25 Ιαν 2009

Βαλς με τον Μπασίρ: μια αντιπολεμική ταινία;


Το Βαλς με τον Μπασίρ (εδώ η ιστοσελίδα της ταινίας) είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλογυρισμένη ταινία που ως υλικά συνδυάζει τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα (οι συνεντεύξεις που παρουσιάζονται είναι αληθινές) και ως στυλ γραφής τα κινούμενα σχέδια με το ντοκυμαντέρ.

Η ταινία πραγματεύεται ένα επεισόδιο του εμφυλίου στον Λίβανο (αλήθεια, μπορούμε να αποκαλούμε «εμφύλιο» έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων / κοινοτήτων που πολέμησαν ακριβώς επειδή δεν δέχονται ότι ανήκουν στην ίδια «φυλή», το ίδιο έθνος; Ίσως ο όρος civil war / guerre civile να είναι πιο κατάλληλος): τη σφαγή στους προσφυγικούς καταυλισμούς Παλαιστινιών στη Σάμπρα και τη Σατίλα.
Η σφαγή διαπράχθηκε από τους Φαλλαγγίτες (ένοπλη οργάνωση των Χριστιανών Λιβανέζων υπό την ηγεσία του Μπασίρ Τζεμαγιέλ), αν και το τι ακριβώς συμβαίνει και από ποιον δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρο στην ταινία. Εδώ εντοπίζεται κι ένα βασικό πρόβλημα της ταινίας: δεν προσφέρει αρκετά στοιχεία για να καταλάβει ο (πιθανώς μη κατατοπισμένος για τα γεγονότα) θεατής τι ακριβώς συμβαίνει, ποιος σκοτώνει ποιον και γιατί.
Αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό αν σκεφτούμε ότι η σφαγή διαπράχθηκε με τη στήριξη και μόνο των Ισραηλινών στρατευμάτων. Ούτε κουβέντα στην ταινία για τον βρώμικο ρόλο του Ισραήλ συνολικά στον πολέμο του Λιβάνου, ούτε βέβαια για εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από το ίδιο το Ισραήλ... Δεν θα σταθώ στο γεγονός ότι μια τέτοιου είδους κριτική στο Ισραήλ (δηλ. χωρίς αναφορά στα δικά του εγκλήματα) είναι σχετικά εύκολη (βλ. σχετικό άρθρο του Εβραίου διανοούμενου Gilad Atzmon). Δέχομαι άλλωστε ότι σε μια ταινία δεν είναι εύκολο να αναλυθεί πλήρως ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό που μ’ενδιαφέρει πιο πολύ είναι αυτό καθαυτό το ότι τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται ξεκάθαρα και δεν εντάσσονται στο πλαίσιό τους.
Ο Φόλμαν επιλέγει να εξετάσει το θέμα του ψυχαναλυτικά, από τη σκοπιά της μνήμης, σκοπιά από την οποία όλοι είναι αθώα θύματα του πολέμου: οι Παλαιστίνιοι που σφαγιάστηκαν και οι αδαείς νεαροί Ισραηλινοί στρατιώτες που συμμετείχαν στη σφαγή (ή, για να το τονίσουμε ακόμα μια φορά, έμειναν θεατές στη σφαγή που διέπρεξε μια οργάνωση σύμμαχος της χώρας τους) και βασανίζονται από τύψεις. Δεν αντιλέγω ότι όλοι – και οι στρατιώτες ενίοτε – είναι θύματα του πολέμου. Ωστόσο, ένας πόλεμος δεν έχει μόνο θύματα, έχει και θύτες, ή πιο σωστά υπεύθυνους: ποιος λοιπόν είναι υπεύθυνος για τη σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα; Ποιος είναι υπεύθυνος για τον πόλεμο συνολικά; (Η πολιτική του Ισραήλ, μεταξύ άλλων...)
Σ’αυτό το σημείο η ταινία επιλέγει να σιωπήσει. Όχι απλώς βασίζεται σε μια ψυχαναλυτική (και διόλου πολιτική) ματιά, άλλα ξεκινά από τον εφιάλτη ενός Ισραηλινού στρατιώτη που συμμετείχε (ως θεατής, να το επαναλάβουμε) στη σφαγή. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ενδεικτικό και χαρακτηρίζει ολόκληρη την ταινία: ο εφιάλτης είναι κατ’εξοχήν πεδίο του παραλόγου. Σ’έναν εφιάλτη νιώθουμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν μπορούμε να καταλάβουμε και να ελέγξουμε. Δεν ξέρουμε πώς βρεθήκαμε σ’αυτό το τρομακτικό σκηνικό και γιατί. Και δεν ξέρουμε και πώς να ξεφύγουμε από αυτό.

