7 Ιαν 2010

Put the blame on Berlin…


Καλή χρονιά είπαμε; Δεν είπαμε, γι’αυτό ευχόμαστε με χρονοκαθυστέρηση. Ελπίζω η νέα χρονιά να σας βρήκε σε πιο ήρεμη κατάσταση απ’ο,τι εμάς. Όπου εμάς βλέπε κ1, κ2 και μια πλειάδα διάσημων φίλων και συγγενών στο οικείο ντεκόρ της πιο ωραίας πόλης του κόσμου. Περί Βερολίνου ο λόγος. Γι’αυτή την πόλη μπορώ να γράψω τόμους ολόκληρους, ελεγείες, ύμνους και ραψωδίες αν χρειαστεί για να περιγράψω τη μοναδικότητά της, χάρη στην οποία πέρασα τα πιο ωραία χρόνια της ζωής μου. Και αυτό είναι το μόνο σημείο του ποστ το οποίο δεν υπόκειται σε δημοκρατικές διαδικασίες κριτικής και διαλόγου. Για το Βερολίνο δεν σηκώνω κουβέντα. Όλα τα υπόλοιπα συζητιούνται.

Το ποστ όμως δεν είναι για την πόλη μου, παρά την τεράστια επιθυμία μου να μη γράψω τίποτε άλλο, είναι για τις περιπετειώδεις διακοπές των ως άνω αναφερομένων, οι οποίες συνοψίζονται στο λαϊκό «πού πας ρε Καραμήτρο», ή αλλιώς στο νόμο του Μέρφι «εκεί που νομίζετε ότι τίποτε άλλο δεν μπορεί να πάει στραβά». Ξεκινάω με σειρά εμφανίσεως:

- Άφιξη της χαρούμενης παρέας στα περίχωρα του Βερολίνου, όπου και θα κατοικοεδρεύαμε. Ειδυλλιακά τοπία, λιμνούλες, πουλάκια να κελαηδάνε, ευγενικοί γείτονες, παιδάκια με ποδήλατα και άλλα τέτοια γλοιωδώς εξοχικά. Το ειδύλλιο δεν κράτησε πολύ. 4 το πρωί έπεσε ταυτόχρονα το ρεύμα και η θέρμανση που αναλογούσε στη φτωχή μας μονοκατοικία. Με εξωτερική θερμοκρασία λίγο κάτω απ’το 0 (που έτεινε να γίνει και εσωτερική) και πολλά παλτά, η χαρούμενη ομήγυρις κοιμήθηκε αναίσθητα ως το πρωί, ελπίζοντας ότι όλα θα λειτουργούσαν ως διά μαγείας την επόμενη μέρα. Αμ δε! Το επόμενο πρωί, Κυριακή Χριστουγέννων, επιστρατεύθηκε όλη η συνέλευση ιδιοκτητών της γραφικής Λιμνούπολης για να βοηθήσει. Και αφού παρέλασαν από το σπίτι 3 πρόθυμοι γείτονες, ένας άσχετος φίλος για συμπαράσταση, δύο γνωστοί των ιδιοκτητών, μια χιονοθύελλα ξεκάρφωτη και δύο παιδάκια ατάκτως εριμμένα για το ντεκόρ, τελικά το πρόβλημα λύθηκε. Τι είχε συμβεί; Το λιγοστό νερό του καυστήρα μπλόκαρε τη θέρμανση, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε βραχυκύκλωμα. Το όλο θέαμα θύμιζε αθάνατη ελληνική ταινία. Όλοι έρχονται να κόψουν κίνηση, πλην όμως κανείς δε μπορούσε να βοηθήσει. Από προθυμία πάντως δεν είχαμε παράπονο, η μισή πόλη στα πόδια μας και σε εορταστική διάθεση. Απολογισμός: μία καμένη ασφάλεια, πολλές νέες γνωριμίες, κατακόρυφη βελτίωση των γερμανικών μου (τώρα με περηφάνια ξέρω να λέω κάβουρας και σταυροκατσάβιδο). Έτοιμη για βοηθός ηλεκτρολόγου...

Την ίδια μέρα, όσο εμείς προσπαθούσαμε να δαμάσουμε το τέρας που λεγόταν καυστήρας, γνωστός βλόγερ που στο εξής θα αναφέρεται ως Ημιθανής, αποφάσισε να ανακαλύψει τα όρια του αλλεργικού του σοκ όταν ήρθε σε επαφή με τη μαύρη γάτα (εφεξής το Τέρας) του σπιτιού. Για έξτρα βαθμούς δυσκολίας, η αλλεργία κράτησε όλη τη βδομάδα, ο ίδιος όμως το θεώρησε ζήτημα τιμής να μην επισκεφτεί γερμανικό νοσοκομείο. Δεν τον αδικώ καθότι όλοι θυμόμαστε τι μεθόδους εφάρμοζε ο δρ. Μένγκελε στα θύματά του. Και τοτε είχαμε και πόλεμο. Φαντάσου να πας από γάτα εν καιρώ ειρήνης...

