Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερολίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερολίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιαν 2010

Το Βερολίνο εργαστήριο ιστοριογραφίας;



Ένα πράγμα που διαπιστώνει κανείς εύκολα στο Βερολίνο είναι πόσο πολύ πουλάει η Ιστορία σ’αυτή την πόλη. Λογικό βέβαια, γιατί όλη η ιστορία του 20ου αιώνα βρίσκεται αποτυπωμένη στη γερμανική πρωτεύουσα. Σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που είχα πάει στο Βερολίνο (η τελευταία πριν από δυόμισι χρόνια), τώρα μου φάνηκε ότι η Ιστορία έχει γίνει ακόμα περισσότερο τουριστική ατραξιόν. Υποθέτω ότι συμβάλλει σ’αυτό το γεγονός πως πριν από δυο μήνες γιορτάστηκαν τα 20 χρόνια από την πτώση του τείχους, αλλά και το ότι το Βερολίνο γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός (μα τόσοι τουρίστες!). Ο τρόπος όμως με τον οποίο προβάλλεται η Ιστορία στο Βερολίνο μου φάνηκε προβληματικός.

Ως τουριστική ατραξιόν χρησιμοποιείται κυρίως ό,τι έχει να κάνει με την πρώην Ανατολική Γερμανία – όπως πολύ σωστά παρατήρησε και ο Ημιθανής (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), κανείς δεν θα σκεφτόταν να πουλήσει σουβενίρ με τον αγκυλωτό σταυρό, κάτι που αποδεικνύει και πόσο κενή περιεχομένου είναι η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού που επιχειρείται κατά καιρούς. Ό,τι έχει να κάνει λοιπόν με το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού (γιατί αυτό ήταν κι όχι κομμουνισμός!) μετατρέπεται σ’ένα ατελείωτο φολκλόρ, να το βλέπουμε και να γελάμε. Λες κι ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν μια φάρσα της Ιστορίας, ένα πάρτυ μασκέ που κράτησε 70 χρόνια (στην ΕΣΣΔ 70). Αναπτήρες με το σήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μπλουζάκια, σήματα, κονκάρδες... Μπιχλιμπίδια για τουρίστες που δίνουν χρώμα στη σημερινή παγκόσμια καπιταλιστική ομοιομορφία.

Κι άντε, αυτά να δεχτούμε ότι είναι δημιουργήματα των τουριστικών επιχειρήσεων, εξίσου κιτς στην πραγματικότητα με τα τσολιαδάκια και τις γύψινες προτομές που πουλάνε στην Πλάκα. Η ίδια λογική όμως κυριαρχεί και στα μουσεία. Στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο (Deutsches Historisches Museum) δεν υπάρχει καμία προσπάθεια να κατανοηθεί από που προήλθε αυτό το καθεστώς, σε ποια ιστορική ανάγκη απαντούσε και τι σήμαινε. Αντ’αυτού, τα εκθέματα και οι επεξηγηματικές ταμπελίτσες τους ή αναπαράγουν το ίδιο φολκλόρ (ένα αυτοκίνητο τράμπαντ, ανατολικογερμανική μόδα, ηλεκτρικές συσκευές...) ή, ενίοτε με ειρωνικές διατυπώσεις, υποβάλλουν στον επισκέπτη ότι το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν a priori κακό παράλογο. Εδώ τονίζω και το a priori και το παράλογο.

Καταρχάς, αν θέλουμε να λέμε ότι η σκέψη μας βασίζεται στον ορθό λόγο, δεν μπορούμε να θεωρούμε τίποτα εκ των προτέρων παράλογο. Πρέπει πάντα και για τα πάντα να θέτουμε στο μυαλό μας την ερώτηση «γιατί;». Γιατί ήταν κακό και παράλογο το καθεστώς; Για πολύ συγκεκριμένους λόγους, κυρίως για την καταπίεση και την έλλειψη οποιασδήποτε ελευθερίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε ορισμένους, πολύ συγκεκριμένους τομείς δεν είχε πετύχει να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Είχε παιδεία, είχε περίθαλψη, είχε πετύχει την ισότητα των πολλών, αν και βέβαια όχι όλων (γιατί φυσικά η νομενκλατούρα του κόμματος και του κράτους ήταν «πιο ίση από τους υπολοίπους» κατά την οργουελική φράση). Αν τα παραβλέψουμε όλα αυτά, τότε δεν θα καταλάβουμε ποτέ τι ήταν αυτό το καθεστώς, και κυρίως δεν θα καταλάβουμε γιατί υπάρχουν σήμερα Γερμανοί που αναπολούν την Ανατολική Γερμανία. Θα μας φαίνονται παράλογοι, και κατά τη γνώμη μου αποτελεί αξίωμα των κοινωνικών επιστημών ότι μία ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που θέλει / δηλώνει / διεκδικεί / απορρίπτει κάτι δεν μπορεί να θεωρηθεί συλλήβδην παράλογη.


Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Το άλλο είναι ίσως ακόμα πιο ανησυχητικό. Στο Βερολίνο ξαναγράφεται η Ιστορία. Ή μάλλον διαγράφεται η Ιστορία. Όλη η Ιστορία. Οι Γερμανοί νιώθουν ενοχές για το παρελθόν τους, αυτό είναι γνωστό και ισχύει κυρίως και πρωτίστως για τον ναζισμό και το ολοκαύτωμα. Εξίσου αμήχανα όμως μου φάνηκε ότι αντιμετωπίζουν και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κάτι που είναι κατανοητό στον βαθμό που για τους Γερμανούς το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρξε ίσως πιο τραυματικό απ’ό,τι για οποιονδήποτε άλλο λαό της Ευρώπης, γιατί σήμαινε ταυτόχρονα και τον διχασμό τους σε ανατολικούς και δυτικούς. Ο ναζισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι για τους Γερμανούς τραύματα πολύ πραγματικά και βαθιά, φαινόμενα της ιστορίας τους τα οποία δυσκολεύονται να κατανοήσουν και που επηρεάζουν την ίδια την ταυτότητά τους.

Και πώς τα αντιμετωπίζουν; Με το να μην τα αντιμετωπίζουν. Από το επεξηγηματικό ταμπελάκι έργου σύγχρονου Γερμανού εικαστικού (από έκθεση αφιερωμένη στη γερμανικη τέχνη της εποχής του Ψυχρού Πολέμου που διοργανώνεται στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο - εδώ η ιστοσελίδα στα αγγλικά): “[…] [the artist] touched tabooed German symbols and thus provocatively inquired whether history can be transcended by repressing it from consciousness.” Μάλιστα. Επειδή δεν μας αρέσουν συγκεκριμένα ιστορικά φαινόμενα, αντί να προσπαθήσουμε να τα κατανοήσουμε, απορρίπτουμε όλη την Ιστορία. Πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα, βέβαια, κι ούτε καν σε βιβλίο ιστορίας. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση γιατί μου φάνηκε πολύ χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατούσε σ’όλο το μουσείο και της εντύπωσης που μου έδωσε το Βερολίνο γενικά. Ενώ λοιπόν δεν έχω καμία «πατριωτική» ανησυχία ότι κινδυνεύει ή υπονομεύεται η «εθνική μας ιστορία», η υπονόμευση της Ιστορίας γενικά με ανησυχεί. Ελπίζω να κάνω λάθος...


Κι ένα ακόμα παραλειπόμενο από το Βερολίνο...

Τα κουπέπκια με χαρά (μάλλον όχι και των υπολοίπων) ανακάλυψαν ακόμα μία δραστηριότητα που θα έπρεπε να αποφεύγουν να κάνουν μαζί (η πρώτη και βασική είναι το μαγείρεμα, όπου πετάνε τετζερέδες το ένα στο κεφάλι του άλλου ακόμα και για απλά ζητήματα όπως το σούρωμα των μακαρονιών): να δίνουν οδηγίες στον οδηγό. Το υποφαινόμενο κουπέπι, οπαδός του ορθού λόγου, επιμένει να χρησιμοποιεί χάρτη, ενώ το έτερο κουπέπι προτιμάει το ένστικτο τού «ε, η γενική κατεύθυνση είναι προς τα εκεί, στρίψε εδώ δεξιά και βλέπουμε». Παρόλα αυτά, κάθε βράδυ φτάναμε στο σπίτι (στο εξωτικό Zelhendorf) καρφί!


