Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άσχετα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άσχετα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Φεβ 2010

Ένα έλασσον(;) ζήτημα


Πολλά και σπουδαία συμβαίνουν στην όμορφη και παράξενη πατρίδα μας. Από πορείες εναντίον των νεοφιλελεύθερων μέτρων μέχρι κριτική πατριδογνωσίας σε ξενόφερτα και ξενοκίνητα περιοδικά για το ποιόν του τίμιου κι εργατικού λαού μας. Τίποτα απ'όλα αυτά δεν θα μας απασχολήσει στο παρόν ποστ. Ένα έλασσον θέμα, σε σχέση με τα προαναφερθέντα, απ'αυτά τα μικρά και καθημερινά που σου ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι όμως και κάνουν τη φλέβα στον αριστερό σου κρόταφο να πετάει (αυτό μου συμβαίνει στ'αλήθεια, δεν ξέρω αν προέρχεται από τα νεύρα ή από την χειμερία γρίπη που με κατατρύχει).

Για να μην μακρυγορώ, σήμερα διάβαζα, όπως και πολλοί συνάνθρωποί μου, αυτό. Πρόκειται για ένα κείμενο με θέμα την απόλυση Παλαιστίδη από τις εκδόσεις Άγρα και τη σταση των διανοουμένων. Δεν με απασχολεί η ουσία του κειμένου. Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί (εγώ τυχαίνει κιόλας να ανήκω στην πρώτη κατηγορία), αλλά έχω τρία κομβικά προβλήματα:

Το πρώτο έχει να κάνει με δικό μου κόλλημα με τα ράουντ-μαίηλς. Ο τύπος έστειλε σήμερα χιλιάδες μαίηλς με το κείμενό του. Άπειρα όμως. Ο κάθε πικραμένος που νομίζει ότι έχει γράψει το νέο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, θεωρεί υποχρέωση να σπαμάρει το άπαν σύμπαν με τις σοφίες του. Όλοι γράφουμε τον πόνο μας, αλλά δεν τον στέλνουμε σε όλες μας τις επαφές και σε όλες τις λίστες που ξέρουμε. Φροντίζουμε να γράψουμε κάπου τη γνώμη μας (στο βλογ, σε κάποια λίστα ή έντυπο) και θεωρούμε ότι οι πεφωτισμένοι ομόγλωσσοι θα σπεύσουν να μας διαβάσουν, να αναγνωρίσουν το πηγαίο ταλέντο μας και την το αναμφισβήτητο δίκιο μας. Δεν κοινωνούμε όμως το ψώνιο μας σε εκόντες άκοντες, για να αυξήσουμε την αναγνωσιμοτητά και την αναγνωρισιμότητά μας, χώρια το ντόρο που ελπίζουμε να επιφέρουμε.

Δεύτερον, το υστερόγραφο, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: Το κείμενο δόθηκε για δημοσίευση στα «Ενθέματα» της Αυγής -από όπου είχα στο παρελθόν ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας- στις 22-2-2010. Δύο ημέρες μετά με ενημέρωσαν ευγενικά ότι δεν μπορούν να το δημοσιεύσουν. Καλό είναι, στις αρχές του 21ου αιώνα, να θυμόμαστε όλοι ότι ο σταλινισμός είναι κυρίως νοοτροπία και λιγότερο ιδεολογία…