• Αυτό βέβαια δε μας εμπόδισε σε τίποτα να αλωνίζουμε όλη τη βδομάδα κυρίως το Ανατολικό Βερολίνο, στο οποίο θα αφιερωθεί έτερο ποστ εν καιρώ τω δέοντι. Η λύση που βρήκαμε ήταν να λείπουμε όσο περισσότερο μπορούσαμε από το σπίτι των πνευμάτων και να κλείνουμε το Τέρας στο υπόγειο όσο έπρεπε να συνυπάρξουμε. Κι ενώ όλα έμοιαζαν ιδανικά, χιόνια στο καμπαναριό, σούπες στα Κνάιπε και καφέδες στα καφέ, το κ2, γνωστό και για το πνεύμα συμπαράστασης που το διακρίνει, τραβάει ένα γερό κρύωμα για να μη νιώθει μοναξιά ο Ημιθανής. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στην αδύνατη εξίσωση: Ημιθανής (=έξω) + κ2 (=μέσα) = συνύπαρξη σε κοινό χώρο. Το θέμα αντιμετωπίστηκε με υπομονή και σωφροσύνη, καθώς ανευρέθη η χρυσή τομή “περιφερόμαστε όλοι μαζί από καφέ σε καφέ”. Αυτή η γνωστή σπαρίλα σε οποιαδήποτε άλλη πόλη, στο Βερολίνο ισοδυναμεί με πολιτισμικό δρώμενο, καθότι τα καφέ, τα μπαρ και τα κνάιπε αφηγούνται ζωντανά την πολυμορφία της πόλης και μαζί της την ιστορία του 20ου αιώνα (όπως και οι εξωτερικοί χώροι άλλωστε), και απευθύνονται σε όλα τα γούστα και τα βαλάντια. Περιττό να προσθέσω ότι το όλο κρόουλινγκ είχε την πρωτότυπη πλην αναμενόμενη θεματική “Φάε την πιο πρωτότυπη Σούπα”.

• Και με τις ευχάριστες αυτές δραστηριότητες (και 2,5 μουσεία για ξεκάρφωμα παρακαλώ) φτάνει η αποφράδα παραμονή Πρωτοχρονιάς. Όπου ακολουθούμε το γνωστό πρόγραμμα, έξω για καφέ και βόλτες μέχρι το βράδυ, και μετά επιστροφή στο σπίτι για την ταρατατζούμ αλλαγή του χρόνου. Στο μεταξύ είχε ήδη μισό μέτρο χιόνι στους δρόμους, άρα με τους υποψήφιους τρόφιμους σανατορίου δεν ήμασταν για ολονυχτία στην πύλη του Βραδεμβούργου. Φτάνουμε κατά τις 10 στο σπίτι, με προμήθειες, σαμπάνιες, κρασιά και σερπαντίνες (ναι, η βόρεια Ευρώπη γιορτάζει ταυτόχρονα και το Τριώδειο), και βάζουμε μπρος την haute cuisine για να εντυπωσιάσουμε τους καλεσμένους μας. (Δε μας έφτανε η κακοδαιμονία μας, θέλαμε να καλέσουμε και κόσμο, τρομάρα μας). Και στο σημείο που χτυπάει το κουδούνι, όλοι φοράνε τα καλά τους, ο Άη-Βασίλης είναι έτοιμος να κατέβει από την καμινάδα και άλλα τέτοια πατροπαράδοτα, ο Ημιθανής αποφασίζει να κάνει τρελό come-back με ολοκληρωτικό αλλεργικό σοκ προκληθέν εκ του Τέρατος. Αλαφιάστηκε, χλώμιασε, βαριανάσαινε και γενικώς όδευε με πολλά ηχητικά εφέ στον επιθανάτιο ρόγχο. Αφήνουμε λοιπόν το κ2 με τους καλεσμένους στο σπίτι και 11 το βράδυ οδεύουμε προς το κοντινότερο νοσοκομείο 4 Πόντιοι: ένας για να οδηγεί, ένας για να συνεννοείται, ένας για να μοιρολογάει, και ο τελευταίος για να κάνει τον άρρωστο. Με μεγάλη επιτυχία βρήκαμε πράγματι ένα νοσοκομείο πολύ κοντά το οποίο ανήκε στους Αντβεντιστές της 7ης μέρας, μια χριστιανική αίρεση που αν δεν την έβλεπα με τα μάτια μου θα ορκιζόμουν ότι πρόκειται για άλλη μία επιτυχία του Ιντιάνα Τζόουνς. Θαύμα θαύμα! Αν δε μας γιάτρευαν, θα μας προσηλύτιζαν ή έστω θα μας έβρισκαν το Χαμένο Δισκοπότηρο. Η Γερμανίδα γιατρός αποδείχτηκε εξίσου κοινότοπη με τους συναδέλφους της απανταχού της γης. Απεφάνθη ότι ο Ημιθανής έχει αλλεργία στις γάτες (σώπα!), ότι καλό θα ήταν να τις αποφεύγει (μη μου πεις!), τον πλάκωσε στις κορτιζόνες και τα οξυγόνα, μας ευχήθηκε καλή χρονιά και μας έστειλε σπίτι μας. Στο οποίο σπίτι φτάσαμε ελάχιστα λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου, την οποία και κάναμε με όσο ταρατατζούμ είχαμε σχεδιάσει καθότι η οπισθοφυλακή είχε έτοιμες τις σαμπάνιες και τα πυροτεχνήματα στον κήπο. Και αφού φάγαμε, ήπιαμε και την Άρτα φοβερίσαμε, άρχισαν όλοι να αποσύρονται σιγά σιγά. Ο Ημιθανής έκανε την αρχή, ο οποίος μετά το κοκταίηλ των Αντβεντιστών, τη σαμπάνια καπάκι κι ένα σφηνάκι κορτιζόνης για χώνεψη, αναφώνησε το αριστουργηματικό “έχω έναν πονοκέφαλο σε όλο μου το σώμα” και κατέρρευσε για τις επόμενες 16 ώρες. Οι πιο γενναίοι καθήσαμε σχεδόν ως το ξημέρωμα.

