8 Οκτ 2012
Κωνσταντινούπολη 2004-Αθήνα 2012
11 Απρ 2012
Το πουκάμισο το θαλασσί
12 Μαρ 2012
Ο επιμένων ελληνικά

Είχα μια κουβέντα τις προάλλες περί ανέμων και υδάτων και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, το χιλιοειπωμένο "προτιμάτε ελληνικά προϊόντα, στηρίξτε την ελληνική οικονομία". Είναι μια ατάκα τόσο κλισέ και τόσο διαδεδομένη σε όλο το πολιτικό φάσμα (από βαθιά δεξιόστροφη, ξενοφοβική μερίδα μέχρι τον αριστερό εθνικό προστατευτισμό) που την έχω κατατάξει στο απόλυτο τίποτα. Έχω πολλές ακόμα στη συλλογή μου, όπως "είμαι κατά της βίας", "οι καλοί πεθαίνουν νέοι", και άλλα αποικιακά εδώδιμα. Τα κλισέ έναν ρόλο έχουν στη ζωή μας: να ερμηνεύονται κάθε φορά με τον τρόπο που μας βολεύει και ν'αποκτούν το περιεχόμενο που τους δίνουμε. Πλην όμως, όταν κάθεται η μπίλια στην κυρίαρχη ερμηνεία, το πράγμα σπάνια επιδέχεται εναλλακτική προσέγγιση. Όταν δλδ κάποιος δηλώνει εναντίον της βίας, δεν το κάνει επειδή έχει αναλύσει όλες τις μορφές βίας που υπάρχουν (σωματική, κοινωνική, πολιτική, ψυχολογική, κρατική, επαναστατική κλπ) για να καταλήξει στη συλλήβδην απόρριψή τους αλά Μαχάτμα Γκάντι, αλλά συνήθως αναπαράγει την αντιδραστική θέση, βάσει της οποίας νομιμοποιεί εν τοις πράγμασι μία συγκεκριμένη μορφή βίας, φορέας της οποίας είναι συνήθως το κράτος και οι/τα συν αυτώ.
Με τον ίδιο τρόπο, το κλισέ "προτιμάτε ελληνικά προϊόντα" σπάνια αποτελεί προϊόν βαθέος πολιτικού στοχασμού περί οικονομικού προστατευτισμού σε εθνικό ή/και ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνήθως προτρέπει στο άδειασμα του κοντινότερου σούπερ-μάρκετ με κριτήρια αποκλειστικά εθνικά. Ποια σοκολάτα παράγεται στην Ελλάδα; Αυτήν και παίρνουμε για να πιάσουμε υψηλό σκορ στο ελληνόμετρο. Αν κάνεις και καμιά ερώτηση παραπάνω στον υπερασπιστή της θέσης αυτής, σου πετάει και μια μεγαλοπρεπή "εθνική αλληλεγγύη" και σε κάνει αλοιφή.
Να τη δεχτώ την αλληλεγγύη, αφού είναι άλλωστε η έννοια που χρειαζόμαστε πιο πολύ απ'οποιαδήποτε άλλη την εποχή αυτή. Ποια αλληλεγγύη όμως, σε ποιους ακριβώς και με ποιους όρους; Αδειάζοντας τα ράφια του σούπερ-μάρκετ με γνώμονα το εθνικό (ουχί ακαθάριστο) προϊόν, σ'αυτόν που σίγουρα δείχνεις αλληλεγγύη είναι στο βιομήχανο που το εκμεταλλεύεται. Ο παραγωγός κι ο εργάτης που δουλεύουν για να το παράγουν συχνά υποαμείβονται και ζουν μονίμως με το σηκωμένο αντίχειρα του ιδιοκτήτη πάνω απ'το κεφάλι τους, με την απειλή ότι αν ζητήσουν πιο αξιοπρεπείς απολαυές ή συνθήκες εργασίας, θα πάει τα κουβαδάκια του σε άλλη παραλία (πρώτα Βουλγαρία, μετά Κίνα και τέλος υποσαχάρεια Αφρική, κατά σειρά εμφανίσεως). Η δική σου συμμετοχή σ'αυτό το παιχνίδι δε, σε τίποτα δεν βοηθάει τον εν λόγω βιομήχανο να δείξει μεγαλοψυχία επειδή αυξάνονται τα κέρδη του με τη δική σου ταπεινή συνεισφορά. Πόσες ελληνικές εταιρίες έχουμε δει να κατανέμουν τα κέρδη στη βασική πηγή της ύπαρξής τους, στον παραγωγό και στον εργάτη; Προσωπικά δεν είχα την τύχη να γνωρίσω εργάτες και παραγωγούς που πλούτισαν επειδή τ'αφεντικά τους έκαναν χρυσές δουλειές. Αντίθετα, έχω δει πολλά αφεντικά, παρά τις κάθε χρόνο αυξημένες πωλήσεις τους εδώ, να φεύγουν ούτως ή άλλως για παραδείσους μακρινούς (ή όχι και τόσο), γιατί δεν είναι ηλίθιοι να πληρώνουν εδώ αξιοπρεπείς μισθούς τη στιγμή που στη Βουλγαρία θα παράγουν με υποπολλαπλάσιο κόστος.
