Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία μου αμαρτία μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία μου αμαρτία μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Ιαν 2010

Yağmurlu günlerde hep seni andım

Η καταχνιά που λέγαμε... Το κτήριο με τη γαλλική σημαία είναι το Προξενείο της Γαλλίας. Πίσω φαίνεται ο Κεράτιος και το άνοιγμα του Βοσπόρου.

Τις μέρες με βροχή πάντα θυμόμουν εσένα.

Παράφραση είναι αυτός ο τίτλος. Υπάρχει ένα παλιό τουρκικό τραγούδι που λέγεται Mehtaplı gecelerde hep seni andım (τις νύχτες με πανσέληνο πάντα θυμόμουν εσένα).

Εγώ τις βροχερές μέρες θυμάμαι την Κωνσταντινούπολη. Έτσι κι αλλιώς γκρίζα τη θυμάμαι αυτή την πόλη, μουντή. Η βροχή σημαίνει επιπλέον λασπουριά στους δρόμους κι αν έχει κι αυτό τον καιρό που οι Τούρκοι ονομάζουν φουρτούνα (είναι αυτό που ο Σεφέρης λέει, στο «Πάνω σ’έναν ξένο στίχο», δρολάπι: πολλή βροχή και δυνατός αέρας) σημαίνει ότι είναι άθλος να περπατήσεις, καθώς ο αέρας σε παρασέρνει, νιώθεις να σε τρυπάει η βροχή και το κρύο και γίνεσαι μούσκεμα ό,τι κι αν φοράς. Ειδικά η ομπρέλα δεν βοηθάει καθόλου: αδύνατο να την κρατήσεις, μπορεί και να σπάσει. Η βροχή στην Κωνσταντινούπολη βέβαια είναι κι ο Βόσπορος φουρτουνιασμένος, μ’ένα δίχτυ ομίχλης και βροχής από πάνω. Κι ίσως νά’σαι στο βαποράκι για να περάσεις από την μιαν ακτή στην άλλη και να βλέπεις τη βροχή να πέφτει κατευθείαν στο νερό…

Την πρώτη φορά που πήγα χειμώνα στην Κωνσταντινούπολη, τη λάτρεψα. Αυτή η μουντάδα κι η συνεχής καταχνιά μού φαινόταν ότι έκανε την πόλη μαγική, νόμιζα ότι ήμουν σε μια άλλη διάσταση, σ’ένα παραμύθι. Αυτά πάνω-κάτω λέει ο περισσότερος κόσμος για την Κωνσταντινούπολη: ότι είναι μαγική, ότι νιώθεις πως είσαι σ’άλλη διάσταση ή σ’άλλο χρόνο, ότι έχει πολλά διαφορετικά πρόσωπα... Δεκτά όλα αυτά. Κυρίως όταν προέρχονται από τουρίστες, ή τέλος πάντων από ανθρώπους που δεν έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη πάνω από μήνα.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρώ την ανάδυση ενός νέου « μύθου της κόκκινης μηλιάς », που δεν έχει απαραίτητα να κάνει με τον μαρμαρωμένο βασιλιά και το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δική μας θά’ναι». Είναι ένας σύγχρονος μύθος, ο οποίος έχει αναπτυχθεί μαζί με μια γενικότερη μόδα οριενταλισμού και νοσταλγίας. Και μαζί και με μια άνευ ουσιαστικού περιεχομένου «προσέγγιση» με την Τουρκία. Και λέω ότι είναι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου γιατί δεν παρατηρώ νά’χει αλλάξει ιδιαιτέρως ο τρόπος που βλέπουν οι Έλληνες τους Τούρκους ούτε να καταλαβαίνουν έστω λιγάκι καλύτερα την τουρκική κοινωνία – που δεν είναι εύκολο να την καταλάβεις, αλλά δεν βλέπω καν να αποδέχονται ότι ναι, είναι κι αυτή μια περίπλοκη κοινωνία σε διαρκή αλλαγή, όπως όλες οι άλλες.