• Τελευταίο και αποτελειωτικό σκηνικό αποτέλεσε το μακρύ ταξίδι της επιστροφής. Όλοι (πλην του κ2) είχαμε έρθει οδικώς και έτσι είχαμε πρόθεση να επιστρέψουμε. Το ότι η θερμοκρασία ήταν -10 και η Γερμανία ένα ατελείωτο παγοδρόμιο μας φάνηκε μια λεπτομέρεια ήσσονος σημασίας. Η τύχη άλλωστε βοηθάει τους τολμηρούς (αν βρω πάντως ποιος διέδωσε αυτή την εξυπνάδα αλλίμονό του!). Εν παση περιπτώσει, δρόμο παίρνουμε, δρόμο αφήνουμε, κάπου στην επαρχία του Ανόβερου συνειδητοποιούμε ότι η ταχύτητα στην Εθνική θυμίζει ταινία του Αγγελόπουλου (πας, πας και σε 3 ώρες πάλι στο ίδιο σημείο βρίσκεσαι). Ήτοι, με 35 στην Autobahn και μάλιστα στο περίπου καθότι όλη είχε καλυφθεί με χιόνι. Αναγκαστική προσγείωση στη μέση του πουθενά καθώς μόνο με έλκηθρο θα ήταν δυνατή η συνέχιση του ταξιδιού. Στάση στο πρώτο χάνι που βλέπουμε για να πάρουμε δυνάμεις και να ρωτήσουμε πού διανυκτερεύουν οι αποκλεισμένοι στο χωριό τους. Ευγενέστατοι προσφέρθηκαν να τηλεφωνήσουν σε όλες τις πανσιόν της περιοχής για να μας βρουν κατάλυμα πριν σταματήσει εντελώς η κυκλοφορία. Και με το βασικό πρόβλημα του καταλύματος λυμένο στρωνόμαστε στην τάβλα, ξανατρώμε και ξαναπίνουμε στο χάνι του Bad Nenndorf (ναι, το ξέρω ότι έχει πολύ φαϊ το θέμα, κάπου έπρεπε να ξεσπάσουμε κι εμείς) και ξεκινάμε χορτάτοι και καρδαμωμένοι για το ταπεινό μας κατάλυμα. Στο μεταξύ, το χιόνι έχει ξεπεράσει το γόνατο του μέσου ανθρώπου (το δικό μου δλδ) και όλοι χαρούμενοι σπρώχνουμε το αυτοκίνητο τραγουδώντας προσκοπικά τραγούδια για να ξεκινήσει. Και αφού ξανα δρόμο παίρνουμε και δρόμο αφήνουμε, φτάνουμε στο βραδινό μας κατάλυμα για ν'ακούσουμε από τη μοσχάρω γερμανίδα βλάχα ρεσεψιονίστ, σε τιτιβιστά γερμανικά επαρχίας Ανόβερου, ότι έδωσε τα δωμάτιά μας γιατί αργήσαμε λέει και νόμιζε ότι δεν θα πάμε. Εκεί, η ιώβειος υπομονή μας εξαντλήθηκε και τα όλα τα χρώματα της ίριδας απλώθηκαν στα πολύπαθα πρόσωπά μας αλά καρτούν που τα παίρνουν χοντρά. Επόμενο καρέ: ο κόσμος στρώνεται με τα σλιπιν μπαγκς στις καρέκλες ενώ σε άψογα hoch deutsch διαολοστέλνω το βούρλο και απειλώ με μάτι που γυαλίζει ότι θα κοιμηθούμε στη ρεσεψιόν, γι'αυτό να μας βρει κρεβάτια ΤΩΡΑ!!! Η αναίσθητη παίρνει τηλέφωνο όλη την επαρχία Ανόβερου και μετά από 3456543 περίπου τηλέφωνα βρίσκει τελικά δύο τελευταία δωμάτια στο διπλανό χωριό. Όπου για να φτάσουμε θέλουμε τουλάχιστον γερανό. Επειδή όμως του Έλληνα (και της εκπροσωπούμενης γαλλικής μειονότητας) ο τράχηλος ξεφτίλες δεν υπομένει, ξανακαβαλάμε το αμαξάκι μας και ψάχνουμε στα πόσα μέτρα κάτω απ'το χιόνι μπορεί να βρίσκεται η πανσιόν που μας περιμένει. Όταν τα καταφέραμε, νιώσαμε ότι βρήκαμε τη χαμένη Ατλαντίδα. Με όλα αυτά τα μπες-βγες όμως σε απροσδιόριστο υψόμετρο, το κινητό μου αποφάσισε να αυτονομηθεί και να χαθεί για πάντα στη λευκή αγκαλιά της τιμημένης γερμανικής επαρχίας. Αιωνία του η μνήμη. Κι επειδή ενός κακού μύρια έπονται, πάνω που ανακαλύπτουμε τη μυθική έτερη πανσιόν φιλοξενίας, στουκάρουμε μεγαλοπρεπώς το καημένο το αμαξάκι στο κοντινότερο πεζοδρόμιο γιατί πόσο ν'αντέξει κι αυτό το δύσμοιρο τέτοια ταλαιπωρία...Τελικά, με καθυστέρηση μόλις μισής ημέρας και με τις χρειαζούμενες πατερίτσες ανάπηρων πολέμου επιστρέψαμε με δόξα και τιμή στο μεσογειακό (όπως μας φάνηκε) Παρίσι.