Δεύτερον, το κλισέ "προτιμάτε ελληνικά" γίνεται η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για οποιοδήποτε παράπτωμα της εταιρίας ή του προϊόντος. Το ελληνόσημο δλδ είναι ικανό να αντικαταστήσει ελέγχους ποιότητας, τιμών, διανομής, ανταγωνισμού και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός. Με ένα απλό παράδειγμα, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να προτιμώ την τάδε ελληνική βιομηχανία γάλακτος, όταν έχει βουίξει ο τόπος για τα μεταλλαγμένα που ταϊζει τα ζώα της. Θα μου πεις,η αντίστοιχη ιταλική δεν μπορεί να κάνει το ίδιο; Φυσικά και μπορεί, αλλά ας ορίσουμε το αγοραστικό μας κριτήριο με βάση την ποιότητα, τις τιμές, τις συνθήκες παραγωγής και τελευταία την προέλευση.
Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι καθόλου εναντίον του Έλληνα παραγωγού, αγρότη, εργάτη κλπ. Υπέρ του είμαι, όπως και είμαι υπέρ όλων των άνωθι κατηγοριών πάσας εθνικότητας. Για να δείξω την αλληλεγγύη μου όμως, θα ψωνίσω από τον ίδιο αν μπορώ (βλ. επανάσταση της πατάτας στο Νευροκόπι), από το χωριό αν γίνεται (βλ. υγιείς συνεταιρισμούς), παρακάμπτοντας όχι μόνο τη μάστιγα των μεσαζόντων αλλά και τη μάστιγα των μεγάλων μονάδων παραγωγής που λειτουργούν με όρους ληστρικούς κι εκβιαστικούς, όχι επειδή είναι ελληνικές αλλά παρά το ότι είναι ελληνικές. Γιατί η μεγάλη παραγωγή δεν έχει πατρίδα και το αποδεικνύει περίτρανα σε καθημερινή βάση. Εμείς γιατί έχουμε κολλήσει;
13 Φεβ 2012
Σκόρπιες σκέψεις της επόμενης μέρας

2. Μου έκαναν εντύπωση οι οικογένειες. 20χρονοι που μπορεί να κατέβαιναν γενικά σε πορείες (ή και όχι) με τους γονείς τους, προσπαθούσαν να πάρουν ανάσα από τους συνεχείς ψεκασμούς και ρωτούσαν ταυτόχρονα μέσα από την κάπνα και τον αχό «Πού είναι η μαμά;».
3. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι γι’αυτό. Πήγαμε σαν σε σχολική εκδρομή. Χωρίς μαντήλια, μααλόξ, μάσκες και όλο τον υπόλοιπο εξοπλισμό. «Μια συγκέντρωση θα είναι», σκεφτήκαμε. Κούνια που μας κούναγε...
4. Ακούγαμε για πολύ κόσμο ήδη πριν τις 5. Πλησιάσαμε στο Σύνταγμα γύρω στις 5.30 μαζί με άπειρο κόσμο που κατέβαινε ανοργάνωτα, χωρίς μπλοκ και πανό. Δεν καταφέραμε να φτάσουμε. Λίγο μετά την Ομήρου μύρισε δακρυγόνο παντού και το πλήθος προέβη σε τακτική υποχώρηση από το Σύνταγμα. Το ιδιο κι εμείς. Όταν ηρέμησαν λίγο τα πράγματα, κατεβήκαμε την Αμερικής προς Σταδίου για να μπούμε στην πλατεία από κάτω. Μέχρι τη γωνία φτάσαμε. Ο κόσμος φώναζε «μας ψεκάζουν» και υποχωρούσε.
5. Θαύμασα την αυτοσυγκράτηση και την ψυχραιμία ενός πλήθους που πνιγόταν, καιγόταν, ψεκαζόταν σαν κατσαρίδα, αλλά δεν ποδοπατήθηκε, δε λιποψύχησε και τελικά δεν υποχώρησε. Σχεδόν συγκινητικές οι φωνές που έρχονταν από παντού «Δε φεύγουμε, δε θα φύγει κανείς». Οι πιο οργανωμένοι ψέκαζαν με μααλόξ τους πιο ανοργάνωτους και όλοι δίναμε κουράγιο ο ένας στον άλλον.
6. Κατάφεραν να μας απωθήσουν ως τα Προπύλαια, τόσο καπνό δεν είχα ξαναδεί, όλη η Πανεπιστημίου πεδίο μάχης. Μείναμε για πολλή ώρα με πολύ κόσμο Σίνα και Ακαδημίας κοιτάζοντας τον πόλεμο που μαινόταν στην Πανεπιστημίου. Πέτρες και μολότοφ απ’τη μια, χημικά και γκλομπ από την άλλη.
