προσφέρει αρκετά στοιχεία για να καταλάβει ο (πιθανώς μη κατατοπισμένος για τα γεγονότα) θεατής τι ακριβώς συμβαίνει, ποιος σκοτώνει ποιον και γιατί.
Αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό αν σκεφτούμε ότι η σφαγή διαπράχθηκε με τη στήριξη και μόνο των Ισραηλινών στρατευμάτων. Ούτε κουβέντα στην ταινία για τον βρώμικο ρόλο του Ισραήλ συνολικά στον πολέμο του Λιβάνου, ούτε βέβαια για εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από το ίδιο το Ισραήλ... Δεν θα σταθώ στο γεγονός ότι μια τέτοιου είδους κριτική στο Ισραήλ (δηλ. χωρίς αναφορά στα δικά του εγκλήματα) είναι σχετικά εύκολη (βλ. σχετικό άρθρο του Εβραίου διανοούμενου Gilad Atzmon). Δέχομαι άλλωστε ότι σε μια ταινία δεν είναι εύκολο να αναλυθεί πλήρως ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό που μ’ενδιαφέρει πιο πολύ είναι αυτό καθαυτό το ότι τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται ξεκάθαρα και δεν εντάσσονται στο πλαίσιό τους.
Ο Φόλμαν επιλέγει να εξετάσει το θέμα του ψυχαναλυτικά, από τη σκοπιά της μνήμης, σκοπιά από την οποία όλοι είναι αθώα θύματα του πολέμου: οι Παλαιστίνιοι που σφαγιάστηκαν και οι αδαείς νεαροί Ισραηλινοί στρατιώτες που συμμετείχαν στη σφαγή (ή, για να το τονίσουμε ακόμα μια φορά, έμειναν θεατές στη σφαγή που διέπρεξε μια οργάνωση σύμμαχος της χώρας τους) και βασανίζονται από τύψεις. Δεν αντιλέγω ότι όλοι – και οι στρατιώτες ενίοτε – είναι θύματα του πολέμου. Ωστόσο, ένας πόλεμος δεν έχει μόνο θύματα, έχει και θύτες, ή πιο σωστά υπεύθυνους: ποιος λοιπόν είναι υπεύθυνος για τη σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα; Ποιος είναι υπεύθυνος για τον πόλεμο συνολικά; (Η πολιτική του Ισραήλ, μεταξύ άλλων...)
Σ’αυτό το σημείο η ταινία επιλέγει να σιωπήσει. Όχι απλώς βασίζεται σε μια ψυχαναλυτική (και διόλου πολιτική) ματιά, άλλα ξεκινά από τον εφιάλτη ενός Ισραηλινού στρατιώτη που συμμετείχε (ως θεατής, να το επαναλάβουμε) στη σφαγή. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ενδεικτικό και χαρακτηρίζει ολόκληρη την ταινία: ο εφιάλτης είναι κατ’εξοχήν πεδίο του παραλόγου. Σ’έναν εφιάλτη νιώθουμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν μπορούμε να καταλάβουμε και να ελέγξουμε. Δεν ξέρουμε πώς βρεθήκαμε σ’αυτό το τρομακτικό σκηνικό και γιατί. Και δεν ξέρουμε και πώς να ξεφύγουμε από αυτό.
Ε, λοιπόν, αυτό περίπου μας λέει ο Φόλμαν: ο πόλεμος είναι ένας εφιάλτης στον οποίο μπλεκόμαστε παρά τη θέλησή μας και δεν μπορούμε να απεμπλακούμε. Σύμφωνοι. Ειδικά αν σκεφτούμε πώς ολόκληροι λαοί έχουν εμπλακεί σε πολέμους και πώς έχουν παραμείνει εγκλωβισμένοι σ’αυτούς από τον φαύλο κύκλο του αίματος. Πολύ ωραία όλα αυτά, και η ταινία – η οποία περιλαμβάνει εξαιρετικά δυνατές σκηνές – τα παρουσιάζει με άψογο καλλιτεχνικά τρόπο. Ακόμα όμως κι οι σκηνές του τέλους (πραγματικό οπτικό υλικό από κατεστραμμένους παλαιστινιακούς οικισμούς), χωρίς μια στοιχειώδη πολιτική ανάγνωση μένουν μετέωρες: ποιος οδήγησε σ’αυτή την καταστροφή; Ο ουδέτερος, απρόσωπος, χιλιοειπωμένος «παραλογισμός του πολέμου»;
Ένα τέτοιου είδος αντιπολεμικό μήνυμα θυμίζει κατά τη γνώμη μου αφελή παιδικά τραγουδάκια («Αν όλα τα παιδιά της γης πιάναν γερά τα χέρια...»). Δεν μας βοηθά ούτε να καταλάβουμε ούτε να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε τον πόλεμο: μένει στην ηθική καταδίκη του. Αν όμως θέλουμε να εναντιωθούμε στον πόλεμο θα πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από την ηθική καταδίκη του. Να πάψουμε (και όσοι εμπλέκονται άμεσα και εμείς οι εκ του ασφαλούς θεατές) να είμαστε απλώς θύματα και να διεκδικήσουμε μια πολιτική λύση, ξεκινώντας από το να καταλάβουμε τον πόλεμο: τι (και ποιοι, αλλά κυρίως τι) οδήγησε στον πόλεμο.