• Τελικός απολογισμός: 2 καμένες ασφάλειες, ένας χαλασμένος καυστήρας, ένας Ημιθανής, μια φυματική, μια νευρωτική, ένας σπασμένος προφυλακτήρας, ένα χαμένο κινητό και μπόνους ένα ζευγάρι κλειδιά του καταλύματος που πήραμε μαζί πάνω στα νεύρα μας…Δεν το λες κι άσχημα για μια βδομάδα. Λίγο ακόμα να μέναμε δε νομίζω να έβγαινε κανείς μας ζωντανός.

Κατά τα άλλα όμως περάσαμε υπέροχα και το αυτό επιθυμούμε και δι' υμάς!

24 Δεκ 2009

Πολλές ευχές, από την κατσαρόλα με αγάπη!


Ανάμεσα σε coquilles St-Jacques του ενός κουπεπκιού (με συνταγή από το ιντερνέτι παρακαλώ!) και bœuf bourguignon του άλλου... τα κουπέπκια τύλιξαν επίσης και βαλίτσες! Και φεύγουν για την πολλοστή φαντασμαγορική κοινή εμφάνισή τους στο μυθικό, πολυθρύλητο Βερολίνο!

Γιορτάστε λοιπόν ό,τι θέλετε (Χριστούγεννα, Χάνουκα, τη Γιορτή του Μεγάλου Κουραμπιέ, την Επέτειο της Χοληστερίνης...), όπως ακριβώς θέλετε! Τα κουπέπκια θα γιορτάσουν ακόμα μια επανένωση στην πόλη όπου αρμόζει να γιορτάζει κανείς μια επανένωση!

Να σας πω την αλήθεια, δεν τρελαίνομαι κιόλας για γιορτές, και ιδίως για Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, και ιδίως στην Ελλάδα. Μου προκαλεί άγχος αυτό το κλίμα ότι πρέπει ντε και καλά να περάσουμε καλά κι όλη αυτή η προετοιμασία λες κι ετοιμαζόμαστε όλοι για χολυγουντιανό γάμο: τι θα φορέσουμε, πώς θα φτιάξουμε τα μαλλιά μας, σε ποιο σούπερ μέρος θα πάμε... Γι’αυτό χαίρομαι που θα είμαστε μαζί με το άλλο κουπέπι και κάπου πιο χαλαρά (πολύ πιο χαλαρά, τώρα που το σκέφτομαι). Κι αυτό έχω να προτείνω και σε εσάς: μην αγχωθείτε ότι πρέπει να περάσετε υπέροχα ειδικά αυτές τις μέρες (κι αν περνάτε δηλαδή καλά τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου κι όχι ειδικά την Πρωτοχρονιά τι πειράζει;) και κάντε ό,τι σας ευχαριστεί.







16 Δεκ 2009

Τα πιο ωραία πράγματα που μου έχουν πει

Δεν θυμάμαι πώς μου ήρθε. Α, ναι, θυμήθηκα: έγραψα ένα σχόλιο στο μπλογκ της Ρωξάνης και είπα ότι γράφω «καλαμαρο-κυπραίικα» - κι αμέσως θυμήθηκα την ατάκα «πουστοκαλαμαράες». Σκέφτηκα να γράψω – έτσι για να ευθυμήσουμε – τις δυο-τρεις πιο απίθανες ατάκες που μου έχουν πει ποτέ.

- Πουστοκαλαμαράες! (προφέρεται με χοντρό -σ-, σαν το αγγλικό sh)

Στα κυπριακά «καλαμαράδες» (μερικές φορές το -δ- δεν προφέρεται) είναι οι «εξ Ελλάδος», οι Ελλαδίτες. Τα δύο κουπέπκια λοιπόν, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο νησί της Αφροδίτης (που παράγει φυσικά και τα ομώνυμα υποδήματα) συμμετείχαμε σε διάφορες δραστηριότητες. Στο πλαίσιο μιας από αυτές, μας ανατέθηκε μια φορά να γράψουμε μια ανακοίνωση/άποψη για ένα πολιτικό θέμα. Τη γράψαμε σε 10 λέπτα και τη δώσαμε στον υπεύθυνο «σύντροφο». Τη βλέπει λοιπόν κι αμέσως αναφωνεί «πουστοκαλαμαράες!». Πούστηδες καλαμαράδες δηλαδή, αλλά ήταν εντελώς χαϊδευτικό: ήθελε απλώς να πει ότι γράψαμε μάνι-μάνι μια πολύ καλή ανακοίνωση.