Έχω δει επίσης καλλιτέχνες να καταπιάνονται με την Τουρκία. Τα βιβλία δεν τα αναφέρω καν. Είναι πάρα πολλά τα τελευταία χρόνια τα βιβλία που έχουν σαν φόντο ή θέμα την Τουρκία. Υπάρχουν επίσης ταινίες («Το μόνο της ζωής του ταξείδιον» και, κυρίως, η «Πολίτικη κουζίνα»). Κι έχω συναντήσει ένα σωρό Έλληνες που τα τελευταία χρόνια πάνε να ζήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Κυρίως φοιτητές Τουρκικών Σπουδών ή και άλλων σχολών που πάνε να μάθουν τουρκικά. Κι απ’όλους αυτούς θα περίμενα μια λιγότερο επιφανειακή προσέγγιση. Αντ’αυτού, αναπαράγουν τα ίδια κλισέ των τουριστών: πόσο «πολύχρωμη» είναι η Πόλη, πόσο «πολυπολιτισμική» σε σχέση με την κατά τη γνώμη τους επαρχιώτικη Ελλάδα, πόσο τη λατρεύουν και νιώθουν αμέσως κομμάτι της...

Δεν έχουν καταλάβει τίποτα.


Αυτό δηλαδή είναι πολυχρωμία και κοσμοπολιτισμός;


Την Κωνσταντινούπολη τη νιώθω δική μου πόλη. Έζησα εκεί τρία χρόνια. Ένιωσα εντελώς μέρος της γιατί εκείνη την εποχή Έλληνες δεν υπήρχαν, οι ξένοι που έτυχε να γνωρίσω ζούσαν εντελώς αποκομμένοι από την τουρκική κοινωνία και δεν με αφορούσαν καθόλου κι έτσι συναναστρεφόμουν μόνο Τούρκους. Και τους σωστούς Τούρκους. Δηλαδή, απ’αυτούς τους ανθρώπους που σ’όποια χώρα και να πας είναι καλό να γνωρίζεις: ανθρώπους που ενδιαφέρονται βαθιά για την κοινωνία τους κι έχουν πράγματα να σου πουν. Και λόγω σπουδών, νιώθω αυτούς τους ανθρώπους εντελώς δικούς μου. Νιώθω ότι μ’αυτούς έχω να μοιραστώ ιδέες και προβληματισμούς. Για εμένα τα πράγματα συμβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη. Τη νιώθω δική μου, νιώθω δική μου τη γλώσσα της: είναι μια ξένη γλώσσα που έμαθα ενήλικη πια, αλλά τη νιώθω μέσα μου πολύ περισσότερο απ’οποιαδήποτε άλλη ξένη γλώσσα – είναι για μένα ακριβώς μετά τη μητρική μου γλώσσα. Από τις λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος, από τα επιφωνήματα και τον τρόπο που τονίζει και προφέρει τις λέξεις μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι εννοεί και πώς το εννοεί. Κι ο πλούτος αυτής της γλώσσας είναι τεράστιος. Έχει διαφορετική λογική απ’αυτή που έχουμε συνηθίσει, αλλά έχει και τόσο παραστατικές εκφράσεις!

Αλλά η Κωνσταντινούπολη μού είναι ανυπόφορη. Είναι γκρίζα, μουντή, βρώμικη, φασαριόζικη. Αφού μείνεις για λίγο καιρό συνειδητοποιείς ότι αυτή η μόνιμη ομίχλη που σου φαινόταν τόσο γοητευτική είναι στην πραγματικότητα κάπνα από το κακής ποιότητας κάρβουνο που καίνε σε πολλά σπίτια για να ζεσταθούν επειδή είναι φτηνό και δεν έχουν χρήματα για κάτι άλλο. Αυτή νομίζω είναι μια καλή αναλογία για όλα αυτά που φαίνονται γοητευτικά στην Κωνσταντινούπολη. Τα σκοτεινά σοκάκια γύρω από το Ταξίμ (αν κι έχουν αρχίσει ν’αλλάζουν κι αυτά) ή τα επαγγέλματα που έχουν εξαφανιστεί πια στην Ελλάδα και μας θυμίζουν δεκαετία του ’50: λουστράκια, δηλαδή παιδιά που αναγκάζονται να δουλέψουν. Ή πλανώδιοι πωλητές και μαγαζιά που πουλάνε οτιδήποτε μεταχειρισμένο, από κούκλες μέχρι παπούτσια: φτώχεια. Φοιτητές που νομίζεις ότι έχουν βγει από τη δεκαετία του ’50 ή του ’60 γιατί φοράνε μόνο τζην και πουλόβερ σε μουντά χρώματα και πάνε στα πια φτηνά καφέ που υπάρχουν για να πιουν μόνο τσάι και συζητάνε για πολιτική σαν τους γονείς μας επί δικτατορίας: φτώχεια και συντηρητισμός. Η νοσταλγία η δική μας λοιπόν... νοσταλγία για τι άλλωστε; Για την περιορισμένη ζωή περασμένων δεκαετιών; Η δική μας νοσταλγία είναι η φτώχεια των άλλων. Είναι τα προβλήματα κι οι περιορισμοί που βιώνουν.

