Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρτος και θεάματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρτος και θεάματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιουλ 2011

Milch

Για την Αυστρία που έζησα τις τελευταίες δυο βδομάδες μπορώ να γράψω πολλά, ενδιαφέροντα, προσωπικά, γελαδερά, ιστορικά. Δεν θα το κάνω. Όχι γιατί βαριέμαι αλλά γιατί θέλω να μοιραστώ μόνο την πιο έντονη ανάμνηση από το Γκρατς με την επονομασία Milch. Το βίντεο δεν είναι φυσικά από το Γκρατς, έχει όμως τον καλύτερο ήχο που βρήκα στο γιουτούμπι. Πρόκειται για απόσπασμα από το μιούζικαλ Elisabeth. Ακολουθούν οι στίχοι γερμανιστί (δε θέλω γκρίνιες για το αμετάφραστο, είναι τουλάχιστον hochdeutsch, σε αντίθεση με αυτό που υπέστην δυο βδομάδες).



FRAUEN:
Wann gibt’s endlich Milch?
Warum wird uns nicht aufgemacht?

LUCHENI:
Heute keine Lieferung!

MÄNNER:
Wieder umsonst.
Die Kanne leer, wie so oft.
Umsonst gefrorn und gehofft, die halbe Nacht.

MENGE:
Jemand belügt uns.
Jemand betrügt uns.
Jemand hält uns für dumm.
Wir müssen hungern,
andere lungern
in den Palästen rum...
Schluss!


LUCHENI:
Wollt ihr wissen, wer die Milch euch nimmt?

MENGE:
Sag wer?

LUCHENI:
Die ganze Milch ist nur für sie bestimmt!

MENGE:
Für wen?

LUCHENI:
Für eure Kaiserin! Sie braucht sie für...

MENGE:
Für was?

LUCHENI:
... ihr Bad!

MENGE:
Was?

LUCHENI:
Ja!

FRAUEN:
Was für ein Skandal!

LUCHENI:
Ein Skandal!

FRAUEN:
Das hätt’ ich nie von ihr geglaubt!

LUCHENI:
Das hättet ihr nie von ihr geglaubt!

MÄNNER:
Kinder sterben, weil’s keine Milch gibt für sie...

LUCHENI:
Keine Milch für die Kinder!

MÄNNER:
... während sie badet darin...

LUCHENI:
Sie badet darin!

MÄNNER:
... und uns beraubt!

MENGE:
Was nützt das Klagen,
man muss verjagen,
die uns ins Unglück führ’n!

LUCHENI:
Verjagt, die euch ins Unglück führ’n!

MENGE:
Weg mit den Drohnen,
die uns nicht schonen –
Lasst sie die Volkswut spür’n!

LUCHENI:
Lass sie die Volkswut spür’n!

MENGE:
Schluss!

LUCHENI:
Wollt ihr hören, was die Kaiserin quält?

MENGE:
Sag, was?

LUCHENI:
Wenn sie in ihrem Kamm die Haare zählt,...

MENGE:
Wie das?

LUCHENI:
... weint sie vor Kummer,
denn sie trauert um...

MENGE:
Um was?

LUCHENI:
... ihr Haar!

MENGE:
Was?

LUCHENI:
Ja!

MENGE:
Zeit, sich zu wehren!

LUCHENI:
Höchste Zeit!

MENGE:
Wir woll’n sie lehren...

LUCHENI:
Wir woll’n sie lehren!

MENGE:
... dass man uns nicht verlacht.

LUCHENI:
Lasst euch nicht mehr verhöhnen!

MENGE:
Brot für die Armen!
Recht statt Erbarmen!
Nieder mit jeder Macht!

LUCHENI:
Freiheit für das Volk!

MENGE & LUCHENI:
Brüder seid bereit,
es ist soweit!
Schluss mit dem Leid! Sagt ja!
Die neue Zeit ist da!

13 Δεκ 2009

Ν.Ε.Κ. (Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος)


Ένα μικρό σχόλιο για 2 ελληνικές ταινίες που είδα φέτος, τη Στρέλλα του Πάνου Κούτρα και τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου. Οι ταινίες δεν σχετίζονται μεταξύ τους επουδενί και δεν πρόκειται να επιδοθώ σε κινηματογραφική κριτική εδώ. Κάποια πράγματα όμως θέλω να επισημάνω:


Α) Πρόκειται για την τελευταία δουλειά νεότατων σκηνοθετών, με άποψη, ιδιαίτερη ματιά στη ζωή και ενδιαφέρουσες θεματικές.


Β) Είναι και οι δύο low budget, ειδικά η Στρέλλα έγινε με δανεικά και με αρωγή φίλων και συγγενών. Το ελληνικό κράτος τής αρνήθηκε χρηματοδότηση με την αιτιολογία ότι το θέμα είναι περιορισμένο και δεν πρόκειται να αγγίξει το ευρύ κοινό. Το θέμα της ταινίας είναι η περιθωριακή ομάδα των τρανσέξουαλ στην Ελλάδα και δευτερευόντως οι αποφυλακισμένοι.