- Λεβέντη μου

Εγώ ετών 18 ή 19. Επισκέπτομαι φίλη που σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη. Είχα τότε πολύ κοντά μαλλιά (αγορίστικα) κι ήμουνα πολύ αδύνατη. Είχε και ψοφόκρυο (Χριστούγεννα ήταν), και φόραγα τζην, χοντρό πουλόβερ και χοντρό μπουφάν. Πάω λοιπόν στο ψιλικατζίδικο να πάρω γάλα. Και μου λέει ο κύριος εκεί στο μαγαζί: «300 δραχμές λεβέντη μου».

- Μου θυμίζετε τη Χιονάτη

Μ’αυτή την πρόταση ένας Τούρκος κέρδισε το βραβείο της καλύτερης ατάκας όλου του χρόνου, ήδη από την πρώτη μέρα της χρονιάς. Παραμονή πρωτοχρονιάς, σ’ένα πάρτι το άκουσα αυτό. Μάλλον του θύμιζα τη Χιονάτη της ομώνυμης ταινίας του Ντίσνεϊ, γιατί φορούσα μακριά κόκκινη φούστα και μαύρη μπλούζα.

- Alçak!

Τώρα πώς να το μεταφράσω αυτό; Το τουρκο-ελληνικό λεξικό το δίνει «χαμερπής, ποταπός, κάθαρμα» - βρισιά είναι πάντως, κι αρκετά βαριά. Την τελευταία φορά που ήμουν στην Τουρκία με αποκάλεσε έτσι κάποιος που ξέρω, για να μου πει χαϊδευτικά κάτι του τύπου «γιατί δεν έρχεσαι πιο συχνά, alçak;» ή «να μας ειδοποιείς νωρίτερα όταν είναι να έρθεις, alçak». Κι αμέσως μου είπε: «ε, καταλαβαίνεις, δεν το χρησιμοποιώ σαν βρισιά...»


Αυτό νομίζω είναι και το νόημα: το τι μας λένε και το πώς μας αποκαλούν έχει να κάνει με το τι ακριβώς εννοεί αυτός που μας απευθύνεται έτσι. Αυτονόητο, θα μου πείτε: αλλιώς λες «μαλάκα» τον τύπο που παραβιάζει το στοπ και σε τρακάρει κι αλλιώς τον κολλητό σου («καλά είσαι ρε μαλάκα;»).

Συνηθώς μ’ενοχλεί να με αποκαλούν «κούκλα μου» ή «κοπελιά» στα καλά καθούμενα, αλλά και πάλι εξαρτάται από το ποιος και πώς το λέει. Συνήθως είναι κάτι συγκαταβατικό, ιδίως όταν στο λέει κάποιος άγνωστος τον οποίο συναστρέφεσαι επαγγελματικά: «στο άλλο ταμείο κοπελιά», «τι θες πάλι κούκλα μου;». Σε κάτι τέτοια ξυπνάει η φεμινίστρια μέσα μου και διαολίζομαι. Δεν έχω δει να λένε σε κάναν άντρα «τι θα πάρεις αγόρι μου;» ή «στον τρίτο να πας κούκλε, στο πρωτόκολλο» - εκτός κι αν τους τα λένε και δεν τα έχω ακούσει... Από την άλλη, έχω φίλους που με αποκαλούν «κούκλα μου» ή «κοπέλα μου» ή «κοπελιά» κι εκεί δεν με πειράζει. Απλώς, θεωρώ ότι χρειάζεται να έχεις μια οικειότητα με κάποιον για να χρησιμοποιείς τέτοια χαϊδευτικά.


Αυτά και τέρμα τα αστεία! Η επόμενη ανάρτηση θα είναι ένα κείμενο (λίγο μακροσκελές για μπλογκ, αλλά νομίζω καλό) που είχα γράψει για τις κινητοποιήσεις της Γαλλίας το 2006.

13 Δεκ 2009

Ν.Ε.Κ. (Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος)


Ένα μικρό σχόλιο για 2 ελληνικές ταινίες που είδα φέτος, τη Στρέλλα του Πάνου Κούτρα και τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου. Οι ταινίες δεν σχετίζονται μεταξύ τους επουδενί και δεν πρόκειται να επιδοθώ σε κινηματογραφική κριτική εδώ. Κάποια πράγματα όμως θέλω να επισημάνω:


Α) Πρόκειται για την τελευταία δουλειά νεότατων σκηνοθετών, με άποψη, ιδιαίτερη ματιά στη ζωή και ενδιαφέρουσες θεματικές.


Β) Είναι και οι δύο low budget, ειδικά η Στρέλλα έγινε με δανεικά και με αρωγή φίλων και συγγενών. Το ελληνικό κράτος τής αρνήθηκε χρηματοδότηση με την αιτιολογία ότι το θέμα είναι περιορισμένο και δεν πρόκειται να αγγίξει το ευρύ κοινό. Το θέμα της ταινίας είναι η περιθωριακή ομάδα των τρανσέξουαλ στην Ελλάδα και δευτερευόντως οι αποφυλακισμένοι.