7. Και τότε συνέβη το ανεπανάληπτο: ο κόσμος φώναζε στους αμυνόμενους, ενθάρρυνε τις μολότοφ, έπαιρνε πέτρες να τους βοηθήσει. Το μόνο σύνθημα που άκουγα όλες τις ώρες «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Ούτε για μνημόνια, ούτε για Παπαδήμους, ούτε για μεσομακροπρόθεσμα.
8. Στις πορείς με ενοχλούν βαθιά οι μαλάκες που πάνε για να σπάσουν και να αποπροσανατολίσουν τους πάντες από την ουσία για να ασχολούμαστε μετά μόνο με τα «επεισόδια». Χθες για πρώτη φορά στα χρονικά ένιωσα αλληλεγγύη με τους αμυνόμενους (τους «μπαχαλάκηδες» των καναλιών) και ευχόμουν να τα σπάσουν όλα, να μη μείνει τίποτα όρθιο, να πάρουν το αίμα όλων μας πίσω. Δεν έχω ξαναδεί τόση βία, τόση απρόκλητη επιθετικότητα, τόσο μένος για τόσες ώρες συνεχόμενες από τα ΜΑΤ.
9. Χθες κατάφεραν να μετατρέψουν χιλιάδες πασιφιστές σε μπατσοθήρες, σε ανθρώπους έτοιμους να τα σπάσουν όλα για να δείξουν για μια φορά πόσο τους πνίγει ο καπνός, τα χημικά και το δίκιο. Λες κι η πέτρα που θέλαμε όλοι να πετάξουμε θα μπορούσε να χτυπήσει την καρδιά της εικονικής πραγματικότητας και να αποδείξει πόσοι, πώς και γιατί ήμασταν εκεί. Από μια άποψη, το λες κι επιτυχία.
*Αφιερωμένο στη Μπουρμπουλήθρα που μου θύμισε από μακριά ότι η χθεσινή μέρα δεν είχε μόνο μαυρίλα.
9 Ιαν 2012
Δολοφονίες ελληνικών

Μέσα στις γιορτές, που ο κόσμος παραδοσιακά χαλαρώνει, βρήκα την ευκαιρία να διαβάσω λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο. Έπεσε στα χέρια μου, μεταξύ άλλων, και το βιβλίο του Μεχμέτ Μουράτ Σομέρ, «Δολοφονίες Προφητών», εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση από τα τουρκικά της Ιώς Τσοκώνα. Δεν πρόκειται για κάποιο αριστούργημα της τουρκικής λογοτεχνίας, ένα ευχάριστο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι. Οπότε δεν θα το σύστηνα για άλλο λόγο πέρα από το ότι υπό κανονικές συνθήκες θα αποτελούσε ένα συμπαθές και ελαφρύ αστυνομικό ανάγνωσμα. Όμως ούτε καν γι’αυτό μπορώ να το συστήσω. Μέσα στις 277 σελίδες του έχει τόσα λάθη ελληνικών που είναι σχεδόν αδύνατο να πιστέψει άνθρωπος ότι το βιβλίο αυτό το είδε, εκτός από το google translate, και ανθρώπου μάτι, παρόλο που στην αρχή μας λέει ότι έχει περάσει και από διόρθωση. Η τυπική διόρθωση βέβαια δεν συμπεριλαμβάνει τη γλωσσική επιμέλεια, αλλά και πάλι δεν νοείται έκδοση βιβλίου με τόσα γλωσσικά λάθη. Δεν ξέρω πόσο ασύμφορο είναι να περάσει ένα βιβλίο και γλωσσική επιμέλεια, εγώ παραθέτω κάποια παραδείγματα και κρίνετέ το εσείς. Επεξηγώ μόνο τα σημεία που νομίζω ότι δεν βγάζουν νόημα για μη τουρκόφωνους.
Κάνοντας τρεις επιτυχίες, κατέβηκε στον κοσμάκη, ενώ αργότερα επανήλθε στην υψηλή κοινωνία όπου και ανήκε. (σ. 14)
[...]αργούσε πολύ για να αρχίσει. (σ.18)
Πολλές φορές μάλιστα κατορθώνω να απογειωθώ στο ύψος του κεφαλιού του αντιπάλου, με αποτέλεσμα να του τα χώνω στη μούρη. (σ.25) Προφανώς εννοεί ότι μπορεί να κλοτσάει τον αντίπαλο στο πρόσωπο.
[...]δεν αφιερώνω καθόλου χρόνο για την εμφάνισή μου (σ. 25)
Αυτή είναι βέβαια η δουλειά του, να ελέγχει όσους μπαίνουν στο μαγαζί, εγώ όμως είμαι το αφεντικό και δικαιούμαι έξτρα συμπεριφορά. (σ. 28) Ίσως και έξτρα πατατάκια.