Γ) Επιλέχθηκαν και οι 2 για συμμετοχή σε διεθνή φεστιβάλ, στο Βερολίνο η μία, στις Κάννες η άλλη. Εντυπωσίασαν και στα 2 με τη συνοχή και τις έξοχες ερμηνείες είτε παγκοσμίως άγνωστων ηθοποιών είτε μη ηθοποιών. Η τρανσέξουαλ στη Στρέλλα είναι απλώς...τρανσέξουαλ και εμφανίζεται πρώτη φορά.


Δ) Με έκπληξη, με συγκίνηση σχεδόν διαπίστωσα ότι η διανομή τους εξασφαλίστηκε πρώτα στη Γαλλία και μετά στην Ελλάδα. Πρώτη φορά είδα σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο στο εξωτερικό, όχι στο πλαίσιο κάποιου φεστιβάλ, αλλά σε εμπορικούς κινηματογράφους, αντίστοιχους των village στην Ελλάδα. Μέχρι τώρα τον ελληνικό κινηματογράφο στο εξωτερικό τον είχαν εργολαβία ο Αγγελόπουλος και ο Γαβράς.


Ε) Πρώτη φορά πήγα με φίλους ξένους να τις δω και δεν ντράπηκα όταν βγήκαμε απ’την αίθουσα. Την τελευταία φορά που το αποτόλμησα ήταν με το «Λιβάδι που δακρύζει», και ο τότε συνοδός μου ακόμη το θυμάται ως τραυματική εμπειρία. Κι εγώ επίσης.


Ένα τελευταίο σχόλιο. Καμία από τις 2 ταινίες δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε αριστούργημα. Εμένα προσωπικά αυτό δε μου λέει τίποτα. Όπως κι από την άλλη πλευρά, τίποτα δε μου λένε οι διθυραμβικές κριτικές στον διεθνή τύπο. Τους ίδιους διθυράμβους γράφουν κάθε φορά και για τον Αγγελόπουλο και κλαίμε τα λεφτά μας (ναι κ2, το ξέρω ότι διαφωνείς). Χρόνια είχα να δω κάτι φρεσκο και αξιοπρεπές ταυτόχρονα, πέρα από τη μίζερη, εσωτερική αναζήτηση πλαστικών ηρώων που βγάζουν κάτι δήθεν ψαγμένο απλώς και μόνο γιατί είναι μίζεροι. Ή ακόμα χειρότερα, ταινίες που υμνούν οι κριτικοί γιατί είναι ακατάληπτες, άρα δεν μπορεί, κάτι θα θέλουν να μας πουν. Οι σκηνοθέτες αυτοί ξαναβγάζουν τον ελληνικό κινηματογράφο απ’την αφάνεια δυναμικά, ασχολούνται με θέματα που, αν και μπορεί να ξενίζουν το ευρύ κοινό, δεν το αφήνουν αδιάφορο. Και το κυριότερο: έχουν αρχή, μέση και τέλος, χωρίς όμως να επιβάλλουν στον θεατή την άποψή τους ή να τον κολλάνε στον τοίχο με την κοσμοθεωρία τους.


Μήπως ήρθε ο καιρός να μιλήσουμε για (ανα)γέννηση του ελληνικού κινηματογράφου;

1 Οκτ 2009

H μαγική βραδιά


Άλλο ποστ είχα ξεκινήσει να γράφω στο τιμημένο τούτο βλογ, άλλο θα αναρτήσω τελικά. Μετά τον άρτο, τα θεάματα. Δεν μπορώ να μη μιλήσω για την εξαιρετική παράσταση που είδα χθες βράδυ στο θέατρο του Chatelet: ήταν ο Μαγικός Αυλός του Μότσαρτ. Σιγά τα ωά, θα μου πείτε. Ένας μουρλός που περιφέρεται ασκόπως, ερωτεύεται από φωτογραφία μια χαζοχαρούμενη πριγκήπισσα, και μετά από πολλές κατάρες, μάγισσες και ξωτικά, βασίλισσες της νύχτας, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς νυσταλέα. Και όμως, αυτό το σενάριο για γέλια, όπως αυτό που έχουν δλδ οι περισσότερες όπερες του 18ου, μεταμορφώθηκε με την αξιοσημείωτη σκηνοθεσία του Jean-Paul Scarpitta, η οποία επέτρεψε στους τραγουδιστές να αναδείξουν το πραγματικά εντυπωσιακό εύρος της φωνής τους και στους θεατές να συγκεντρωθούν σ’αυτό. Για μια γεύση, εδώ.