Tο γεγονός και μόνο ότι ένα άρθρο κόβεται από μια εφημερίδα, αρκεί για να επιφέρει χαρακτηρισμούς όπως σταλινικός/φασίστας/ρατσιστής για τους πάντες και τα πάντα. Δεν μπορεί να χαρακτηρίζουμε ελαφρά τη καρδία σταλινικό οτιδήποτε δεν μας αρέσει ή κάτι με το οποίο διαφωνούμε. Και εμείς γελοιοποιούμαστε και ο Στάλιν χάνει το νόημά του. Από πότε χαρακτηρίζουμε σταλινική την εφημερίδα που για οποιονδήποτε λόγο κόβει ένα άρθρο; Αν ο ίδιος άνθρωπος έστελνε το άρθρο του στην Ελευθεροτυπία ή στην Καθημερινή θα θεωρούσε σχεδόν βέβαιο και απολύτως σεβαστό ότι θα κοβόταν, αλλά η Αυγή αντιμετωπίζεται ως σκουπιδοτενεκές που όλα τα δημοσιεύει. Ο μόνος λόγος που κάτι κόβεται είναι, κατά τον Δεσποινιάδη, ο σταλινισμός. Το ότι έτσι κι αλλιώς κάποια άρθρα κόβονται δεν τον αφορά, γιατί το δικό του άρθρο είναι όπως είπαμε, το νέο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Τρίτον και εξοργιστικότερον, ο Δεσποινιάδης διατείνεται ότι το κείμενό του δεν δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής γιατί οι των Ενθεμάτων είναι σταλινικοί. Μάλιστα. Καμία αντίρρηση δεν θα είχα, αν ο συντάκτης του συμπαθούς (κατά τα λοιπά) άρθρου δεν αποσιωπούσε τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζω (ως μη όφειλα) εντελώς συμπτωματικά και έχουν περιληπτικά ως εξής: ο Δεσποινιάδης στέλνει το κείμενό του στα Ενθέματα. Του απαντάνε ότι δεν θα μπει γιατί ο υπεύθυνος των Ενθεμάτων γράφει γι'αυτή την Κυριακή άρθρο για το ίδιο θέμα (και υπέρ του Παλαιστίδη), αλλά ότι μπορεί να μπει συντομευμένο στην κύρια ύλη. Η απάντηση του Δεσποινιάδη ήταν να χαρακτηρίσει τα Ενθέματα σταλινικά. Το επίθετο σταλινικά είναι αυτό που τελικά μένει στ'αυτιά του καλοπροαίρετου αναγνώστη. Η άποψη του Δεσποινιάδη μετράει (αν η πραγματικότητα άλλωστε δε συμφωνεί μ'αυτήν, τόσο το χειρότετο για την πραγματικότητα) γιατί ποιος έχει τον χρόνο και τη διάθεση να ψάχνει τι στ'αλήθεια συνέβη. Αλλά όπως λέει και ο σοφός, κατά τα άλλα, λαός μας: ρίχνει ο τρελός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα τρέχουν για να τη βγάλουν. Συγχύστηκα πάλι βραδιάτικα...

24 Δεκ 2009

Πολλές ευχές, από την κατσαρόλα με αγάπη!


Ανάμεσα σε coquilles St-Jacques του ενός κουπεπκιού (με συνταγή από το ιντερνέτι παρακαλώ!) και bœuf bourguignon του άλλου... τα κουπέπκια τύλιξαν επίσης και βαλίτσες! Και φεύγουν για την πολλοστή φαντασμαγορική κοινή εμφάνισή τους στο μυθικό, πολυθρύλητο Βερολίνο!

Γιορτάστε λοιπόν ό,τι θέλετε (Χριστούγεννα, Χάνουκα, τη Γιορτή του Μεγάλου Κουραμπιέ, την Επέτειο της Χοληστερίνης...), όπως ακριβώς θέλετε! Τα κουπέπκια θα γιορτάσουν ακόμα μια επανένωση στην πόλη όπου αρμόζει να γιορτάζει κανείς μια επανένωση!