Πώς πας ν’ακούσεις ζωντανή μουσική; Έτσι πας να δεις και τραβεστί life. (σ. 42) Υποψιάζομαι ότι το πρωτότυπο γράφει live ή canlı στα τουρκικά.
Άλλαξα το κάθισμά μου και πήρα μια πιο μοιραία πόζα. (σ. 51)
«Να πάρουμε ένα απ’το ένα κι ένα απ’το άλλο και να τα μοιραστούμε», είπε. «Έτσι δεν θα μένει το μάτι του ενός στο φαγητό του άλλου». (σ. 65) Τουρκισμός, εννοεί «έτσι δεν θα λιμπιστούμε/ζηλεύουμε ο ένας το πιάτο που παρήγγειλε ο άλλος».
«Λέω να ξεκινήσω με το νερουλό. Το ξερό θα το φάω καπάκι» (σ. 67) Φαντάζομαι ότι αυτό που μεταφράζει νερουλό είναι το τουρκικό sulu που κατά λέξη είναι ο νερουλός, για φαγητο όμως σημαίνει μαγειρευτό. Σε γενικές γραμμές το αντίθετο του ψητού (αυτού που μεταφράζει ξερό). Λέω φαντάζομαι, γιατί δεν έχω το πρωτότυπο στα χέρια μου.
Δε μου αρέσει να με πιάνουν απ’τη μούρη. (σ. 72)
[...]το σπίτι της ήταν στο Τζιχανγκίρ. Για την ακρίβεια στο Σιρασελβιλέρ. (σ. 12) Το Τζιχαγκίρ είναι πράγματι περιοχή, αλλά η Σιρασελβιλέρ δρόμος. Θα ήταν σα να λέγαγαμε «το σπίτι της ήταν στο κέντρο, στο Πανεπιστημίου».
Πήρα αμέσως τον Χασάν, ο οποίος, όπως είπαμε, εκτελεί καθήκοντα ληξιαρχείου. (σ. 79)
«Μαμά, μπορείς να μας φτιάξεις τσάι; Αν έχεις, φέρε και λίγους κουραμπιέδες». (σ. 86) Αυτό το λέει ένας φανατικός ισλαμιστής στη μαμά του, ο οποίος δεν γιορτάζει φυσικά Χριστούγεννα, απλώς ζητάει λίγα μπισκότα. Κουραμπιές στα τουρκικά είναι γενικά το μπισκότο.
Να, απ’αυτούς τους τελευταίους φοβάμαι. (σ. 93) Το ρήμα «φοβάμαι» συντάσσεται στα τουρκικά με αφαιρετική πτώση (φοβάμαι από κάτι), σε αντίθεση με τα ελληνικά.
Σε γενικές γραμμές τα κορίτσια, παρ’ότι σκοτώνονται μεταξύ τους, καταφέρνουν να αλληλοσυμπαραστέκονται σε ώρα ανάγκης. (σ. 107)
Είχε ωραίο πρόσωπο, αλλά ήταν υπερβολικά αγράμματη. (σ. 108)
Δύσκολα ξημερώθηκα. (σ. 122) Τουρκισμός. Εννοεί «δύσκολα έβγαλα τη νύχτα».
Έπρεπε να ρωτήσω σε κάποιον ειδικό. (σ. 130) Το ρήμα «ρωτώ» στα τουρκικά συντάσσεται με δοτική.
«Ο τύπος ήθελε να το δώσει! Εμένα όμως δε μου αρέσουν αυτά...[...] «Πήξαμε στους ανώμαλους. Τώρα τελευταία βγήκαν κι αυτοί που ντε και καλά θέλουν να το δώσουν σε εμάς. Αφού έχουν τέτοια καΐλα, γιατί δε βρίσκουν κανέναν μπρατσαρά να το ευχαριστηθούν κιόλας; Τι δουλειά έχω εγώ να πηδάω άντρες;» (σ. 138) Συνομιλία δύο τραβεστί. Αν δεν σας βγάζει νόημα ο διάλογος ξαναδιαβάστε τον αντικαθιστώντας το ρήμα δίνω με το ρήμα παίρνω. Στα τουρκικά «göt vermek» σημαίνει «δίνω κώλο» ή ελληνιστί «τον παίρνω». Το εντελώς αντίθετο δηλαδή.
Δυο μήνες κυνηγώ αυτή τη δουλειά και μόλις την έδεσα. (σ. 157)
Ο Αλί δε φαινόταν στη μέση. (σ. 200) Τουρκισμός. Εννοεί ότι ο Αλί ήταν άφαντος.