Ε, λοιπόν, αυτό περίπου μας λέει ο Φόλμαν: ο πόλεμος είναι ένας εφιάλτης στον οποίο μπλεκόμαστε παρά τη θέλησή μας και δεν μπορούμε να απεμπλακούμε. Σύμφωνοι. Ειδικά αν σκεφτούμε πώς ολόκληροι λαοί έχουν εμπλακεί σε πολέμους και πώς έχουν παραμείνει εγκλωβισμένοι σ’αυτούς από τον φαύλο κύκλο του αίματος. Πολύ ωραία όλα αυτά, και η ταινία – η οποία περιλαμβάνει εξαιρετικά δυνατές σκηνές – τα παρουσιάζει με άψογο καλλιτεχνικά τρόπο. Ακόμα όμως κι οι σκηνές του τέλους (πραγματικό οπτικό υλικό από κατεστραμμένους παλαιστινιακούς οικισμούς), χωρίς μια στοιχειώδη πολιτική ανάγνωση μένουν μετέωρες: ποιος οδήγησε σ’αυτή την καταστροφή; Ο ουδέτερος, απρόσωπος, χιλιοειπωμένος «παραλογισμός του πολέμου»;
Ένα τέτοιου είδος αντιπολεμικό μήνυμα θυμίζει κατά τη γνώμη μου αφελή παιδικά τραγουδάκια («Αν όλα τα παιδιά της γης πιάναν γερά τα χέρια...»). Δεν μας βοηθά ούτε να καταλάβουμε ούτε να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε τον πόλεμο: μένει στην ηθική καταδίκη του. Αν όμως θέλουμε να εναντιωθούμε στον πόλεμο θα πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από την ηθική καταδίκη του. Να πάψουμε (και όσοι εμπλέκονται άμεσα και εμείς οι εκ του ασφαλούς θεατές) να είμαστε απλώς θύματα και να διεκδικήσουμε μια πολιτική λύση, ξεκινώντας από το να καταλάβουμε τον πόλεμο: τι (και ποιοι, αλλά κυρίως τι) οδήγησε στον πόλεμο.

Εν ολίγοις, πολύ καλή ταινία το Βαλς με τον Μπασίρ: καλλιτεχνικά άψογη, δίνει τροφή για προβληματισμό. Ωστόσο δεν είναι ούτε ουσιαστικά αντιπολεμική ούτε βεβαίως και πολιτική ταινία.
Πραγματικά αντιπολεμικές και πολιτικές είναι οι φωνές άλλων Εβραίων διανοούμενων, όπως αυτές του ιστορικού Ilan Pappé (εδώ η ιστοσελίδα του), του ποιητή Jonathan Geffen (εδώ) ή του μαέστρου Daniel Barenboim (εδώ σχετικό ποστ της krotkat).
Για περαιτέρω προβληματισμό υπάρχει η συνέντευξη του Λιβανέζου καθηγητή Gilbert Achcar (ο οποίος χαρακτηρίζει το Βαλς με τον Μπασίρ «πολιτικά ύποπτο») και η ιστοσελίδα του πολυγραφότατου Λιβανέζου διανοούμενου Georges Corm.

23 Ιαν 2009

Jesus Camp (ή Χριστιανοί φονταμενταλιστές)


Αφορμή για να θυμηθώ μια ταινία που είχα δει πριν από περίπου δύο χρόνια στάθηκε η εξής είδηση: Αμερικανοί γονείς παραπέμπονται σε δίκη για τον θάνατο της κόρης τους, αφού αντί να της προσφέρουν θεραπεία για τον διαβήτη προσεύχονταν για να γίνει καλά... Φαίνεται μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια είδηση, ότι κι άλλοι γονείς στις ΗΠΑ ακολουθούν παρόμοιες τακτικές.