Και κυρίως: όσες πολλές όψεις και νά’χει η Κωνσταντινούπολη, όταν μένεις εκεί βλέπεις μόνο μία – ή αν είσαι τυχερός δύο. Όχι παραπάνω. Και συνέχεια τους ίδιους ανθρώπους και τα ίδια μέρη. Γιατί υπάρχουν τόσα χάσματα: όχι μόνο οικονομικό χάσμα αλλά και χάσμα νοοτροπίας. Άρα δεν βγαίνεις εύκολα από το ένα περιβάλλον στο οποίο νιώθεις ότι κολλάς. Οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις είναι μεγαλουπόλεις ακριβώς επειδή νιώθεις ότι σε κάθε βήμα μπορεί να συμβούν τα πάντα: να γνωρίσεις εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, κυρίως. Η Κωνσταντινούπολη των τόσων (πόσων; 15;) εκατομμυρίων είναι επαρχία γιατί δεν καταφέρνει να φέρει κοντά ανθρώπους από διαφορετικά περιβάλλοντα.

Δεν θέλω να πω ότι η Τουρκία έχει μείνει πίσω κι έτσι θα παραμείνει. Όχι. Το κάθε άλλο. Η τουρκική κοινωνία έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία δέκα χρόνια (κι αναφέρομαι μόνο στα τελευταία δέκα χρόνια, γιατί τόσα περίπου είναι τα χρόνια που επισκέπτομαι εγώ την Τουρκία). Και στην πολιτική γίνονται ανοίγματα αδιανόητα ως χθες. Που μερικά μάλιστα τα ζηλεύω: ενώ στην Τουρκία αρχίζουν να συζητάνε πράγματα σημαντικά, την ίδια την ιστορία και την κοινωνία τους, το θέμα των Αρμενίων, το κουρδικό, στην Ελλάδα παρατηρώ μια οπισθοδρόμηση τα τελευταία χρόνια: αν κάποιος τολμήσει να πει κάτι έξω από τις άχρηστες ιστορικές γνώσεις του σχολείου, που τις έχουμε πια αναγάγει σε υπέρτατη αλήθεια, είναι αυτομάτως προδότης. Η Τουρκία λοιπόν αλλάζει, κι η αλλαγή φαίνεται και στην Κωνσταντινούπολη.

Αλλά εμένα εξακολουθεί να μου προκαλεί μελαγχολία και να μου δημιουργεί μια σχιζοφρένεια. Την αγαπάω, τη νιώθω δική μου, ξέρω ότι εκεί είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ, τα ζητήματα που μ’ενδιαφέρουν. Αλλά δεν την αντέχω. Είναι πολύ δύσκολη η ζωή στην Κωνσταντινούπολη, ό,τι κι αν λένε τα ελληνάκια που πάνε πια τσούρμο εκεί και φτιάχνουν μια ελληνική κοινότητα για χαβαλέδιασμα μεταξύ τους. Δεν έχουν καταλάβει τίποτα.

Γιατί ακόμα κι οι άνθρωποι που είναι από την Κωνσταντινούπολη νιώθουν αυτή τη δυσκολία και βιώνουν αυτή τη σχιζοφρένεια. Μίλησα σ’έναν απ’αυτούς γι’αυτή την αντίφαση της Κωνσταντινούπολης, που μου προκαλεί, το ότι τη νιώθω τόσο δική μου αλλά δεν την αντέχω. Και μου απάντησε: «καλωσήρθες».