7 Ιαν 2010

Put the blame on Berlin…


Καλή χρονιά είπαμε; Δεν είπαμε, γι’αυτό ευχόμαστε με χρονοκαθυστέρηση. Ελπίζω η νέα χρονιά να σας βρήκε σε πιο ήρεμη κατάσταση απ’ο,τι εμάς. Όπου εμάς βλέπε κ1, κ2 και μια πλειάδα διάσημων φίλων και συγγενών στο οικείο ντεκόρ της πιο ωραίας πόλης του κόσμου. Περί Βερολίνου ο λόγος. Γι’αυτή την πόλη μπορώ να γράψω τόμους ολόκληρους, ελεγείες, ύμνους και ραψωδίες αν χρειαστεί για να περιγράψω τη μοναδικότητά της, χάρη στην οποία πέρασα τα πιο ωραία χρόνια της ζωής μου. Και αυτό είναι το μόνο σημείο του ποστ το οποίο δεν υπόκειται σε δημοκρατικές διαδικασίες κριτικής και διαλόγου. Για το Βερολίνο δεν σηκώνω κουβέντα. Όλα τα υπόλοιπα συζητιούνται.

Το ποστ όμως δεν είναι για την πόλη μου, παρά την τεράστια επιθυμία μου να μη γράψω τίποτε άλλο, είναι για τις περιπετειώδεις διακοπές των ως άνω αναφερομένων, οι οποίες συνοψίζονται στο λαϊκό «πού πας ρε Καραμήτρο», ή αλλιώς στο νόμο του Μέρφι «εκεί που νομίζετε ότι τίποτε άλλο δεν μπορεί να πάει στραβά». Ξεκινάω με σειρά εμφανίσεως:

- Άφιξη της χαρούμενης παρέας στα περίχωρα του Βερολίνου, όπου και θα κατοικοεδρεύαμε. Ειδυλλιακά τοπία, λιμνούλες, πουλάκια να κελαηδάνε, ευγενικοί γείτονες, παιδάκια με ποδήλατα και άλλα τέτοια γλοιωδώς εξοχικά. Το ειδύλλιο δεν κράτησε πολύ. 4 το πρωί έπεσε ταυτόχρονα το ρεύμα και η θέρμανση που αναλογούσε στη φτωχή μας μονοκατοικία. Με εξωτερική θερμοκρασία λίγο κάτω απ’το 0 (που έτεινε να γίνει και εσωτερική) και πολλά παλτά, η χαρούμενη ομήγυρις κοιμήθηκε αναίσθητα ως το πρωί, ελπίζοντας ότι όλα θα λειτουργούσαν ως διά μαγείας την επόμενη μέρα. Αμ δε! Το επόμενο πρωί, Κυριακή Χριστουγέννων, επιστρατεύθηκε όλη η συνέλευση ιδιοκτητών της γραφικής Λιμνούπολης για να βοηθήσει. Και αφού παρέλασαν από το σπίτι 3 πρόθυμοι γείτονες, ένας άσχετος φίλος για συμπαράσταση, δύο γνωστοί των ιδιοκτητών, μια χιονοθύελλα ξεκάρφωτη και δύο παιδάκια ατάκτως εριμμένα για το ντεκόρ, τελικά το πρόβλημα λύθηκε. Τι είχε συμβεί; Το λιγοστό νερό του καυστήρα μπλόκαρε τη θέρμανση, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε βραχυκύκλωμα. Το όλο θέαμα θύμιζε αθάνατη ελληνική ταινία. Όλοι έρχονται να κόψουν κίνηση, πλην όμως κανείς δε μπορούσε να βοηθήσει. Από προθυμία πάντως δεν είχαμε παράπονο, η μισή πόλη στα πόδια μας και σε εορταστική διάθεση. Απολογισμός: μία καμένη ασφάλεια, πολλές νέες γνωριμίες, κατακόρυφη βελτίωση των γερμανικών μου (τώρα με περηφάνια ξέρω να λέω κάβουρας και σταυροκατσάβιδο). Έτοιμη για βοηθός ηλεκτρολόγου...