Το ντοκυμαντέρ Jesus Camp (εδώ η ιστοσελίδα της ταινίας και εδώ σχετικό λήμμα στη wikipedia) περιστρέφεται γύρω από μια κατασκήνωση για παιδιά με το όνομα “Kids on Fire School of Ministry”. Σ’αυτή την κατασκήνωση, μια προτεστάντισσα ιερωμένη της πεντηκοστιανής (Pentecostal) εκκλησίας εκπαιδεύει παιδιά για να «ξανακατακτήσουν την Αμερική στο όνομα του Χριστού». Τα παιδιά, παρακολουθούν θρησκευτικού περιεχομένου διαλέξεις και συμμετέχουν και σ’ένα θρησκευτικό σόου / τελετή, κορύφωση του οποίου είναι ένα είδος τρανς στο οποίο φτάνουν μερικά από τα παιδιά. Οι σκηνές του σόου και κυρίως αυτές της θρησκευτικής έκστασης των παιδιών είναι από τις πιο σοκαριστικές της ταινίας.

Σοκαριστικά όμως είναι και τα λεγόμενα των παιδιών. Η κάμερα των δύο σκηνοθετριών (Heidi Ewing και Rachel Grady) παρακολουθεί μερικά από τα παιδιά ήδη πριν να πάνε στην κατασκήνωση. Συνομιλεί μαζί τους και με τους γονείς τους για να δείξει βάσει ποιων αξιών και με ποιον τρόπο ανατρέφονται. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά διδάσκονται κατ’οίκον (νόμιμη πρακτική στις ΗΠΑ), επειδή οι γονείς τους δεν θέλουν να εκτεθούν στις επικίνδυνες θεωρίες που διδάσκονται στα σχολεία: τη θεωρία της εξέλιξης, ή ακόμα το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Τα παιδιά έχουν αποδεχτεί πλήρως τις θρησκευτικές πεποιθήσεις βάσει των οποίων μεγαλώνουν. Θεωρούν ότι είναι «αναγεννημένοι Χριστιανοί» (reborn Christians) κι ότι οφείλουν να βοηθήσουν στη διάδοση της χριστιανικής πίστης στις ΗΠΑ.

Η ταινία αναφέρεται και στις πολιτικές προεκτάσεις του φαινομένου των «αναγεννημένων Χριστιανών». Η πάστορας που οργανώνει την κατασκήνωση μιλάει πολύ ξεκάθαρα για το ζήτημα (βλ. το τρέιλερ στην ιστοσελίδα της ταινίας), λέγοντας ότι για να κατακτήσει η Χριστιανοσύνη τον κόσμο οι Χριστιανοί Αμερικανοί πρέπει να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους, τη στιγμή μάλιστα που οι Μουσουλμάνοι εκπαιδεύουν τα παιδιά τους όχι μόνο σε θέματα πίστης, αλλά και στη χρήση όπλων – πάντα σύμφωνα με την πάστορα.

Εκεί που η ταινία αφήνει μια απορία είναι στο θέμα της διαπλοκής των πεντηκοστιανών με την πολιτική εξουσία και κυρίως με τον πρώην πρόεδρο Τζωρτζ Μπους: δεν κατάλαβα ακριβώς αν ο Μπους είναι πεντηκοστιανός ή αν απλώς οι πεντηκοστιανοί τον στήριζαν (και τους στήριζε;) και πώς. Επίσης, γίνεται μια αναφορά – η οποία επίσης δεν εξηγείται επαρκώς – στο ότι οι «αναγεννημένοι Χριστιανοί», θεωρούν το κράτος του Ισραήλ ως μέρος του θεϊκού σχεδίου που θα αναδιαμορφώσει τον κόσμο.