Εν ολίγοις, πολύ καλή ταινία το Βαλς με τον Μπασίρ: καλλιτεχνικά άψογη, δίνει τροφή για προβληματισμό. Ωστόσο δεν είναι ούτε ουσιαστικά αντιπολεμική ούτε βεβαίως και πολιτική ταινία.
Πραγματικά αντιπολεμικές και πολιτικές είναι οι φωνές άλλων Εβραίων διανοούμενων, όπως αυτές του ιστορικού Ilan Pappé (εδώ η ιστοσελίδα του), του ποιητή Jonathan Geffen (εδώ) ή του μαέστρου Daniel Barenboim (εδώ σχετικό ποστ της krotkat).
Για περαιτέρω προβληματισμό υπάρχει η συνέντευξη του Λιβανέζου καθηγητή Gilbert Achcar (ο οποίος χαρακτηρίζει το Βαλς με τον Μπασίρ «πολιτικά ύποπτο») και η ιστοσελίδα του πολυγραφότατου Λιβανέζου διανοούμενου Georges Corm.
Η ταινία πραγματεύεται ένα επεισόδιο του εμφυλίου στον Λίβανο (αλήθεια, μπορούμε να αποκαλούμε «εμφύλιο» έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων / κοινοτήτων που πολέμησαν ακριβώς επειδή δεν δέχονται ότι ανήκουν στην ίδια «φυλή», το ίδιο έθνος; Ίσως ο όρος civil war / guerre civile να είναι πιο κατάλληλος): τη σφαγή στους προσφυγικούς καταυλισμούς Παλαιστινιών στη Σάμπρα και τη Σατίλα.
Η σφαγή διαπράχθηκε από τους Φαλλαγγίτες (ένοπλη οργάνωση των Χριστιανών Λιβανέζων υπό την ηγεσία του Μπασίρ Τζεμαγιέλ), αν και το τι ακριβώς συμβαίνει και από ποιον δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρο στην ταινία. Εδώ εντοπίζεται κι ένα βασικό πρόβλημα της ταινίας: δεν προσφέρει αρκετά στοιχεία για να καταλάβει ο (πιθανώς μη κατατοπισμένος για τα γεγονότα) θεατής τι ακριβώς συμβαίνει, ποιος σκοτώνει ποιον και γιατί.
Αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό αν σκεφτούμε ότι η σφαγή διαπράχθηκε με τη στήριξη και μόνο των Ισραηλινών στρατευμάτων. Ούτε κουβέντα στην ταινία για τον βρώμικο ρόλο του Ισραήλ συνολικά στον πολέμο του Λιβάνου, ούτε βέβαια για εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από το ίδιο το Ισραήλ... Δεν θα σταθώ στο γεγονός ότι μια τέτοιου είδους κριτική στο Ισραήλ (δηλ. χωρίς αναφορά στα δικά του εγκλήματα) είναι σχετικά εύκολη (βλ. σχετικό άρθρο του Εβραίου διανοούμενου Gilad Atzmon). Δέχομαι άλλωστε ότι σε μια ταινία δεν είναι εύκολο να αναλυθεί πλήρως ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό που μ’ενδιαφέρει πιο πολύ είναι αυτό καθαυτό το ότι τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται ξεκάθαρα και δεν εντάσσονται στο πλαίσιό τους.