[Είχε] ένα καθιστικό, ένα υπνοδωμάτιο, μια κουζίνα που έβγαινε στη βεράντα. (σ. 242)
Από πού μας βγήκε κι αυτός; (σ. 257) Τουρκισμός. Εννοεί «από πού ξεφύτρωσε αυτός;»
Δεν έχουμε κρυφά ο ένας απ΄τον άλλο. (σ. 257)
Παρέθεσα μόνο κάποια παραδείγματα από ένα βιβλίο διάσπαρτο με τουρκισμούς, μεταφραστικά και εκφραστικά λάθη. Δεν ξέρω ποιος είναι υπεύθυνος και κυρίως δεν ξέρω καθόλου πώς λειτουργούν οι εκδόσεις Πατάκη, αλλά νομίζω ότι παρόλο που η μετάφραση/διόρθωση/επιμέλεια είναι δουλειά ομολογουμένως δύσκολη και συχνά κακοπληρωμένη, η προχειρότητα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, πολλώ δε μάλλον να θεωρηθεί αρετή.
16 Νοε 2011
Βορίδης ueber alles

16 novembre 2011
EUROPE
Makis Voridis: Ce gouvernement n’est pas basé sur le programme d’un parti, mais simplement
sur un objectif limité dans le temps (une cen tainede jours) : stabiliser la situation, sauver l’économie et garantir le financement de l’économie grecque. Il a donc un but très fédérateur, qui est de sortir la Grèce de la tourmente. Notre mission consiste à mettre en oeuvre les décisions prises lors du sommet européen du 26 octobre, car la participation du pays à la zone euro est en jeu – autrement dit, l’avenir de la Grèce, mais aussi, à bien des égards, l’avenir de l’Europe, car notre éviction pourrait avoir de terribles conséquences. L’enjeu est donc de taille et il était normal que nous répondions positivement à l’appel du premier ministre Lucas Papademos [ndlr: ex-viceprésident de la Banque centrale européenne, ancien de la banque américaine Goldman Sachs], puisqu’il a proposé une trêve générale et un «gouvernement d’entente et d’équilibre » dans l’intérêt de la nation. Le nouveau gouvernement est pressé par Bruxelles et le Fonds monétaire international (FMI) de ramener le plus rapidement possible notre pays, dont l’endettement atteint 162 % du PIB, à la stabilité économique..
Est-ce que cette cohabitation ne risque pas d’être difficile, voire stérile?
Nous devons, certes, faire fonctionner une équi pe ministérielle aux sensibilités politiques très diverses: c’est évidemment un défi, mais je crois que nous le relèverons tous. Et ce, à condition
que chaque parti accepte de mettre ses idéesde côté pour parer au plus pressé, qui est de réduire la dette. Nous éviterons tous de critiquer nos partenaires sur la place publique, même si
les discussions seront évidemment possibles en conseil des ministres. Le plus important est de concrétiser les mesures d’assainissement budgétaire de la Grèce, pour débloquer prochainement une tranche vitale de 8 milliards d’euros sur le premier prêt accordé par l’Union européenne. D’ailleurs, pour revenir à votre question, bien au-delà du risque de cohabitation difficile, il était important de montrer la volonté de la Grèce d’appliquer les engagements pris auprès de nos partenaires européens. Cette coalition, pratiquement et symboliquement, illustre la volonté générale de sortir le pays de la crise. C’est aussi une manifestation de cohésion nationale, face aux troubles internes qui ont pu agiter la Grèce.
Quelles solutions proposerez-vous?
Il y a de solides raisons d’espérer sortir de la crise. La solution primordiale, c’est de continuer le plan de financement prévu avec nos partenaires: effacement de 100 milliards d’euros de dette publique détenue par les banques, un prêt supplémentaire et une recapitalisation des banques
grecques. Sans cela, la stabilité est impossible. Ensuite, il faut réduire drastiquement le déficit
et équilibrer le budget, notamment en réduisant fortement le train de vie de l’Etat et de la fonction publique. Enfin, il faut redynamiser notre économie, nous montrer plus compétitifs et, bien sûr, lutter à tout prix contre la corruption.
L’implication du FMI et de l’UE dans vos affaires ne met-elle pas en péril la souveraineté de la Grèce?
C’est ainsi: il existe des lois européennes et des procédures appliquées à tous les membres de la zone euro lorsque le budget ou les éléments macroéconomiques sont déficients. Les contrôles
vont évidemment être accrus avec l’accord du 26 octobre…
N’est-ce pas un obstacle concernant la défense des intérêts de la Grèce? Par rapport à vos relations avec la Turquie, par exemple…
En fait, tout dépend du problème dont il pourrait être question. En l’état, je ne peux pas vous répondre sans un cas précis à traiter. Ce qui est sûr, c’est que si une menace grave pesait sur
l’intérêt national de la Grèce, je ferai mon devoir.
L’immigration semble également poser un grave problème social en Grèce…
L’immigration constitue effectivement un grand problème dans notre pays, mais si vous voulez bien, nous attendrons les élections législatives du 19 février pour en reparler! Tout le monde, au sein du gouvernement, ne partage pas notre programme concernant l’immigration. Ce que je peux vous dire, c’est que ce sera forcément un sujet abordé en conseil des ministres, car nous pensons que, pour résoudre la crise, il est indispensable de changer le code de la nationalité,
limiter drastiquement les aides sociales et inverser les flux migratoires.
Que pensez-vous des émeutes des Indignés?