Να σας πω την αλήθεια, δεν τρελαίνομαι κιόλας για γιορτές, και ιδίως για Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, και ιδίως στην Ελλάδα. Μου προκαλεί άγχος αυτό το κλίμα ότι πρέπει ντε και καλά να περάσουμε καλά κι όλη αυτή η προετοιμασία λες κι ετοιμαζόμαστε όλοι για χολυγουντιανό γάμο: τι θα φορέσουμε, πώς θα φτιάξουμε τα μαλλιά μας, σε ποιο σούπερ μέρος θα πάμε... Γι’αυτό χαίρομαι που θα είμαστε μαζί με το άλλο κουπέπι και κάπου πιο χαλαρά (πολύ πιο χαλαρά, τώρα που το σκέφτομαι). Κι αυτό έχω να προτείνω και σε εσάς: μην αγχωθείτε ότι πρέπει να περάσετε υπέροχα ειδικά αυτές τις μέρες (κι αν περνάτε δηλαδή καλά τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου κι όχι ειδικά την Πρωτοχρονιά τι πειράζει;) και κάντε ό,τι σας ευχαριστεί.







16 Δεκ 2009

Τα πιο ωραία πράγματα που μου έχουν πει

Δεν θυμάμαι πώς μου ήρθε. Α, ναι, θυμήθηκα: έγραψα ένα σχόλιο στο μπλογκ της Ρωξάνης και είπα ότι γράφω «καλαμαρο-κυπραίικα» - κι αμέσως θυμήθηκα την ατάκα «πουστοκαλαμαράες». Σκέφτηκα να γράψω – έτσι για να ευθυμήσουμε – τις δυο-τρεις πιο απίθανες ατάκες που μου έχουν πει ποτέ.

- Πουστοκαλαμαράες! (προφέρεται με χοντρό -σ-, σαν το αγγλικό sh)

Στα κυπριακά «καλαμαράδες» (μερικές φορές το -δ- δεν προφέρεται) είναι οι «εξ Ελλάδος», οι Ελλαδίτες. Τα δύο κουπέπκια λοιπόν, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο νησί της Αφροδίτης (που παράγει φυσικά και τα ομώνυμα υποδήματα) συμμετείχαμε σε διάφορες δραστηριότητες. Στο πλαίσιο μιας από αυτές, μας ανατέθηκε μια φορά να γράψουμε μια ανακοίνωση/άποψη για ένα πολιτικό θέμα. Τη γράψαμε σε 10 λέπτα και τη δώσαμε στον υπεύθυνο «σύντροφο». Τη βλέπει λοιπόν κι αμέσως αναφωνεί «πουστοκαλαμαράες!». Πούστηδες καλαμαράδες δηλαδή, αλλά ήταν εντελώς χαϊδευτικό: ήθελε απλώς να πει ότι γράψαμε μάνι-μάνι μια πολύ καλή ανακοίνωση.

- Λεβέντη μου

Εγώ ετών 18 ή 19. Επισκέπτομαι φίλη που σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη. Είχα τότε πολύ κοντά μαλλιά (αγορίστικα) κι ήμουνα πολύ αδύνατη. Είχε και ψοφόκρυο (Χριστούγεννα ήταν), και φόραγα τζην, χοντρό πουλόβερ και χοντρό μπουφάν. Πάω λοιπόν στο ψιλικατζίδικο να πάρω γάλα. Και μου λέει ο κύριος εκεί στο μαγαζί: «300 δραχμές λεβέντη μου».

- Μου θυμίζετε τη Χιονάτη

Μ’αυτή την πρόταση ένας Τούρκος κέρδισε το βραβείο της καλύτερης ατάκας όλου του χρόνου, ήδη από την πρώτη μέρα της χρονιάς. Παραμονή πρωτοχρονιάς, σ’ένα πάρτι το άκουσα αυτό. Μάλλον του θύμιζα τη Χιονάτη της ομώνυμης ταινίας του Ντίσνεϊ, γιατί φορούσα μακριά κόκκινη φούστα και μαύρη μπλούζα.

- Alçak!