Την ίδια μέρα, όσο εμείς προσπαθούσαμε να δαμάσουμε το τέρας που λεγόταν καυστήρας, γνωστός βλόγερ που στο εξής θα αναφέρεται ως Ημιθανής, αποφάσισε να ανακαλύψει τα όρια του αλλεργικού του σοκ όταν ήρθε σε επαφή με τη μαύρη γάτα (εφεξής το Τέρας) του σπιτιού. Για έξτρα βαθμούς δυσκολίας, η αλλεργία κράτησε όλη τη βδομάδα, ο ίδιος όμως το θεώρησε ζήτημα τιμής να μην επισκεφτεί γερμανικό νοσοκομείο. Δεν τον αδικώ καθότι όλοι θυμόμαστε τι μεθόδους εφάρμοζε ο δρ. Μένγκελε στα θύματά του. Και τοτε είχαμε και πόλεμο. Φαντάσου να πας από γάτα εν καιρώ ειρήνης...

• Αυτό βέβαια δε μας εμπόδισε σε τίποτα να αλωνίζουμε όλη τη βδομάδα κυρίως το Ανατολικό Βερολίνο, στο οποίο θα αφιερωθεί έτερο ποστ εν καιρώ τω δέοντι. Η λύση που βρήκαμε ήταν να λείπουμε όσο περισσότερο μπορούσαμε από το σπίτι των πνευμάτων και να κλείνουμε το Τέρας στο υπόγειο όσο έπρεπε να συνυπάρξουμε. Κι ενώ όλα έμοιαζαν ιδανικά, χιόνια στο καμπαναριό, σούπες στα Κνάιπε και καφέδες στα καφέ, το κ2, γνωστό και για το πνεύμα συμπαράστασης που το διακρίνει, τραβάει ένα γερό κρύωμα για να μη νιώθει μοναξιά ο Ημιθανής. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στην αδύνατη εξίσωση: Ημιθανής (=έξω) + κ2 (=μέσα) = συνύπαρξη σε κοινό χώρο. Το θέμα αντιμετωπίστηκε με υπομονή και σωφροσύνη, καθώς ανευρέθη η χρυσή τομή “περιφερόμαστε όλοι μαζί από καφέ σε καφέ”. Αυτή η γνωστή σπαρίλα σε οποιαδήποτε άλλη πόλη, στο Βερολίνο ισοδυναμεί με πολιτισμικό δρώμενο, καθότι τα καφέ, τα μπαρ και τα κνάιπε αφηγούνται ζωντανά την πολυμορφία της πόλης και μαζί της την ιστορία του 20ου αιώνα (όπως και οι εξωτερικοί χώροι άλλωστε), και απευθύνονται σε όλα τα γούστα και τα βαλάντια. Περιττό να προσθέσω ότι το όλο κρόουλινγκ είχε την πρωτότυπη πλην αναμενόμενη θεματική “Φάε την πιο πρωτότυπη Σούπα”.