16 Δεκ 2009

Τα πιο ωραία πράγματα που μου έχουν πει

Δεν θυμάμαι πώς μου ήρθε. Α, ναι, θυμήθηκα: έγραψα ένα σχόλιο στο μπλογκ της Ρωξάνης και είπα ότι γράφω «καλαμαρο-κυπραίικα» - κι αμέσως θυμήθηκα την ατάκα «πουστοκαλαμαράες». Σκέφτηκα να γράψω – έτσι για να ευθυμήσουμε – τις δυο-τρεις πιο απίθανες ατάκες που μου έχουν πει ποτέ.

- Πουστοκαλαμαράες! (προφέρεται με χοντρό -σ-, σαν το αγγλικό sh)

Στα κυπριακά «καλαμαράδες» (μερικές φορές το -δ- δεν προφέρεται) είναι οι «εξ Ελλάδος», οι Ελλαδίτες. Τα δύο κουπέπκια λοιπόν, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο νησί της Αφροδίτης (που παράγει φυσικά και τα ομώνυμα υποδήματα) συμμετείχαμε σε διάφορες δραστηριότητες. Στο πλαίσιο μιας από αυτές, μας ανατέθηκε μια φορά να γράψουμε μια ανακοίνωση/άποψη για ένα πολιτικό θέμα. Τη γράψαμε σε 10 λέπτα και τη δώσαμε στον υπεύθυνο «σύντροφο». Τη βλέπει λοιπόν κι αμέσως αναφωνεί «πουστοκαλαμαράες!». Πούστηδες καλαμαράδες δηλαδή, αλλά ήταν εντελώς χαϊδευτικό: ήθελε απλώς να πει ότι γράψαμε μάνι-μάνι μια πολύ καλή ανακοίνωση.

- Λεβέντη μου

Εγώ ετών 18 ή 19. Επισκέπτομαι φίλη που σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη. Είχα τότε πολύ κοντά μαλλιά (αγορίστικα) κι ήμουνα πολύ αδύνατη. Είχε και ψοφόκρυο (Χριστούγεννα ήταν), και φόραγα τζην, χοντρό πουλόβερ και χοντρό μπουφάν. Πάω λοιπόν στο ψιλικατζίδικο να πάρω γάλα. Και μου λέει ο κύριος εκεί στο μαγαζί: «300 δραχμές λεβέντη μου».

- Μου θυμίζετε τη Χιονάτη

Μ’αυτή την πρόταση ένας Τούρκος κέρδισε το βραβείο της καλύτερης ατάκας όλου του χρόνου, ήδη από την πρώτη μέρα της χρονιάς. Παραμονή πρωτοχρονιάς, σ’ένα πάρτι το άκουσα αυτό. Μάλλον του θύμιζα τη Χιονάτη της ομώνυμης ταινίας του Ντίσνεϊ, γιατί φορούσα μακριά κόκκινη φούστα και μαύρη μπλούζα.

- Alçak!

Τώρα πώς να το μεταφράσω αυτό; Το τουρκο-ελληνικό λεξικό το δίνει «χαμερπής, ποταπός, κάθαρμα» - βρισιά είναι πάντως, κι αρκετά βαριά. Την τελευταία φορά που ήμουν στην Τουρκία με αποκάλεσε έτσι κάποιος που ξέρω, για να μου πει χαϊδευτικά κάτι του τύπου «γιατί δεν έρχεσαι πιο συχνά, alçak;» ή «να μας ειδοποιείς νωρίτερα όταν είναι να έρθεις, alçak». Κι αμέσως μου είπε: «ε, καταλαβαίνεις, δεν το χρησιμοποιώ σαν βρισιά...»


Αυτό νομίζω είναι και το νόημα: το τι μας λένε και το πώς μας αποκαλούν έχει να κάνει με το τι ακριβώς εννοεί αυτός που μας απευθύνεται έτσι. Αυτονόητο, θα μου πείτε: αλλιώς λες «μαλάκα» τον τύπο που παραβιάζει το στοπ και σε τρακάρει κι αλλιώς τον κολλητό σου («καλά είσαι ρε μαλάκα;»).