Ο Φόλμαν επιλέγει να εξετάσει το θέμα του ψυχαναλυτικά, από τη σκοπιά της μνήμης, σκοπιά από την οποία όλοι είναι αθώα θύματα του πολέμου: οι Παλαιστίνιοι που σφαγιάστηκαν και οι αδαείς νεαροί Ισραηλινοί στρατιώτες που συμμετείχαν στη σφαγή (ή, για να το τονίσουμε ακόμα μια φορά, έμειναν θεατές στη σφαγή που διέπρεξε μια οργάνωση σύμμαχος της χώρας τους) και βασανίζονται από τύψεις. Δεν αντιλέγω ότι όλοι – και οι στρατιώτες ενίοτε – είναι θύματα του πολέμου. Ωστόσο, ένας πόλεμος δεν έχει μόνο θύματα, έχει και θύτες, ή πιο σωστά υπεύθυνους: ποιος λοιπόν είναι υπεύθυνος για τη σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα; Ποιος είναι υπεύθυνος για τον πόλεμο συνολικά; (Η πολιτική του Ισραήλ, μεταξύ άλλων...)
Σ’αυτό το σημείο η ταινία επιλέγει να σιωπήσει. Όχι απλώς βασίζεται σε μια ψυχαναλυτική (και διόλου πολιτική) ματιά, άλλα ξεκινά από τον εφιάλτη ενός Ισραηλινού στρατιώτη που συμμετείχε (ως θεατής, να το επαναλάβουμε) στη σφαγή. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ενδεικτικό και χαρακτηρίζει ολόκληρη την ταινία: ο εφιάλτης είναι κατ’εξοχήν πεδίο του παραλόγου. Σ’έναν εφιάλτη νιώθουμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν μπορούμε να καταλάβουμε και να ελέγξουμε. Δεν ξέρουμε πώς βρεθήκαμε σ’αυτό το τρομακτικό σκηνικό και γιατί. Και δεν ξέρουμε και πώς να ξεφύγουμε από αυτό.
Ε, λοιπόν, αυτό περίπου μας λέει ο Φόλμαν: ο πόλεμος είναι ένας εφιάλτης στον οποίο μπλεκόμαστε παρά τη θέλησή μας και δεν μπορούμε να απεμπλακούμε. Σύμφωνοι. Ειδικά αν σκεφτούμε πώς ολόκληροι λαοί έχουν εμπλακεί σε πολέμους και πώς έχουν παραμείνει εγκλωβισμένοι σ’αυτούς από τον φαύλο κύκλο του αίματος. Πολύ ωραία όλα αυτά, και η ταινία – η οποία περιλαμβάνει εξαιρετικά δυνατές σκηνές – τα παρουσιάζει με άψογο καλλιτεχνικά τρόπο. Ακόμα όμως κι οι σκηνές του τέλους (πραγματικό οπτικό υλικό από κατεστραμμένους παλαιστινιακούς οικισμούς), χωρίς μια στοιχειώδη πολιτική ανάγνωση μένουν μετέωρες: ποιος οδήγησε σ’αυτή την καταστροφή; Ο ουδέτερος, απρόσωπος, χιλιοειπωμένος «παραλογισμός του πολέμου»;
Ένα τέτοιου είδος αντιπολεμικό μήνυμα θυμίζει κατά τη γνώμη μου αφελή παιδικά τραγουδάκια («Αν όλα τα παιδιά της γης πιάναν γερά τα χέρια...»). Δεν μας βοηθά ούτε να καταλάβουμε ούτε να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε τον πόλεμο: μένει στην ηθική καταδίκη του. Αν όμως θέλουμε να εναντιωθούμε στον πόλεμο θα πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από την ηθική καταδίκη του. Να πάψουμε (και όσοι εμπλέκονται άμεσα και εμείς οι εκ του ασφαλούς θεατές) να είμαστε απλώς θύματα και να διεκδικήσουμε μια πολιτική λύση, ξεκινώντας από το να καταλάβουμε τον πόλεμο: τι (και ποιοι, αλλά κυρίως τι) οδήγησε στον πόλεμο.
Εν ολίγοις, πολύ καλή ταινία το Βαλς με τον Μπασίρ: καλλιτεχνικά άψογη, δίνει τροφή για προβληματισμό. Ωστόσο δεν είναι ούτε ουσιαστικά αντιπολεμική ούτε βεβαίως και πολιτική ταινία.
Πραγματικά αντιπολεμικές και πολιτικές είναι οι φωνές άλλων Εβραίων διανοούμενων, όπως αυτές του ιστορικού Ilan Pappé (εδώ η ιστοσελίδα του), του ποιητή Jonathan Geffen (εδώ) ή του μαέστρου Daniel Barenboim (εδώ σχετικό ποστ της krotkat).
Για περαιτέρω προβληματισμό υπάρχει η συνέντευξη του Λιβανέζου καθηγητή Gilbert Achcar (ο οποίος χαρακτηρίζει το Βαλς με τον Μπασίρ «πολιτικά ύποπτο») και η ιστοσελίδα του πολυγραφότατου Λιβανέζου διανοούμενου Georges Corm.