Η ταινία πάντως είναι πολύ καλή ∙ δεν ξέρω αν προβλήθηκε στην Ελλάδα, είναι πάντως κρίμα που δεν ακούστηκε όσο οι ταινίες του Michael Moore, γιατί θέτει δύο καίρια ερωτήματα: πρώτον, ποια είναι τα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας; Οι σκηνές με τα παιδιά σε τρανς και με τις δηλώσεις τους πως ό,τι κάνουν οφείλουν να το κάνουν για τη δόξα του θεού κι ότι η διασκέδαση είναι περίπου αμαρτία (στην ιστοσελίδα υπάρχει ένα βίντεο μ’ένα κοριτσάκι που δηλώνει ότι επιτρέπεται να χορεύει μόνο θρησκευτική ροκ) δημιουργούν το ερώτημα αν ο τρόπος που ανατρέφονται δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κάποιο είδος ψυχολογικής βίας / κακοποίησης, τη στιγμή μάλιστα που κάποια από αυτά λένε πως εξαιτίας της κατ’οίκον διδασκαλίας τούς λείπει η κοινωνικοποίηση με άλλα παιδιά... Δεύτερο ερώτημα, τι ρόλο ακριβώς παίζουν τέτοιου είδους αντιλήψεις ενός (μεγάλου, απ’ό,τι κατάλαβα) μέρους των Αμερικανών στη διαμόρφωση της πολιτικής των ΗΠΑ, για παράδειγμα στα ζητήματα της Μέσης Ανάτολης και του πολέμου κατά της τρομοκρατίας.

19 Ιαν 2009

Παράδοξα αλά ολλανδικά

Ανοίξαμε λοιπόν, εγκαίνια σήμερα. Όλο λέγαμε να το κάνουμε κι όλο το αναβάλλαμε.

Πρώτος σταθμός: Ολλανδία. Χώρα απολαυστική, καθαρή, μαγική σχεδόν, με άπειρα κανάλια, ποδήλατα, πεζόδρομους και ανθρώπους χαρούμενους. Μια σύγχρονη Λιμνούπολη βγαλμένη από κινούμενα σχέδια. Όλη η χώρα, ή τουλάχιστον οι πόλεις τις οποίες επισκέφθηκα (Leiden, Amsterdam, Den Haag και Haarlem) θυμίζουν μεγάλα χωριά, με πολύ πράσινο, γραφικές πλατείες, λιθόστρωτους δρόμους. Μόλις μάθω ν’ανεβάζω φωτογραφίες θα το διαπιστώσετε κι εσείς.

Καλά όλα αυτά, αλλά ακόμα και οι μικροί παράδεισοι έχουν τα τρωτά στους.

Παρατήρηση πρώτη: Γενική απαγόρευση καπνίσματος σε εσωτερικούς χώρους (βλ. καφέ, μπαρ, εστιατόρια κλπ). Ουδεμία πρωτοτυπία, το ίδιο ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Το εκπληκτικό όμως, είναι ότι το ίδιο ισχύει και στα φημισμένα καφέ (Koffieshops ή Koffie Huis κατά το ολλανδικότερο) όπου επιτρέπεται η πώληση και κατανάλωση μαλακών ναρκωτικών. Πρακτικά δηλαδή, επιτρέπεται να καπνίζεις χασίς ή μαριχουάνα, αλλά όχι Marlboro ή Camel, γιατί ως γνωστόν, το τσιγάρο βλάπτει σοβαρά την υγεία ενώ το αγνό χόρτο την προστατεύει.

Παρατήρηση δεύτερη: Ως αποτέλεσμα της γενικής απαγόρευσης καπνίσματος, τα μπαρ/καφέ/εστιατόρια έχουν αποκτήσει άλλες μποχοειδείς αναθυμιάσεις (βλ. ιδρώτας, λάδι τηγανίσματος, μούχλα, υγρασία κλπ.). Ειδικά από την υγρασία υποφέρουν οι περισσότεροι χώροι γιατί ο συνδυασμός παλιών κτιρίων και νερού είναι εκρηκτικός. Εξ’αυτού, τα περισσότερα καφέ καίνε αρωματικά στικς ή κεριά για να καλύψουν τις υπόλοιπες δυσάρεστες οσμές. Συνήθως λοιπόν, σε κάθε χώρο σε περιμένει μια διαφορετική μυρωδιά, όπως πατσουλί, τροπικά φρούτα, πεύκο κλπ. Ποιο είναι όμως το άρωμα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σ’αυτούς τους χώρους; (και χωρίς εξυπνάδες τύπου άρωμα γυναίκας). Το άρωμα τσιγάρου…Καλό ε;

Παρατήρηση τρίτη: Στην μικρή πόλη Haarlem υπάρχει ένα μοναδικό, πολύ όμορφο μπαρ όπου επιτρέπεται το κάπνισμα. Σαν το γαλατικό χωριό, αντιστέκεται στην γενική απαγόρευση. Όταν ρώτησα πώς τα καταφέρνουν μου απάντησαν αποστομωτικά: «Πληρώνουμε κάθε μήνα πρόστιμο στην δημαρχία. Έχουμε και κουτί εισφορών για τους πελάτες στην είσοδο». Οι ευγνώμονες πελάτες εννοείται ότι προσφέρουν γενναιόδωρα τον οβολό τους για να διατηρήσουν την όαση των απανταχού καπνιστών.