Τώρα πώς να το μεταφράσω αυτό; Το τουρκο-ελληνικό λεξικό το δίνει «χαμερπής, ποταπός, κάθαρμα» - βρισιά είναι πάντως, κι αρκετά βαριά. Την τελευταία φορά που ήμουν στην Τουρκία με αποκάλεσε έτσι κάποιος που ξέρω, για να μου πει χαϊδευτικά κάτι του τύπου «γιατί δεν έρχεσαι πιο συχνά, alçak;» ή «να μας ειδοποιείς νωρίτερα όταν είναι να έρθεις, alçak». Κι αμέσως μου είπε: «ε, καταλαβαίνεις, δεν το χρησιμοποιώ σαν βρισιά...»


Αυτό νομίζω είναι και το νόημα: το τι μας λένε και το πώς μας αποκαλούν έχει να κάνει με το τι ακριβώς εννοεί αυτός που μας απευθύνεται έτσι. Αυτονόητο, θα μου πείτε: αλλιώς λες «μαλάκα» τον τύπο που παραβιάζει το στοπ και σε τρακάρει κι αλλιώς τον κολλητό σου («καλά είσαι ρε μαλάκα;»).

Συνηθώς μ’ενοχλεί να με αποκαλούν «κούκλα μου» ή «κοπελιά» στα καλά καθούμενα, αλλά και πάλι εξαρτάται από το ποιος και πώς το λέει. Συνήθως είναι κάτι συγκαταβατικό, ιδίως όταν στο λέει κάποιος άγνωστος τον οποίο συναστρέφεσαι επαγγελματικά: «στο άλλο ταμείο κοπελιά», «τι θες πάλι κούκλα μου;». Σε κάτι τέτοια ξυπνάει η φεμινίστρια μέσα μου και διαολίζομαι. Δεν έχω δει να λένε σε κάναν άντρα «τι θα πάρεις αγόρι μου;» ή «στον τρίτο να πας κούκλε, στο πρωτόκολλο» - εκτός κι αν τους τα λένε και δεν τα έχω ακούσει... Από την άλλη, έχω φίλους που με αποκαλούν «κούκλα μου» ή «κοπέλα μου» ή «κοπελιά» κι εκεί δεν με πειράζει. Απλώς, θεωρώ ότι χρειάζεται να έχεις μια οικειότητα με κάποιον για να χρησιμοποιείς τέτοια χαϊδευτικά.


Αυτά και τέρμα τα αστεία! Η επόμενη ανάρτηση θα είναι ένα κείμενο (λίγο μακροσκελές για μπλογκ, αλλά νομίζω καλό) που είχα γράψει για τις κινητοποιήσεις της Γαλλίας το 2006.

22 Οκτ 2009

Το τέλος της ζωής κι ο τελευταίος έρωτας


Ο Φράνσις Φουκουγιάμα, στο περίφημο βιβλίο του Το Τέλος της Ιστορίας κι ο Τελευταίος Άνθρωπος (The End of History and the Last Man), προφήτευε ότι μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού θα θριάμβευε παντού η ελεύθερη οικονομία κι η δημοκρατία και θα ζούσαμε εμείς καλά κι αυτός (με τα έσοδα του βιβλίου) καλύτερα. Θα είχε σημάνει δηλαδή το τέλος των συγκρούσεων, που θα ήταν και τέλος της Ιστορίας. Γιατί η Ιστορία μπορεί να είναι πολλά πράγματα, αλλά βαρετή δεν μπορεί να είναι. Χρειάζεται κάτι για να κινηθεί, κάτι να ταράξει τα νερά, και δεν χρειάζεται να είσαι μαρξιστής τη σήμερον ημέρα για να δεχτείς ότι αυτό το κάτι σημαίνει και συγκρούσεις. Φαντάζεστε μια Ιστορία χωρίς απολύτως καμία σύγκρουση, όπου όλοι συμφωνούν για το τι μέλλει γενέσθαι; Τι θα έγραφαν οι ιστορικοί; Ή θα έμεναν άνεργοι ή θα αναγκάζονταν να γεμίζουν τις σελίδες τους με μια αφήγηση τόσο συγκλονιστική όσο θα ήταν το ημερόλογιο ενός γιατρού χωρίς αρρώστους ή ενός δασκάλου με μαθητές-ρομπότ: «Σήμερα δίδαξα την προπαίδεια. Όλοι οι μαθητές την έμαθαν αμέσως. Προτίμησαν, αντί να βγουν διάλειμμα, να κάνουμε και τη διαίρεση. Συμφωνήσαμε αύριο να περάσουμε στα κλάσματα.» Η προφητεία του Φουκουγιάμα πάντως – ευτυχώς για τους ιστορικούς – δεν επαλήθευτηκε κι η Ιστορία συνεχίζει την πορεία της.