C’est délicat… Je peux évidemment comprendre qu’il y ait beaucoup de mécontents. Bien des
gens rencontrent les pires difficultés à cause du chômage, ou des coupes qui ont été faites dans les salaires et les retraites; mais il est important de refuser la violence et d’établir un dialogue. Concrètement, il faut prendre le maximum de mesures sociales pour éviter l’aggravation de la situation des plus modestes de mes concitoyens. Mais il est tout aussi important de réformer l’état socialiste mis en place par la gauche, qui, structurellement, coûte une fortune et qui, finalement, est en partie à l’origine de la crise qui nous frappe. Cette faillite du système nous ramène d’ailleurs au problème de l’immigration, car les étrangers installés en Grèce, généralement illégaux, sont le plus souvent venus pour bénéficier de notre système d’assistance publique. Ce faisant, en cette période de crise, chaque euro qui leur est alloué manque cruellement aux plus pauvres d’entre nous.
[Propos recueillis par P. Cousteau]
23 Ιουλ 2011
Milch
FRAUEN:
Wann gibt’s endlich Milch?
Warum wird uns nicht aufgemacht?
LUCHENI:
Heute keine Lieferung!
MÄNNER:
Wieder umsonst.
Die Kanne leer, wie so oft.
Umsonst gefrorn und gehofft, die halbe Nacht.
MENGE:
Jemand belügt uns.
Jemand betrügt uns.
Jemand hält uns für dumm.
Wir müssen hungern,
andere lungern
in den Palästen rum...
Schluss!
LUCHENI:
Wollt ihr wissen, wer die Milch euch nimmt?
MENGE:
Sag wer?
LUCHENI:
Die ganze Milch ist nur für sie bestimmt!
MENGE:
Für wen?
LUCHENI:
Für eure Kaiserin! Sie braucht sie für...
MENGE:
Für was?
LUCHENI:
... ihr Bad!
MENGE:
Was?
LUCHENI:
Ja!
FRAUEN:
Was für ein Skandal!
LUCHENI:
Ein Skandal!
FRAUEN:
Das hätt’ ich nie von ihr geglaubt!
LUCHENI:
Das hättet ihr nie von ihr geglaubt!
MÄNNER:
Kinder sterben, weil’s keine Milch gibt für sie...
LUCHENI:
Keine Milch für die Kinder!
MÄNNER:
... während sie badet darin...
LUCHENI:
Sie badet darin!
MÄNNER:
... und uns beraubt!
MENGE:
Was nützt das Klagen,
man muss verjagen,
die uns ins Unglück führ’n!
LUCHENI:
Verjagt, die euch ins Unglück führ’n!
MENGE:
Weg mit den Drohnen,
die uns nicht schonen –
Lasst sie die Volkswut spür’n!
LUCHENI:
Lass sie die Volkswut spür’n!
MENGE:
Schluss!
LUCHENI:
Wollt ihr hören, was die Kaiserin quält?
MENGE:
Sag, was?
LUCHENI:
Wenn sie in ihrem Kamm die Haare zählt,...
MENGE:
Wie das?
LUCHENI:
... weint sie vor Kummer,
denn sie trauert um...
MENGE:
Um was?
LUCHENI:
... ihr Haar!
MENGE:
Was?
LUCHENI:
Ja!
MENGE:
Zeit, sich zu wehren!
LUCHENI:
Höchste Zeit!
MENGE:
Wir woll’n sie lehren...
LUCHENI:
Wir woll’n sie lehren!
MENGE:
... dass man uns nicht verlacht.
LUCHENI:
Lasst euch nicht mehr verhöhnen!
MENGE:
Brot für die Armen!
Recht statt Erbarmen!
Nieder mit jeder Macht!
LUCHENI:
Freiheit für das Volk!
MENGE & LUCHENI:
Brüder seid bereit,
es ist soweit!
Schluss mit dem Leid! Sagt ja!
Die neue Zeit ist da!