Συμπέρασμα: Τώρα φταίω εγώ που αναρωτιέμαι αν είναι τρελοί οι Ολλανδοί;

Τι δεν ήξερα πριν έρθω:

1. Η πρωτεύουσα πήρε το όνομά της από τον ποταμό Amstel που την διασχίζει. Το αρχικό της όνομα ήταν Amstelredam (εξού και το δικό μας Αμστελόδαμο) και η παραφθορά του έδωσε το σημερινό Amsterdam.

2. Η γνωστή μας μπύρα Amstel ονομάζεται έτσι γιατί κατασκευάζεται κοντά στο ομώνυμο ποτάμι, το νερό του οποίου χρησίμευε παλαιότερα για να την κρατάει κρύα.

3. Το 1658 ο Ολλανδός Peter Styvesant ίδρυσε την συνοικία Nieuw Haarlem ("New Haarlem") στη Ν. Υόρκη, το σημερινό Harlem.

4. H N. Yόρκη υπήρξε αποικία της Ολλανδίας τον 17ο αιώνα και ονομαζόταν αρχικά Nieuw-Nederland.

18 Ιαν 2009

Τι είναι και τι θέλουν τα κουπέπκια

Τι είναι τα κουπέπκια; Τα κουπέπκια (γράφεται και κουπέπια) είναι γνωστά με διάφορα ονόματα: σαρμαδάκια, γιαπράκια, yaprak dolması.

Τα δύο κουπέπκια αυτού του μπλογκ (k1 και k2) γνωρίστηκαν μια αφόρητα ζεστή νύχτα στην εξωτική Λευκωσία. Μαζί έμαθαν ότι η πράσινη γραμμή δεν είναι πράσινη, ότι τα κοτσιινοχώρκα δεν είναι κόκκινα, ότι τα αφέλια δεν φτιάχνονται στα κομμωτήρια κι οι αντιναχτές πατάτες δεν ανατινάζονται. Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας αποκομίσει αυτές τις χρήσιμες γνώσεις, έφυγαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Έκτοτε συναντιούνται κατά καιρούς σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Για όταν δεν είναι μαζί, έφτιαξαν αυτό το μπλογκ για να μπορούν να τυλίγουν τα κουπέπια τους διαδικτυακά.

Τι θέλουν τα κουπέπκια και γιατί είναι ατάκτως τυλιγμένα; Τα κουπέπκια, κατ'επάγγελμα και κατ'εξακολούθηση, γράφουν διαφόρων ειδών κείμενα. Επειδή όμως το έχουν μεράκι, θέλουν πότε-πότε να μπορούν να γράφουν και πιο ελεύθερα, λιγότερο συγκροτημένα κείμενα (εξ'ού και ατάκτως τυλιγμένα). Αυτό θα κάνουν εδώ. Θα γράφουν για ό,τι τα απασχολεί, όσο πιο καλά και σωστά μπορούν, αλλά χωρίς υποσημειώσεις και άλλες αξιώσεις των ακαδημαϊκών κειμένων. Θα ασχολούνται με θέματα πολιτικά - ελληνικά και ξένα - με την πιο ευρεία έννοια του όρου "πολιτικός". Επίσης, θα καταγράφουν εντυπώσεις από τα ταξίδια τους και, ανάλογα με την διάθεση και την κυκλοθυμία τους, ίσως γράφουν και για πιο προσωπικά θέματα. Ελπίζουν από τα κείμενά τους να βγαίνουν και ορισμένες χρήσιμες πληροφορίες, για παράδειγμα για τις χώρες που έχουν επισκεφθεί. Αυτός είναι και ο σκοπός του καταλόγου ιστοσελίδων διαφόρων χωρών (εδώ δεξιά).

Αμπελόφυλλα και άλλα υλικά (δηλ. σχόλια) είναι ευπρόσδεκτα!
Από την κατσαρόλα τους,
τα κουπέπκια