• Και με τις ευχάριστες αυτές δραστηριότητες (και 2,5 μουσεία για ξεκάρφωμα παρακαλώ) φτάνει η αποφράδα παραμονή Πρωτοχρονιάς. Όπου ακολουθούμε το γνωστό πρόγραμμα, έξω για καφέ και βόλτες μέχρι το βράδυ, και μετά επιστροφή στο σπίτι για την ταρατατζούμ αλλαγή του χρόνου. Στο μεταξύ είχε ήδη μισό μέτρο χιόνι στους δρόμους, άρα με τους υποψήφιους τρόφιμους σανατορίου δεν ήμασταν για ολονυχτία στην πύλη του Βραδεμβούργου. Φτάνουμε κατά τις 10 στο σπίτι, με προμήθειες, σαμπάνιες, κρασιά και σερπαντίνες (ναι, η βόρεια Ευρώπη γιορτάζει ταυτόχρονα και το Τριώδειο), και βάζουμε μπρος την haute cuisine για να εντυπωσιάσουμε τους καλεσμένους μας. (Δε μας έφτανε η κακοδαιμονία μας, θέλαμε να καλέσουμε και κόσμο, τρομάρα μας). Και στο σημείο που χτυπάει το κουδούνι, όλοι φοράνε τα καλά τους, ο Άη-Βασίλης είναι έτοιμος να κατέβει από την καμινάδα και άλλα τέτοια πατροπαράδοτα, ο Ημιθανής αποφασίζει να κάνει τρελό come-back με ολοκληρωτικό αλλεργικό σοκ προκληθέν εκ του Τέρατος. Αλαφιάστηκε, χλώμιασε, βαριανάσαινε και γενικώς όδευε με πολλά ηχητικά εφέ στον επιθανάτιο ρόγχο. Αφήνουμε λοιπόν το κ2 με τους καλεσμένους στο σπίτι και 11 το βράδυ οδεύουμε προς το κοντινότερο νοσοκομείο 4 Πόντιοι: ένας για να οδηγεί, ένας για να συνεννοείται, ένας για να μοιρολογάει, και ο τελευταίος για να κάνει τον άρρωστο. Με μεγάλη επιτυχία βρήκαμε πράγματι ένα νοσοκομείο πολύ κοντά το οποίο ανήκε στους Αντβεντιστές της 7ης μέρας, μια χριστιανική αίρεση που αν δεν την έβλεπα με τα μάτια μου θα ορκιζόμουν ότι πρόκειται για άλλη μία επιτυχία του Ιντιάνα Τζόουνς. Θαύμα θαύμα! Αν δε μας γιάτρευαν, θα μας προσηλύτιζαν ή έστω θα μας έβρισκαν το Χαμένο Δισκοπότηρο. Η Γερμανίδα γιατρός αποδείχτηκε εξίσου κοινότοπη με τους συναδέλφους της απανταχού της γης. Απεφάνθη ότι ο Ημιθανής έχει αλλεργία στις γάτες (σώπα!), ότι καλό θα ήταν να τις αποφεύγει (μη μου πεις!), τον πλάκωσε στις κορτιζόνες και τα οξυγόνα, μας ευχήθηκε καλή χρονιά και μας έστειλε σπίτι μας. Στο οποίο σπίτι φτάσαμε ελάχιστα λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου, την οποία και κάναμε με όσο ταρατατζούμ είχαμε σχεδιάσει καθότι η οπισθοφυλακή είχε έτοιμες τις σαμπάνιες και τα πυροτεχνήματα στον κήπο. Και αφού φάγαμε, ήπιαμε και την Άρτα φοβερίσαμε, άρχισαν όλοι να αποσύρονται σιγά σιγά. Ο Ημιθανής έκανε την αρχή, ο οποίος μετά το κοκταίηλ των Αντβεντιστών, τη σαμπάνια καπάκι κι ένα σφηνάκι κορτιζόνης για χώνεψη, αναφώνησε το αριστουργηματικό “έχω έναν πονοκέφαλο σε όλο μου το σώμα” και κατέρρευσε για τις επόμενες 16 ώρες. Οι πιο γενναίοι καθήσαμε σχεδόν ως το ξημέρωμα.