Συνηθώς μ’ενοχλεί να με αποκαλούν «κούκλα μου» ή «κοπελιά» στα καλά καθούμενα, αλλά και πάλι εξαρτάται από το ποιος και πώς το λέει. Συνήθως είναι κάτι συγκαταβατικό, ιδίως όταν στο λέει κάποιος άγνωστος τον οποίο συναστρέφεσαι επαγγελματικά: «στο άλλο ταμείο κοπελιά», «τι θες πάλι κούκλα μου;». Σε κάτι τέτοια ξυπνάει η φεμινίστρια μέσα μου και διαολίζομαι. Δεν έχω δει να λένε σε κάναν άντρα «τι θα πάρεις αγόρι μου;» ή «στον τρίτο να πας κούκλε, στο πρωτόκολλο» - εκτός κι αν τους τα λένε και δεν τα έχω ακούσει... Από την άλλη, έχω φίλους που με αποκαλούν «κούκλα μου» ή «κοπέλα μου» ή «κοπελιά» κι εκεί δεν με πειράζει. Απλώς, θεωρώ ότι χρειάζεται να έχεις μια οικειότητα με κάποιον για να χρησιμοποιείς τέτοια χαϊδευτικά.


Αυτά και τέρμα τα αστεία! Η επόμενη ανάρτηση θα είναι ένα κείμενο (λίγο μακροσκελές για μπλογκ, αλλά νομίζω καλό) που είχα γράψει για τις κινητοποιήσεις της Γαλλίας το 2006.

9 Φεβ 2009

Μία, δύο... πόσες πράσινες γραμμές;

Πρόσφατα έμαθα ότι υπάρχει και στη Βηρυτό μια πράσινη γραμμή (εδώ πληροφορίες γι’αυτή και γι’άλλες πράσινες γραμμές). Πρόκειται για τη γραμμή που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1975-1990) χώριζε τις γειτονιές της πόλης σε χριστιανικές και μουσουλμανικές. Η γραμμή ονομάστηκε πράσινη επειδή, καθώς έμενε αναξιοποίητη – απάτητη ουσιαστικά – τα κτήρια ερήμωσαν κι όλη η νεκρή ζώνη γέμισε με φυτά.

Η πράσινη γραμμή της Λευκωσίας, αν κι έχει (είχε; δεν έχω πάει από τότε που άνοιξαν τα οδοφράγματα) γεμίσει κι αυτή σκουπίδια κι αγριοχόρτα, ονομάστηκε γι’άλλο λόγο πράσινη: από τη γραμμή που χάραξε ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, Γιανγκ, με πράσινο μολύβι πάνω στον χάρτη, όταν στο τέλος του 1963 η Λευκωσία χωρίστηκε για πρώτη φορά – μετά από τα αιματηρά επεισόδια που για τους Ελληνοκύπριους για χρόνια ήταν απλώς η «ανταρσία των Τουρκοκύπριων» και για τους Τουρκοκύπριους ήταν τα «ματωμένα Χριστούγεννα» (βλ. εδώ για μερικά βασικά στοιχεία κυπριακής ιστορίας στα ελληνικά – σημειωτέον, αν και καθόλου αξιοπερίεργο, ότι η ελληνική και η τουρκική βικιπαίδεια έχουν αρκετά διαφορετική οπτική στην ιστορία της Κύπρου).


Η πράσινη γραμμή στην οδό Λήδρας, αφού έφυγε το φυλάκιο αλλά πριν ανοίξει το οδόφραγμα.