Γ) Επιλέχθηκαν και οι 2 για συμμετοχή σε διεθνή φεστιβάλ, στο Βερολίνο η μία, στις Κάννες η άλλη. Εντυπωσίασαν και στα 2 με τη συνοχή και τις έξοχες ερμηνείες είτε παγκοσμίως άγνωστων ηθοποιών είτε μη ηθοποιών. Η τρανσέξουαλ στη Στρέλλα είναι απλώς...τρανσέξουαλ και εμφανίζεται πρώτη φορά.


Δ) Με έκπληξη, με συγκίνηση σχεδόν διαπίστωσα ότι η διανομή τους εξασφαλίστηκε πρώτα στη Γαλλία και μετά στην Ελλάδα. Πρώτη φορά είδα σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο στο εξωτερικό, όχι στο πλαίσιο κάποιου φεστιβάλ, αλλά σε εμπορικούς κινηματογράφους, αντίστοιχους των village στην Ελλάδα. Μέχρι τώρα τον ελληνικό κινηματογράφο στο εξωτερικό τον είχαν εργολαβία ο Αγγελόπουλος και ο Γαβράς.


Ε) Πρώτη φορά πήγα με φίλους ξένους να τις δω και δεν ντράπηκα όταν βγήκαμε απ’την αίθουσα. Την τελευταία φορά που το αποτόλμησα ήταν με το «Λιβάδι που δακρύζει», και ο τότε συνοδός μου ακόμη το θυμάται ως τραυματική εμπειρία. Κι εγώ επίσης.


Ένα τελευταίο σχόλιο. Καμία από τις 2 ταινίες δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε αριστούργημα. Εμένα προσωπικά αυτό δε μου λέει τίποτα. Όπως κι από την άλλη πλευρά, τίποτα δε μου λένε οι διθυραμβικές κριτικές στον διεθνή τύπο. Τους ίδιους διθυράμβους γράφουν κάθε φορά και για τον Αγγελόπουλο και κλαίμε τα λεφτά μας (ναι κ2, το ξέρω ότι διαφωνείς). Χρόνια είχα να δω κάτι φρεσκο και αξιοπρεπές ταυτόχρονα, πέρα από τη μίζερη, εσωτερική αναζήτηση πλαστικών ηρώων που βγάζουν κάτι δήθεν ψαγμένο απλώς και μόνο γιατί είναι μίζεροι. Ή ακόμα χειρότερα, ταινίες που υμνούν οι κριτικοί γιατί είναι ακατάληπτες, άρα δεν μπορεί, κάτι θα θέλουν να μας πουν. Οι σκηνοθέτες αυτοί ξαναβγάζουν τον ελληνικό κινηματογράφο απ’την αφάνεια δυναμικά, ασχολούνται με θέματα που, αν και μπορεί να ξενίζουν το ευρύ κοινό, δεν το αφήνουν αδιάφορο. Και το κυριότερο: έχουν αρχή, μέση και τέλος, χωρίς όμως να επιβάλλουν στον θεατή την άποψή τους ή να τον κολλάνε στον τοίχο με την κοσμοθεωρία τους.


Μήπως ήρθε ο καιρός να μιλήσουμε για (ανα)γέννηση του ελληνικού κινηματογράφου;

9 Δεκ 2009

Ο περσινός Δεκέμβρης (και μερικές γενικότερες κι ίσως λίγο άσχετες σκέψεις)

(Συνέχεια από το προηγούμενο, κατά κάποιον τρόπο – βλ. επίσης κι εδώ το εξαιρετικό ποστ του Δύτη και τα σχετικά σχόλια)


Για μένα αυτό που δείχνει κάτι είναι η έλλειψη συγκεκριμένων αιτημάτων. Και η έλλειψη οργάνωσης με την οποία αυτή συνδέεται. Είναι αυτό που κάνει πολλούς συντηρητικούς σχολιαστές να λένε ότι ο περσινός Δεκέμβρης δεν αντιπροσώπευε τίποτα και δεν άφησε πίσω του τίποτα. Είναι κατά τη γνώμη μου παράλογο να λες κάτι τέτοιο. Παράλογο να αποδίδεις μια τέτοια έκρηξη μόνο και μόνο σε μερικούς «ταραξίες» και σε μια άνευ ουσιαστικού περιεχομένου αταβιστική ανάγκη της νεολαίας να εξεγερθεί – ή μάλλον να παίξει με κάποιο τρόπο ένα παιχνίδι εξέγερσης. Το να λες κάτι τέτοιο σημαίνει ότι υποτιμάς, ότι ηθελημένα παραγνωρίζεις και περιφρονείς, την κοινωνική δυναμική, ότι θεωρείς τον λαό εκ των προτέρων πολιτικά καθυστερημένο, αφού θεωρείς πως τόσος κόσμος ξεσπάει χωρίς λόγο. Όχι, για μένα τόσος κόσμος που βγαίνει στον δρόμο κάτι σημαίνει, κάτι πρέπει να σημαίνει.