Παρατηρώ όμως εδώ και χρόνια ότι η θεωρία του βρίσκει πεδίο εφαρμογής σ’έναν εντελώς διαφορετικό τομέα: την εξιστόρηση της ανθρώπινης ζωής σε κάθε είδους ταινίες και σήριαλ, από κωμωδίες μέχρι δράματα περνώντας από τα μιούζικαλ και τις χολιγουντιανές περιπέτειες. Όλα λήγουν όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες, ίσως μ’έναν λίγο πιο εκλεπτυσμένο τρόπο: η Βουγιουκλάκη παντρεύεται τον Παπαμιχαήλ, ο ήρωας της αστυνομικής περιπέτειας αποφασίζει ότι είναι ώρα να νοικοκυρευτεί κι εκδηλώνει τον έρωτά του στην όμορφη ντεντέκτιβ, στο τελευταίο επεισόδιο των γνωστών «Τριών Χαρίτων» κάθε μια από τις τρεις αδελφές βρίσκει το ταίρι της κ.ο.κ.. Και μετά η ιστορία τελειώνει. Ο θεατής μένει με την εντύπωση ότι η Βουγιουκλάκη κι ο Παπαμιχαήλ δεν θα ξανατσακωθούν από αστείες παρεξηγήσεις, ο ήρωας αστυνομικός θα σταματήσει ν’αναλάμβανει επικίνδυνες αποστολές κι η όμορφη ντεντέκτιβ του θα παραιτηθεί από τη δουλειά για να μεγαλώσει τα παιδιά τους, οι τρεις αδελφές δεν θα ξαναζήσουν σουρεαλιστικές περιπέτειες. Εν ολίγοις, η ζωή τελειώνει μαζί μ’αυτό τον τελευταίο – μοιραίο – έρωτα, και ζήσαν (ζήσαν, αλήθεια; ή θάφτηκαν ζωντανοί με το τηλεκοντρόλ στο χέρι;) αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Δεν έχω, καταρχήν, τίποτα εναντίον του ρομαντισμού, αλλά στις κατάλληλες δόσεις και, κυρίως, στις κατάλληλες στιγμές. Ωραίο πράγμα ο έρωτας, κι όταν είμαστε ερωτευμένοι είναι φυσικό να θεωρούμε ότι έχουμε βρει το άλλο μας μισό κι ότι ο έρωτάς μας θα κρατήσει για πάντα (αυτή η αίσθηση του «για πάντα» είναι μάλιστα προϋπόθεση για να ερωτευτούμε). Αλλά άλλο αυτό, κι άλλο να μας παρουσιάζουν τον έρωτα σαν το τέλος της προσωπικής ιστορίας ενός ανθρώπου (ή μάλλον δύο ανθρώπων), σαν ολοκλήρωση του ανθρώπου, σαν αυτοσκοπό της ίδιας μας της ύπαρξης. Βέβαια, κι ολόκληρη η εικόνα του έρωτα που μας παρουσιάζουν ταινίες και σήριαλ είναι εντελώς διαστρεβλωμένη, αλλα αυτό είναι άλλο θέμα...