• Τελευταίο και αποτελειωτικό σκηνικό αποτέλεσε το μακρύ ταξίδι της επιστροφής. Όλοι (πλην του κ2) είχαμε έρθει οδικώς και έτσι είχαμε πρόθεση να επιστρέψουμε. Το ότι η θερμοκρασία ήταν -10 και η Γερμανία ένα ατελείωτο παγοδρόμιο μας φάνηκε μια λεπτομέρεια ήσσονος σημασίας. Η τύχη άλλωστε βοηθάει τους τολμηρούς (αν βρω πάντως ποιος διέδωσε αυτή την εξυπνάδα αλλίμονό του!). Εν παση περιπτώσει, δρόμο παίρνουμε, δρόμο αφήνουμε, κάπου στην επαρχία του Ανόβερου συνειδητοποιούμε ότι η ταχύτητα στην Εθνική θυμίζει ταινία του Αγγελόπουλου (πας, πας και σε 3 ώρες πάλι στο ίδιο σημείο βρίσκεσαι). Ήτοι, με 35 στην Autobahn και μάλιστα στο περίπου καθότι όλη είχε καλυφθεί με χιόνι. Αναγκαστική προσγείωση στη μέση του πουθενά καθώς μόνο με έλκηθρο θα ήταν δυνατή η συνέχιση του ταξιδιού. Στάση στο πρώτο χάνι που βλέπουμε για να πάρουμε δυνάμεις και να ρωτήσουμε πού διανυκτερεύουν οι αποκλεισμένοι στο χωριό τους. Ευγενέστατοι προσφέρθηκαν να τηλεφωνήσουν σε όλες τις πανσιόν της περιοχής για να μας βρουν κατάλυμα πριν σταματήσει εντελώς η κυκλοφορία. Και με το βασικό πρόβλημα του καταλύματος λυμένο στρωνόμαστε στην τάβλα, ξανατρώμε και ξαναπίνουμε στο χάνι του Bad Nenndorf (ναι, το ξέρω ότι έχει πολύ φαϊ το θέμα, κάπου έπρεπε να ξεσπάσουμε κι εμείς) και ξεκινάμε χορτάτοι και καρδαμωμένοι για το ταπεινό μας κατάλυμα. Στο μεταξύ, το χιόνι έχει ξεπεράσει το γόνατο του μέσου ανθρώπου (το δικό μου δλδ) και όλοι χαρούμενοι σπρώχνουμε το αυτοκίνητο τραγουδώντας προσκοπικά τραγούδια για να ξεκινήσει. Και αφού ξανα δρόμο παίρνουμε και δρόμο αφήνουμε, φτάνουμε στο βραδινό μας κατάλυμα για ν'ακούσουμε από τη μοσχάρω γερμανίδα βλάχα ρεσεψιονίστ, σε τιτιβιστά γερμανικά επαρχίας Ανόβερου, ότι έδωσε τα δωμάτιά μας γιατί αργήσαμε λέει και νόμιζε ότι δεν θα πάμε. Εκεί, η ιώβειος υπομονή μας εξαντλήθηκε και τα όλα τα χρώματα της ίριδας απλώθηκαν στα πολύπαθα πρόσωπά μας αλά καρτούν που τα παίρνουν χοντρά. Επόμενο καρέ: ο κόσμος στρώνεται με τα σλιπιν μπαγκς στις καρέκλες ενώ σε άψογα hoch deutsch διαολοστέλνω το βούρλο και απειλώ με μάτι που γυαλίζει ότι θα κοιμηθούμε στη ρεσεψιόν, γι'αυτό να μας βρει κρεβάτια ΤΩΡΑ!!! Η αναίσθητη παίρνει τηλέφωνο όλη την επαρχία Ανόβερου και μετά από 3456543 περίπου τηλέφωνα βρίσκει τελικά δύο τελευταία δωμάτια στο διπλανό χωριό. Όπου για να φτάσουμε θέλουμε τουλάχιστον γερανό. Επειδή όμως του Έλληνα (και της εκπροσωπούμενης γαλλικής μειονότητας) ο τράχηλος ξεφτίλες δεν υπομένει, ξανακαβαλάμε το αμαξάκι μας και ψάχνουμε στα πόσα μέτρα κάτω απ'το χιόνι μπορεί να βρίσκεται η πανσιόν που μας περιμένει. Όταν τα καταφέραμε, νιώσαμε ότι βρήκαμε τη χαμένη Ατλαντίδα. Με όλα αυτά τα μπες-βγες όμως σε απροσδιόριστο υψόμετρο, το κινητό μου αποφάσισε να αυτονομηθεί και να χαθεί για πάντα στη λευκή αγκαλιά της τιμημένης γερμανικής επαρχίας. Αιωνία του η μνήμη. Κι επειδή ενός κακού μύρια έπονται, πάνω που ανακαλύπτουμε τη μυθική έτερη πανσιόν φιλοξενίας, στουκάρουμε μεγαλοπρεπώς το καημένο το αμαξάκι στο κοντινότερο πεζοδρόμιο γιατί πόσο ν'αντέξει κι αυτό το δύσμοιρο τέτοια ταλαιπωρία...Τελικά, με καθυστέρηση μόλις μισής ημέρας και με τις χρειαζούμενες πατερίτσες ανάπηρων πολέμου επιστρέψαμε με δόξα και τιμή στο μεσογειακό (όπως μας φάνηκε) Παρίσι.

• Τελικός απολογισμός: 2 καμένες ασφάλειες, ένας χαλασμένος καυστήρας, ένας Ημιθανής, μια φυματική, μια νευρωτική, ένας σπασμένος προφυλακτήρας, ένα χαμένο κινητό και μπόνους ένα ζευγάρι κλειδιά του καταλύματος που πήραμε μαζί πάνω στα νεύρα μας…Δεν το λες κι άσχημα για μια βδομάδα. Λίγο ακόμα να μέναμε δε νομίζω να έβγαινε κανείς μας ζωντανός.

Κατά τα άλλα όμως περάσαμε υπέροχα και το αυτό επιθυμούμε και δι' υμάς!