Η αντίφαση: πολύς κόσμος στον δρόμο – κανένα συγκεκριμένο αίτημα – καμία άξια λόγου, ορατή συνέχεια των κινητοποιήσεων. Η λύση: για μένα ένα πράγμα δείχνει αυτή η αντίφαση. Δείχνει ότι πολύς κόσμος νιώθει την ανάγκη να διαδηλώσει, να διαμαρτυρηθεί για όλα αυτά που μας συμβαίνουν, αλλά δεν έχει τους δρόμους, δεν έχει τους τρόπους για να το κάνει. Με απλά λόγια, πρόκειται για μια κοινωνία δυσαρεστημένη μεν, ανοργάνωτη δε.


Αυτό, κατά τη γνώμη μου, εξηγεί – σ’ένα βαθμό τουλάχιστον – και την τυφλή οργή που εκφράστηκε με βία και καταστροφές. Σύμφωνοι, αυτοί που κατέφυγαν στη βία ήταν ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτών που συνολικά διαδήλωναν. Υπήρξε όμως το κλίμα που επέτρεψε έστω σ’αυτό το μικρό ποσοστό να εκδηλωθεί βίαια: υπήρξε ανοχή από πολλούς σε ορισμένες βίαιες ενέργειες (π.χ. το σπάσιμο τζαμαριών τραπεζών) κι υπήρξε μια διάχυτη σε όλους αίσθηση ότι, είτε το θέλουν είτε όχι, υπάρχει γύρω τους βία (βία από την αστυνομία, βία κι ένταση στα πρόσωπα και τα συνθήματα των διαδηλωτών).

Η μορφή δε της βίας μού θύμισε – παρόλο που θεωρώ τούς τέτοιου είδους παραλληλισμούς ανιστόρητους – τη βία των εργατών πριν ακόμα δημιουργηθεί οργανωμένο εργατικό κίνημα ή τη βία των Σεπτεμβριανών, βία ενός τουρκικού λούμπεν προλεταριάτου το οποίο έπεισαν ότι εχθρός του ήταν οι – πλούσιοι ή θεωρούμενοι πλούσιοι – Έλληνες. Μια βία που είναι τυφλή επειδή αυτοί που την ασκούν δεν ξέρουν τι τους φταίει, δεν έχουν επεξεργαστεί την κατάστασή τους για να ξέρουν ποιος είναι υπεύθυνος γι’αυτή, δεν έχουν θέσει συγκεκριμένους στόχους / διεκδικήσεις ούτε κι έχουν οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να διεκδικήσουν αποτελεσματικά χωρίς βία.

Η τυφλή καταστροφική βία των εργατών σταμάτησε όταν οργανώθηκε εργατικό κίνημα. Και διόλου ευκαταφρόνητες κατακτήσεις (το πόσο σημαντικές είναι αυτές οι κατακτήσεις το καταλαβαίνουμε πολύ καλά σήμερα, όταν μία μία χάνονται) των εργαζομένων επιτεύχθηκαν όταν υπήρχε οργανωμένο εργατικό κίνημα.

Στη δε Τουρκία, η νοοτροπία τραμπουκισμού που εκφράστηκε στα Σεπτεμβριανά δυστυχώς ακόμα δεν έχει εκλείψει, κι αυτό γιατί στην Τουρκία ποτέ το κράτος δεν επέτρεψε στην κοινωνία να οργανωθεί. Η τουρκική κοινωνία είχε αρχίσει να οργανώνεται αυτόνομα από το κράτος στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, και τότε πρώτα εξαπολύθηκαν εναντίον της όλοι οι μηχανισμοί του παρακράτους και μετά ήρθε η ταφόπλακα του πραξικοπήματος του 1980, του Συντάγματος που αυτό επέβαλε και του διεφθαρμένου νεοφιλελευθερισμού του Οζάλ. Έτσι, ακόμα και σήμερα, η οργή της τουρκικής κοινωνίας εκφράζεται μόνο με σπασμωδικές, βίαιες, τραμπουκικές έως φασιστικές ενέργειες, από τη δολοφονία του Χραντ Ντινκ ως τον λιθοβολισμό λεωφορείου με μέλη του φιλοκουρδικού κόμματος, ενέργειες που αντί να αλλάξουν κάτι προς το καλύτερο εμπεδώνουν την υπάρχουσα μορφή εξουσίας, βασίζοντάς τη στην καχυποψία.

Η ελληνική κοινωνία, σε αντίθεση με την τουρκική, έχει δείξει ότι μπορεί να οργανώνεται. Από τον τρόπο που συγκροτήθηκε εξαρχής το ελληνικό κράτος, χάρη σε μια Επανάσταση που στη συνέχεια έγινε κτήμα όλων των Ελλήνων ως Επανάσταση του ελληνικού έθνους, του ελληνικού λαού, υπήρξε εξαρχής η νομιμοποιητική βάση για λαϊκές / κοινωνικές διεκδικήσεις, κάτι που φάνηκε πολλές φορές, ιδίως στον 20ο αιώνα. Αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο, παρόλο που και η Ελλάδα πέρασε δικτατορίες και διαφόρων ειδών «έκτακτες καταστάσεις» διόλου ενθαρρυντικές για τη δημοκρατία, ωστόσο η ελληνική κοινωνία παρέμεινε πολύ πιο δημοκρατική από την τουρκική και κατάφερε τελικά, έστω πολύ πρόσφατα, το 1974, κι έστω και με τους όποιους περιορισμούς κι αναπηρίες μπορεί να έχει, να έχει πάντως ένα καθεστώς δημοκρατικό κι ένα κράτος δικαίου.

Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο η περσινή δολοφονία ενός παιδιού, δηλαδή μια πράξη που παραβίαζε το αίσθημα των Ελλήνων πολιτών για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, προκάλεσε μια τέτοια αντίδραση (γιατί στην Τουρκία ανάλογα περιστατικά δεν προκαλούν απολύτως καμία αντίδραση). Προκάλεσε μια αντίδραση καταρχάς και καταρχήν εντελώς δημοκρατική, εντελώς μαζική, η οποία εξέφραζε δύο πράγματα: πρώτον, τον αποτροπιασμό της κοινωνίας, την ανάγκη της να δείξει ότι δεν σκοπεύει να ανεχτεί τέτοια περιστατικά ∙ δεύτερον, την ανάγκη τής κοινωνίας να δείξει ότι υπάρχει (αυτό που λέει πολύ ωραία ο Δύτης: «είμαστε εδώ κι εμείς: στην Ιστορία»), ότι φέρει ακόμα μέσα της τη δυναμική της οργάνωσης, της οργανωμένης αντίδρασης, ότι η εξουσία είναι, πρέπει να είναι, υπόλογη στην κοινωνία.


Αυτό ήταν το θετικό, το πολύ θετικό των περσινών γεγονότων. Στη συνέχεια όμως εμφανίστηκαν και τα αρνητικά: η τυφλή βία και η έλλειψη συγκεκριμένου στόχου και συνέχειας των κινητοποιήσεων. Εδώ φαίνεται ότι, ενώ η ελληνική κοινωνία έχει το αρχικό ένστικτο, έχει το υπόβαθρο που μπορεί να της επιτρέψει να οργανωθεί και να διεκδικήσει, ωστόσο αυτό δεν είναι αρκετό. Μετά από τόσα χρόνια απαξίωσης (σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένης) του συνδικαλισμού, απαξίωσης επιπλέον της πολιτικής και έλλειψης – ή ανεπάρκειας – οποιασδήποτε άλλης μορφής πολιτικής οργάνωσης, η ελληνική κοινωνία είναι πολιτικά ανοργάνωτη. Επιμέρους εργασιακοί χώροι οργανώνονται και διεκδικούν: ακούμε για απεργίες στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Wind, για πορείες και διεκδικήσεις των κούριερ, όλοι πέρσι μάθαμε για τον συνδικαλισμό των εργαζομένων στην καθαριότητα. Ιδέες διακινούνται: σε Πανεπιστήμια, σε στέκια στα Εξάρχεια, στο ίντερνετ, ακούγονται και γράφονται ενδιαφέροντα πράγματα. Στην τέχνη: συνεχώς ακούμε για νέα πράγματα, για ομάδες που συστήνονται, για παραστάσεις, εκθέσεις και διαδικτυακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Όλα αυτά όμως δεν συνδέονται το ένα με το άλλο, μένουν κατά κάποιον τρόπο στο κενό, σε βαθμό που πολλοί απ’αυτούς που συμμετέχουν σ’αυτές τις προσπάθειες απογοητεύονται και ιδιωτεύουν. Πρόκειται δηλαδή για μια κοινωνία κατακερματισμένη, κι όχι μόνο επειδή, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αυξάνονται οι κοινωνικές ανισότητες κι ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας (μετανάστες, νεόπτωχοι) περιθωριοποιείται. Η κοινωνία είναι κατακερματισμένη επειδή δεν υπάρχει κάτι να συνδέσει τις επιμέρους προσπάθειες κι αναζητήσεις σ’ένα συνεκτικό όλο. Κι αυτό το κάτι δεν είναι απαραιτήτως μια μεγάλη ιδεολογία, την οποία διατείνονται ότι αναζητούν οι «συνιστώσες» του ΣΥΡΙΖΑ και οι «τάσεις» του ΣΥΝ καθώς τσακώνονται μεταξύ τους για πράγματα που ποσώς ενδιαφέρουν την κοινωνία. Θα αρκούσε, αντί για μεγάλη ιδεολογία, μια συστηματική προσπάθεια να έρθουν όλες αυτές οι αναζητήσεις κοντά η μία στην άλλη, να οργανωθούν, να βρεθούν δύο ή τρία βασικά κοινά σημεία και να ξεκινήσουν οι κοινές διεκδικήσεις από εκεί. Κάτι τέτοιο θα αρκούσε για αρχή, θα αρκούσε για να συνειδητοποιήσουν όλα αυτά τα κομμάτια της κατακερματισμένης κοινωνίας ότι δεν μάχονται στο κενό, ότι με κάποιον συνομιλούν. Αν η Αριστερά κατάφερνε να κάνει κάτι τέτοιο, τότε ο περσινός Δεκέμβρης θα αποκτούσε και νόημα και συνέχεια.