Την υπόθεση την ήξερα, τη μουσική επίσης. Όχι τόσο λόγω κλασικής παιδείας (πόρρω απείχα στα νιάτα μου), αλλά γιατί πρόκειται για όπερα για αρχάριους, ιδιότητα η οποία με οδήγησε να δω την ίδια ακριβώς όπερα πριν χρόνια στο Βερολίνο. Τότε όμως είδα μια κλασική όπερα, με τα μεγαλοπρεπή της σκηνικά, τους πολυελαίους της, τα φαντασμαγορικά της κοστούμια και ό,τι άλλο συνεπάγεται μια υπερπαραγωγή (η Ζωζώ Σαπουντζάκη στην κορυφή έλειπε μόνο, αλλά τους συγχώρεσα γιατί είχε όλα τα υπόλοιπα). Χθες είδα μια παράσταση μίνιμαλ. Μέχρι χθες ήμουν φαν του είδους σε άλλες εκφάνσεις του: στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στη διακόσμηση εσωτερικών χώρων. Από χθες είμαι του μίνιμαλ και στην όπερα. Εντάξει, δεν ξέρω αν η μίνιμαλ σκηνοθεσία μπορεί να έχει καθολική ισχύ στο συγκεκριμένο θέμα, αυτό που είδα πάντως με ενθουσίασε. Πομπώδη ήταν μόνο κάποια κοστούμια, εντελώς επιλεκτικά και όχι των πρωταγωνιστών, η σκηνή είχε τη λιγότερα δυνατή διακόσμηση, κάποια σκηνοθετικά ευρήματα όπως ο αυλός που ίπταται και οι τρεις νεαροί βοηθοί του Ταμίνο που εμφανίζονται μόνο πάνω σε μια κούνια, δημιουργούσαν επαρκώς την αίσθηση του ονειρικού και του παραμυθιού, χωρίς να χρειάζονται σκηνικά με πούλιες και πλουμίδια. Ακόμη και ο διακριτικός φωτισμός βοηθούσε, αν και αυτό είναι το μόνο σημείο που με βρίσκει κάπως αντίθετη: σε έντονες σκηνές όπως η τελευταία, δεν χρησίμευε σε τίποτα η μονότονη παρουσία ενός μόνο προβολέα. Εκεί θα ήθελα Licht, mehr Licht, που έλεγε κι ο Γκαίτε.


Έτερο ευφάνταστο και ιδιαίτερα βολικό σκηνοθετικό εύρημα ήταν δύο ηθποποιοί-αφηγητές, οι οποίοι «έδεναν» πολύ χαριτωμένα κάποιες σκηνές για τον όχι και τόσο διαβασμένο θεατή. Το ότι μιλούσαν γαλλικά ξεκούραζε κάπως το μάτι από τους αντιπαθείς πλην απαραίτητους υπέρτιτλους.

Το τελευταίο που με ενθουσίασε, μπορώ να πω, ήταν η φύση της παράστασης. Δεν επρόκειτο για κανονική παράσταση, αλλά για πρόβα τζενεράλε. Εδώ υπάρχει το εξής ωραίο έθιμο: η πρόβα τζενεράλε μοιάζει με συμβατική παράσταση αλλά δεν είναι: οι τραγουδιστές εμφανίζονται κανονικά με τα κοστούμια τους, τα σκηνικά είναι όλα στημένα, οι μουσικοί παίζουν κανονικά (μόνο που δεν είναι ντυμένοι επίσημα), αλλά το θέαμα παραμένει ανοιχτό στο κοινό, με μειωμένα ή/και δωρεάν εισιτήρια, χωρίς αριθμημένες θέσεις, και με την πιθανότητα να διακόψει είτε ο μαέστρος είτε ο σκηνοθέτης όπου έχει παρατηρήσεις. Οι τραγουδιστές δε, έχουν δικαίωμα να μην εξαντλούν τα όρια της φωνής τους, αν υπάρχει λόγος. Αυτό έγινε και χθες. Ένα από τους πρωταγωνιστές δήλωσε κρυωμένος και τραγούδησε ελαφρώς πιο χαμηλόφωνα απ’οσο στην κανονική παράσταση.

Το πιο ωραίο όμως ήταν στην αρχή, όταν εκατοντάδες άνθρωποι, με τα καλά τους, διάφοροι φρεσκοσιδερωμένοι μεσήλικες και φτιασιδωμένες κυριούλες (αντιμετωπίζεται σαν κανονική παράσταση είπαμε), έτρεχαν αλλόφρονες να προλάβουν μια θέση λες και βρίσκονταν σε αστικό λεωφορείο που αναχωρεί! Αυτό το θέαμα με ενθουσίασε. Εκατοντάδες άνθρωποι να τρέχουν μέσα στο υπερπολυτελές θέατρο, σαν παιδιά που κυνηγιούνται και επιτέλους παύουν να παίρνουν τον χώρο και τον ρόλο τους στα σοβαρά. Και στη διάρκεια του έργου φάνηκε αυτό. Αυθόρμητα χειροκροτήματα και επευφημίες στις καλές ερμηνείες, γέλια τρανταχτά στις αστείες και μια αίσθηση γενικής συμμετοχής. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι θα ήταν και τα λαϊκό κοινό στο οποίο απευθυνόταν η όπερα τον 18ο. Αυθόρμητοι άνθρωποι που πήγαιναν στην όπερα για να διασκεδάσουν, ακόμα και για να τραγουδήσουν, όχι για να υποφέρουν από τρεις ώρες πλήρους ακινησίας και αλαλίας. Μπορεί λοιπόν η κλασική μουσική να βιωθεί και λίγο πιο εναλλακτικά, κι αυτή την προσέγγιση την οφείλω στην χθεσινή παράσταση.