11 Ιουν 2011
Οι πλατείες κι οι πορείες
Το ποστ αυτό γράφεται στο πλαίσιο του αφιερώματος "Πλατεία και Δημοκρατία".Ο απολογισμός που μπορώ να κάνω για το Σύνταγμα δεν είναι αντιπροσωπευτικός γιατί δεν βρίσκομαι εκεί κάθε μέρα. Πηγαίνω όποτε και όσο μπορώ. Γι’αυτό δεν θα επιχειρήσω να κάνω συνολικό απολογισμό, μόνο να παραθέσω κάποιες σκέψεις που γυροφέρνω στο μυαλό μου με αφορμή τις πλατείες. Αρχικά προσπαθούσα να ταύτισω το εγχειρήμα με ό,τι καλούπια είχα ήδη στο κεφάλι μου, και για να το καταλάβω και για να το αναλύσω. Πορείες, συλαλλητήρια, πολιτικές συνελεύσεις. Όταν έπρεπε να το περιγράψω έλεγα: θυμίζει συνάθροιση προεκλογικής ομιλίας, αναμονή πριν τη συναυλία, συλλαληλητήριο για τη Μακεδονία, λαΐκό πανηγύρι επαρχίας. Και προσπαθώ τόσες μέρες να βρω τι κοινό έχουν αυτοί οι άσχετοι μεταξύ τους συνειρμοί. Βρήκα δύο. Το ένα είναι το πλήθος. Ατέλειωτοι άνθρωποι μαζεμένοι σε παρέες, πηγαδάκια που έχουν συγκεντρωθεί για έναν σκοπό σε κάποιο μέρος. Για ν’ακούσουν τον ηγέτη, τον τραγουδιστή, το εθνικό κάλεσμα. Κοινή συνισταμένη, το εξωτερικό γεγονός που τους ενώνει. Αυτό ήταν εύκολο, πολλές αναλύσεις διαβάζουμε τελευταία για την έννοια του πλήθους, την κινητήριο αυτή δύναμη που μπορεί να κάνει θαύματα μόνο και μόνο λόγω του όγκου της.
Το δεύτερο που μου πήρε μέρες να το προσδιορίσω ήταν πιο χωροταξικό. Αναρωτιόμουν γιατί σε καμία περιγραφή δεν μου ερχόταν η εικόνα της πορείας στο μυαλό μου, ενώ τα επιμέρους χαρακτηριστικά περισσότερο πολιτικά είναι παρά οτιδήποτε άλλο. Και τελικά το βρήκα: Η στατικότητα της πλατείας. Σε αντίθεση με τι; Με την κινητικότητα της πορείας. Στην πορεία ξεκινάς με καθορισμένο από πριν στόχο. Έχεις αρχή, μέση, τέλος και ειρμό. Φωνάζεις συνθήματα, δεν εγκαταλείπεις το μπλοκ και μένεις οχυρωμένος στις αλυσίδες όταν χτυπάνε τα ΜΑΤ. Όσο μπορείς. Στόχος είναι ν’ακουστείς, να συσπειρωθείς και να ταυτιστείς με την αναγνωρισιμότητα που σου προσφέρει το μπλοκ, την προσωπική σου ανωνυμία και τα συνθήματα που υπερβατικά ενώνουν σε μια φαντασιακή κοινότητα κοινών διεκδικήσεων. Διεκδικήσεων προσεκτικά ορισμένων από πριν και σχεδόν σχεδιασμένων με μοιρογνωμόνιο. Ξέρεις απόλυτα ποια είναι τα διακυβεύματα και το μόνο που μπορεί να σε εκπλήξει είναι κάποια ευφάνταστα συνθήματα (δεν λέω για τους μπάτσους, αυτό δεν είναι πια έκπληξη). Για να είσαι σωστός διαδηλωτής μένεις οχυρωμένος στις αλυσίδες του μπλοκ σου, αλλιώς, αν περιφέρεσαι δεξιά-αριστερά προσπαθώντας να βγάλεις άκρη με τα υπόλοιπα μπλοκ ή να μετρήσεις κεφάλια ή να βγάλεις καμιά πανοραμική, κατατάσσεσαι πάραυτα στην κατηγορία του Γιαπωνέζου τουρίστα και όχι σ’αυτήν των σοβαρών και συνειδητοποιημένων διαδηλωτών. Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω από χωροταξικής άποψης μια πορεία η λέξη που θα επέλεγα είναι «κατακερματισμός». Όχι ιδεολογικός, ούτε πολιτικός, αυστηρά γεωγραφικός. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός αποτελεί προϋπόθεση της ιδεολογικής σύμπνοιας σε καθεστώς πορείας. Στην πορεία πας για να εκτελέσεις το χρέος που έχεις ιδεολογικά αναλάβει από πριν, σχεδόν εργολαβικά. Δεν πας όμως για να ζυμωθείς με άλλους ανθρώπους, με διαφορετικές ιδέες, δεν πας για να δεις ή να κάνεις την έκπληξη. Φανταστείτε μια πορεία όπου όλοι οι συμμετέχοντες περιφέρονται άτακτα πάνω-κάτω, μιλάνε με όποιον βρουν μπροστά τους και διαπραγματεύονται το τελικό διακύβευμα. Μια τέτοια εικόνα θα ακύρωνε την ίδια την έννοια της πορείας, η οποία εκκινεί από κάπου και τερματίζει κάπου αλλού, έχοντας προκαθορισμένα αιτηματα και στόχους. Υλικός στόχος είναι να τερματίσουν όλα τα μπλοκ στην γραμμή του ορισμένου από πριν τέρματος και να «διαλυθούν ησύχως», ενώ η συνεκτική της δύναμη είναι η πειθαρχεία στον τρόπο που κινούμαστε. Η τελική ένωση μέσω του κατακερματισμού. Λόγω της φύσης του εγχειρήματος.
