Ένα πράγμα που διαπιστώνει κανείς εύκολα στο Βερολίνο είναι πόσο πολύ πουλάει η Ιστορία σ’αυτή την πόλη. Λογικό βέβαια, γιατί όλη η ιστορία του 20ου αιώνα βρίσκεται αποτυπωμένη στη γερμανική πρωτεύουσα. Σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που είχα πάει στο Βερολίνο (η τελευταία πριν από δυόμισι χρόνια), τώρα μου φάνηκε ότι η Ιστορία έχει γίνει ακόμα περισσότερο τουριστική ατραξιόν. Υποθέτω ότι συμβάλλει σ’αυτό το γεγονός πως πριν από δυο μήνες γιορτάστηκαν τα 20 χρόνια από την πτώση του τείχους, αλλά και το ότι το Βερολίνο γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός (μα τόσοι τουρίστες!). Ο τρόπος όμως με τον οποίο προβάλλεται η Ιστορία στο Βερολίνο μου φάνηκε προβληματικός.
Ως τουριστική ατραξιόν χρησιμοποιείται κυρίως ό,τι έχει να κάνει με την πρώην Ανατολική Γερμανία – όπως πολύ σωστά παρατήρησε και ο Ημιθανής (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), κανείς δεν θα σκεφτόταν να πουλήσει σουβενίρ με τον αγκυλωτό σταυρό, κάτι που αποδεικνύει και πόσο κενή περιεχομένου είναι η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού που επιχειρείται κατά καιρούς. Ό,τι έχει να κάνει λοιπόν με το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού (γιατί αυτό ήταν κι όχι κομμουνισμός!) μετατρέπεται σ’ένα ατελείωτο φολκλόρ, να το βλέπουμε και να γελάμε. Λες κι ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν μια φάρσα της Ιστορίας, ένα πάρτυ μασκέ που κράτησε 70 χρόνια (στην ΕΣΣΔ 70). Αναπτήρες με το σήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μπλουζάκια, σήματα, κονκάρδες... Μπιχλιμπίδια για τουρίστες που δίνουν χρώμα στη σημερινή παγκόσμια καπιταλιστική ομοιομορφία.
Κι άντε, αυτά να δεχτούμε ότι είναι δημιουργήματα των τουριστικών επιχειρήσεων, εξίσου κιτς στην πραγματικότητα με τα τσολιαδάκια και τις γύψινες προτομές που πουλάνε στην Πλάκα. Η ίδια λογική όμως κυριαρχεί και στα μουσεία. Στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο (Deutsches Historisches Museum) δεν υπάρχει καμία προσπάθεια να κατανοηθεί από που προήλθε αυτό το καθεστώς, σε ποια ιστορική ανάγκη απαντούσε και τι σήμαινε. Αντ’αυτού, τα εκθέματα και οι επεξηγηματικές ταμπελίτσες τους ή αναπαράγουν το ίδιο φολκλόρ (ένα αυτοκίνητο τράμπαντ, ανατολικογερμανική μόδα, ηλεκτρικές συσκευές...) ή, ενίοτε με ειρωνικές διατυπώσεις, υποβάλλουν στον επισκέπτη ότι το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν a priori κακό παράλογο. Εδώ τονίζω και το a priori και το παράλογο.
Καταρχάς, αν θέλουμε να λέμε ότι η σκέψη μας βασίζεται στον ορθό λόγο, δεν μπορούμε να θεωρούμε τίποτα εκ των προτέρων παράλογο. Πρέπει πάντα και για τα πάντα να θέτουμε στο μυαλό μας την ερώτηση «γιατί;». Γιατί ήταν κακό και παράλογο το καθεστώς; Για πολύ συγκεκριμένους λόγους, κυρίως για την καταπίεση και την έλλειψη οποιασδήποτε ελευθερίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε ορισμένους, πολύ συγκεκριμένους τομείς δεν είχε πετύχει να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Είχε παιδεία, είχε περίθαλψη, είχε πετύχει την ισότητα των πολλών, αν και βέβαια όχι όλων (γιατί φυσικά η νομενκλατούρα του κόμματος και του κράτους ήταν «πιο ίση από τους υπολοίπους» κατά την οργουελική φράση). Αν τα παραβλέψουμε όλα αυτά, τότε δεν θα καταλάβουμε ποτέ τι ήταν αυτό το καθεστώς, και κυρίως δεν θα καταλάβουμε γιατί υπάρχουν σήμερα Γερμανοί που αναπολούν την Ανατολική Γερμανία. Θα μας φαίνονται παράλογοι, και κατά τη γνώμη μου αποτελεί αξίωμα των κοινωνικών επιστημών ότι μία ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που θέλει / δηλώνει / διεκδικεί / απορρίπτει κάτι δεν μπορεί να θεωρηθεί συλλήβδην παράλογη.
Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Το άλλο είναι ίσως ακόμα πιο ανησυχητικό. Στο Βερολίνο ξαναγράφεται η Ιστορία. Ή μάλλον διαγράφεται η Ιστορία. Όλη η Ιστορία. Οι Γερμανοί νιώθουν ενοχές για το παρελθόν τους, αυτό είναι γνωστό και ισχύει κυρίως και πρωτίστως για τον ναζισμό και το ολοκαύτωμα. Εξίσου αμήχανα όμως μου φάνηκε ότι αντιμετωπίζουν και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κάτι που είναι κατανοητό στον βαθμό που για τους Γερμανούς το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρξε ίσως πιο τραυματικό απ’ό,τι για οποιονδήποτε άλλο λαό της Ευρώπης, γιατί σήμαινε ταυτόχρονα και τον διχασμό τους σε ανατολικούς και δυτικούς. Ο ναζισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι για τους Γερμανούς τραύματα πολύ πραγματικά και βαθιά, φαινόμενα της ιστορίας τους τα οποία δυσκολεύονται να κατανοήσουν και που επηρεάζουν την ίδια την ταυτότητά τους.
Και πώς τα αντιμετωπίζουν; Με το να μην τα αντιμετωπίζουν. Από το επεξηγηματικό ταμπελάκι έργου σύγχρονου Γερμανού εικαστικού (από έκθεση αφιερωμένη στη γερμανικη τέχνη της εποχής του Ψυχρού Πολέμου που διοργανώνεται στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο - εδώ η ιστοσελίδα στα αγγλικά): “[…] [the artist] touched tabooed German symbols and thus provocatively inquired whether history can be transcended by repressing it from consciousness.” Μάλιστα. Επειδή δεν μας αρέσουν συγκεκριμένα ιστορικά φαινόμενα, αντί να προσπαθήσουμε να τα κατανοήσουμε, απορρίπτουμε όλη την Ιστορία. Πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα, βέβαια, κι ούτε καν σε βιβλίο ιστορίας. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση γιατί μου φάνηκε πολύ χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατούσε σ’όλο το μουσείο και της εντύπωσης που μου έδωσε το Βερολίνο γενικά. Ενώ λοιπόν δεν έχω καμία «πατριωτική» ανησυχία ότι κινδυνεύει ή υπονομεύεται η «εθνική μας ιστορία», η υπονόμευση της Ιστορίας γενικά με ανησυχεί. Ελπίζω να κάνω λάθος...
Κι ένα ακόμα παραλειπόμενο από το Βερολίνο...
Τα κουπέπκια με χαρά (μάλλον όχι και των υπολοίπων) ανακάλυψαν ακόμα μία δραστηριότητα που θα έπρεπε να αποφεύγουν να κάνουν μαζί (η πρώτη και βασική είναι το μαγείρεμα, όπου πετάνε τετζερέδες το ένα στο κεφάλι του άλλου ακόμα και για απλά ζητήματα όπως το σούρωμα των μακαρονιών): να δίνουν οδηγίες στον οδηγό. Το υποφαινόμενο κουπέπι, οπαδός του ορθού λόγου, επιμένει να χρησιμοποιεί χάρτη, ενώ το έτερο κουπέπι προτιμάει το ένστικτο τού «ε, η γενική κατεύθυνση είναι προς τα εκεί, στρίψε εδώ δεξιά και βλέπουμε». Παρόλα αυτά, κάθε βράδυ φτάναμε στο σπίτι (στο εξωτικό Zelhendorf) καρφί!