Όσο άσχημη έχει υπάρξει η λειτουργία της πράσινης γραμμής, τόσο ποιητικό είναι το όνομά της. Πριν πάω στη Λευκωσία, τη φανταζόμουν σαν μια γράμμη πράσινου χρώματος χαραγμένη στην άσφαλτο, σαν τις διαχωριστικές γραμμές των δρόμων. Στην πραγματικότητα, η πράσινη γραμμή (από το 2003 δεν υπάρχει πια – τουλάχιστον όχι στην προηγούμενη μορφή της) ήταν, μέσα στη Λευκωσία, διάσπαρτα συρματοπλέγματα, οδοφράγματα και φυλάκια από τα οποία ξεκινούσε η νεκρή ζωνή, μετά την οποία φαίνονταν τα φυλάκια των Τουρκοκύπριων, με τουρκικές και τουρκοκυπριακές σημαίες. Τα φυλάκια και τα συρματοπλέγματα μου έκαναν εξαρχής εντύπωση στη Λευκωσία. Όχι αυτά καθαυτά για την ακρίβεια, αλλά το πώς ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά σου: περπατούσες στην παλιά πόλη (το μοναδικό όμορφο σημείο της Λευκωσίας) και ξαφνικά ο δρόμος μπροστά σου έκλεινε: «Απαγορεύεται η είσοδος – Νεκρή ζώνη». Κι ένα φυλάκιο βαμμένο μπλε και άσπρο. Τόσο πολύ με είχε επηρεάσει αυτή η περίεργη, μισή γεωγραφία, που δεν μπορούσα να φανταστώ κάτι άλλο. Όσο ακόμα ζούσα στη Λευκωσία πήγαμε ταξίδι στο Πόζναν της Πολωνίας (λίγο σουρεαλιστικό αυτό το ανατολική Μεσόγειος – πολωνική επαρχία, ε; Δύο πτήσεις κι ένα τρένο χρειάστηκαν). Το Πόζναν διαθέτει μια πολύ όμορφη παλιά πόλη, την οποία και περπατήσαμε. Ε, λοιπόν είχα διαρκώς την αίσθηση ότι αυτή η παλιά πόλη κάπου έπρεπε να σταματάει απότομα, να έχει ένα συγκεκριμένο όριο πέρα από το οποίο δεν μπορείς να πας...


Εγκαταλειμμένο ελληνοκυπριακό φυλάκιο, κοντά στην πύλη Πάφου.


Ήταν πραγματικά περίεργη η αίσθηση ότι κάπου ο δρόμος σου κόβεται. Και παράξενη η διαπίστωση ότι οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι – τουλάχιστον οι συνομήλικοί μας, που είχαν γεννηθεί μετά το ’74 – δεν συνειδητοποιούσαν καν πόσο περίεργο ήταν αυτό, κι ούτε αναρωτιόντουσαν πώς συνέβη – πέρα από τα επετειακά «δεν ξεχνώ» και τα σημαιάκια που ανέμιζαν μπροστά στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας οι μαθητές σε κάθε επέτειο της ίδρυσης του ψευδοκράτους, τραγουδώντας για «την Κύπρο που οι εμπόροι τη μισούνε».

Πρόσφατα έμαθα για το εξής:
Rooftop Theatre Group. Πρόκειται για μια δικοινοτική θεατρική ομάδα. Απαρτίζεται από νέους ανθρώπους που προσπαθούν να προσφέρουν μια εναλλακτική ματιά στην κυπριακή ιστορία και ταυτότητα. Γι'αυτό τον λόγο δέχεται τα πυρά πολλών, με αφορμή π.χ. τη χρηματοδότησή της από αμερικανικά ιδρύματα. Και παλιότερα οι δικοινοτικές δραστηριότητες (αυτές π.χ. που πραγματοποιούνταν υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. - δεν ξέρω αν συνεχίζονται) είχαν προκαλέσει πολεμική.
Θεωρώ ότι όλες αυτές οι προσπάθειες είναι θετικές. Το μόνο "αρνητικό" που θα μπορούσα να τους προσάψω είναι ότι μερικές φορές γίνονται αφελείς ή υπεραπλουστεύουν τα ζητήματα. Έχω πάντως την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια (από την ίδρυση του πανεπιστημίου και μετά;) όλο και περισσότεροι νέοι Κύπριοι με όρεξη και ιδέες προσπαθούν να κάνουν καινούρια πράγματα στην Κύπρο. Αυτό από μόνο του είναι ήδη θετικό.

Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο πολυταξιδεμένος γευσιγνώστης
Kangerlussuaq.