Στις πλατείες συμβαίνει το αντίθετο. Και γι’αυτό, ενώ η μαζική προσέλευση παραπέμπει εν πρώτοις σε πορεία, κανένα άλλο στοιχείο δεν θυμίζει αυτού του τύπου την έκφραση. Γι’αυτό για τις πλατείες ο χωροταξικός όρος που θα επέλεγα είναι «ζύμωση». Ζύμωση όλων των τύπων: πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, προσωπική, συλλογική. Εκεί επιβάλλεται η –σχεδόν άναρχη- κινητικότητα των συμμετεχόντων σε όλο το εύρος του χώρου που οι ίδιοι πολύ συγκεκριμένα έχουν ορίσει. Ενώ η κινητικότητα του χώρου της πορείας στηρίζεται εν πολλοίς στην στατικότητα των συμμετεχόντων μέσα σ’αυτή, η στατικότητα της πλατείας επιτρέπει, σχεδόν επιβάλλει την κινητικότητα των συμμετεχόντων. Γι’αυτό η πλατεία ως έννοια είναι πολύ πιο ευέλικτη ως προς το ποιόν των υποκειμένων που την απαρτίζουν. Δεν χρειάζεται να «δηλώσουν» εκ των προτέρων σαφή ιδεολογική τοποθέτηση, δεν κατεβαίνουν υποχρεωτικά υπό την σκέπη ενός φορέα/συνδικαλιστικού οργάνου/παράταξης/κόμματος. Γι’αυτό και τα όρια εντός του –κατά τα άλλα- ευκρινώς ορισμένου χώρου είναι σαφώς πιο ρευστά, πιο ευέλικτα, και τελικά πιο προσπελάσιμα. Η φυσική δρασκελιά που σε μεταφέρει από τον έναν χώρο στον άλλον, στην πλατεία μπορεί να σε μεταφέρει και σε διαφορετικό ιδεολογικό σύμπαν. Γι’αυτό και στην αρχή δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί κάθε φορά κατέληγα με διαφορετικές παρέες, σε διαφορετικό παρτέρι, με περισσότερους αγνώστους απ’ό,τι γνωστούς, κι όλο αυτό με τεράστια φυσικότητα. Η προσλαμβάνουσα εικόνα δηλαδή αλλάζει κάθε φορά ανάλογα με τους ανθρώπους με τους οποίους μιλάς, με το εκάστοτε πηγαδάκι, με την πάνω ή την κάτω πλατεία. Είναι σαν να έχεις μια μαγική εικόνα που μεταβάλλεται κάθε φορά που στρέφεις τον φακό σου κατά λίγες μοίρες. Η πανοραμική δε εικόνα της ευρυγώνιας λήψης δείχνει κάτι παραπάνω από ανθρώπινες κουκίδες. Δείχνει την πολυμορφία ενός μικρόκοσμου αρκετά αντιπροσωπευτικού της ελληνικής κοινωνίας. Γι’αυτό κι η εικόνα που με ξένισε στην αρχή, αυτή του «ό,τι νά’ναι», που δεν παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων με διακριτά χαρακτηριστικά, αλλά σε πολλές και διαφορετικές πραγματικότητες, στο τέλος συνειδητοποίησα ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο της πλατείας. Στην πορεία ξέρεις τι να περιμένεις, φαντάζεσαι από πριν τα πρόσωπα, αν όχι τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους, τουλάχιστον το στιλ, την εμφάνιση και σε γενικές γραμμές τις απόψεις τους. Στην πλατεία, πέρα από παρατηρήσεις τόσο γενικόλογες που καταντούν αφόρητη κοινοτοπία, δεν μπορείς να κατατάξεις το πλήθος στα γνωστά σχήματα με τα οποία έχεις μάθει να πορεύεσαι τόσα χρόνια.
Το στοίχημα λοιπόν της πλατείας, ο τελικός στόχος αν θέλετε, δεν είναι μόνο τα συνθήματα, οι διεκδικήσεις και η αυτοοργάνωση. Το στοίχημα είναι πάνω απ’όλα η ζύμωση διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, η αλληλεπίδραση που μπορεί να έχει η συνάντησή τους και το αποτέλεσμα που αυτή μπορεί να επιφέρει. Δεν ξέρω αν η ζύμωση αυτή θα οδηγήσει σε άμεσα και χειροπιαστά αποτελέσματα (κανείς δεν μπορεί να το ξέρει), αυτό που ξέρω σίγουρα πάντως είναι ότι η εμπειρία της πλατείας θ’αφήσει στους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα από την πρακτική έκβαση του εδώ και του τώρα, κάτι ανεκτίμητο: την πολιτική παρακαταθήκη της δυνητικής ανατροπής που μπορεί να προέλθει από την κινητοποίηση του στατικού.
ΥΓ. Το ποστ αυτό συνειδητά δεν εστιάζεται στο τι ακριβώς συμβαίνει αυτές τις μέρες στην πλατεία. Όταν η δράση προηγείται, η ανάλυση δεν μπορεί παρά να περιμένει.
