Πρόσφατα έμαθα ότι υπάρχει και στη Βηρυτό μια πράσινη γραμμή (εδώ πληροφορίες γι’αυτή και γι’άλλες πράσινες γραμμές). Πρόκειται για τη γραμμή που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1975-1990) χώριζε τις γειτονιές της πόλης σε χριστιανικές και μουσουλμανικές. Η γραμμή ονομάστηκε πράσινη επειδή, καθώς έμενε αναξιοποίητη – απάτητη ουσιαστικά – τα κτήρια ερήμωσαν κι όλη η νεκρή ζώνη γέμισε με φυτά.
Η πράσινη γραμμή της Λευκωσίας, αν κι έχει (είχε; δεν έχω πάει από τότε που άνοιξαν τα οδοφράγματα) γεμίσει κι αυτή σκουπίδια κι αγριοχόρτα, ονομάστηκε γι’άλλο λόγο πράσινη: από τη γραμμή που χάραξε ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, Γιανγκ, με πράσινο μολύβι πάνω στον χάρτη, όταν στο τέλος του 1963 η Λευκωσία χωρίστηκε για πρώτη φορά – μετά από τα αιματηρά επεισόδια που για τους Ελληνοκύπριους για χρόνια ήταν απλώς η «ανταρσία των Τουρκοκύπριων» και για τους Τουρκοκύπριους ήταν τα «ματωμένα Χριστούγεννα» (βλ. εδώ για μερικά βασικά στοιχεία κυπριακής ιστορίας στα ελληνικά – σημειωτέον, αν και καθόλου αξιοπερίεργο, ότι η ελληνική και η τουρκική βικιπαίδεια έχουν αρκετά διαφορετική οπτική στην ιστορία της Κύπρου).
Η πράσινη γραμμή στην οδό Λήδρας, αφού έφυγε το φυλάκιο αλλά πριν ανοίξει το οδόφραγμα.
Όσο άσχημη έχει υπάρξει η λειτουργία της πράσινης γραμμής, τόσο ποιητικό είναι το όνομά της. Πριν πάω στη Λευκωσία, τη φανταζόμουν σαν μια γράμμη πράσινου χρώματος χαραγμένη στην άσφαλτο, σαν τις διαχωριστικές γραμμές των δρόμων. Στην πραγματικότητα, η πράσινη γραμμή (από το 2003 δεν υπάρχει πια – τουλάχιστον όχι στην προηγούμενη μορφή της) ήταν, μέσα στη Λευκωσία, διάσπαρτα συρματοπλέγματα, οδοφράγματα και φυλάκια από τα οποία ξεκινούσε η νεκρή ζωνή, μετά την οποία φαίνονταν τα φυλάκια των Τουρκοκύπριων, με τουρκικές και τουρκοκυπριακές σημαίες. Τα φυλάκια και τα συρματοπλέγματα μου έκαναν εξαρχής εντύπωση στη Λευκωσία. Όχι αυτά καθαυτά για την ακρίβεια, αλλά το πώς ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά σου: περπατούσες στην παλιά πόλη (το μοναδικό όμορφο σημείο της Λευκωσίας) και ξαφνικά ο δρόμος μπροστά σου έκλεινε: «Απαγορεύεται η είσοδος – Νεκρή ζώνη». Κι ένα φυλάκιο βαμμένο μπλε και άσπρο. Τόσο πολύ με είχε επηρεάσει αυτή η περίεργη, μισή γεωγραφία, που δεν μπορούσα να φανταστώ κάτι άλλο. Όσο ακόμα ζούσα στη Λευκωσία πήγαμε ταξίδι στο Πόζναν της Πολωνίας (λίγο σουρεαλιστικό αυτό το ανατολική Μεσόγειος – πολωνική επαρχία, ε; Δύο πτήσεις κι ένα τρένο χρειάστηκαν). Το Πόζναν διαθέτει μια πολύ όμορφη παλιά πόλη, την οποία και περπατήσαμε. Ε, λοιπόν είχα διαρκώς την αίσθηση ότι αυτή η παλιά πόλη κάπου έπρεπε να σταματάει απότομα, να έχει ένα συγκεκριμένο όριο πέρα από το οποίο δεν μπορείς να πας...
Εγκαταλειμμένο ελληνοκυπριακό φυλάκιο, κοντά στην πύλη Πάφου.
Ήταν πραγματικά περίεργη η αίσθηση ότι κάπου ο δρόμος σου κόβεται. Και παράξενη η διαπίστωση ότι οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι – τουλάχιστον οι συνομήλικοί μας, που είχαν γεννηθεί μετά το ’74 – δεν συνειδητοποιούσαν καν πόσο περίεργο ήταν αυτό, κι ούτε αναρωτιόντουσαν πώς συνέβη – πέρα από τα επετειακά «δεν ξεχνώ» και τα σημαιάκια που ανέμιζαν μπροστά στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας οι μαθητές σε κάθε επέτειο της ίδρυσης του ψευδοκράτους, τραγουδώντας για «την Κύπρο που οι εμπόροι τη μισούνε».
Πρόσφατα έμαθα για το εξής: Rooftop Theatre Group. Πρόκειται για μια δικοινοτική θεατρική ομάδα. Απαρτίζεται από νέους ανθρώπους που προσπαθούν να προσφέρουν μια εναλλακτική ματιά στην κυπριακή ιστορία και ταυτότητα. Γι'αυτό τον λόγο δέχεται τα πυρά πολλών, με αφορμή π.χ. τη χρηματοδότησή της από αμερικανικά ιδρύματα. Και παλιότερα οι δικοινοτικές δραστηριότητες (αυτές π.χ. που πραγματοποιούνταν υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. - δεν ξέρω αν συνεχίζονται) είχαν προκαλέσει πολεμική.
Θεωρώ ότι όλες αυτές οι προσπάθειες είναι θετικές. Το μόνο "αρνητικό" που θα μπορούσα να τους προσάψω είναι ότι μερικές φορές γίνονται αφελείς ή υπεραπλουστεύουν τα ζητήματα. Έχω πάντως την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια (από την ίδρυση του πανεπιστημίου και μετά;) όλο και περισσότεροι νέοι Κύπριοι με όρεξη και ιδέες προσπαθούν να κάνουν καινούρια πράγματα στην Κύπρο. Αυτό από μόνο του είναι ήδη θετικό.
Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο πολυταξιδεμένος γευσιγνώστης Kangerlussuaq.

