Το ποστ όμως δεν είναι για την πόλη μου, παρά την τεράστια επιθυμία μου να μη γράψω τίποτε άλλο, είναι για τις περιπετειώδεις διακοπές των ως άνω αναφερομένων, οι οποίες συνοψίζονται στο λαϊκό «πού πας ρε Καραμήτρο», ή αλλιώς στο νόμο του Μέρφι «εκεί που νομίζετε ότι τίποτε άλλο δεν μπορεί να πάει στραβά». Ξεκινάω με σειρά εμφανίσεως:
- Άφιξη της χαρούμενης παρέας στα περίχωρα του Βερολίνου, όπου και θα κατοικοεδρεύαμε. Ειδυλλιακά τοπία, λιμνούλες, πουλάκια να κελαηδάνε, ευγενικοί γείτονες, παιδάκια με ποδήλατα και άλλα τέτοια γλοιωδώς εξοχικά. Το ειδύλλιο δεν κράτησε πολύ. 4 το πρωί έπεσε ταυτόχρονα το ρεύμα και η θέρμανση που αναλογούσε στη φτωχή μας μονοκατοικία. Με εξωτερική θερμοκρασία λίγο κάτω απ’το 0 (που έτεινε να γίνει και εσωτερική) και πολλά παλτά, η χαρούμενη ομήγυρις κοιμήθηκε αναίσθητα ως το πρωί, ελπίζοντας ότι όλα θα λειτουργούσαν ως διά μαγείας την επόμενη μέρα. Αμ δε! Το επόμενο πρωί, Κυριακή Χριστουγέννων, επιστρατεύθηκε όλη η συνέλευση ιδιοκτητών της γραφικής Λιμνούπολης για να βοηθήσει. Και αφού παρέλασαν από το σπίτι 3 πρόθυμοι γείτονες, ένας άσχετος φίλος για συμπαράσταση, δύο γνωστοί των ιδιοκτητών, μια χιονοθύελλα ξεκάρφωτη και δύο παιδάκια ατάκτως εριμμένα για το ντεκόρ, τελικά το πρόβλημα λύθηκε. Τι είχε συμβεί; Το λιγοστό νερό του καυστήρα μπλόκαρε τη θέρμανση, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε βραχυκύκλωμα. Το όλο θέαμα θύμιζε αθάνατη ελληνική ταινία. Όλοι έρχονται να κόψουν κίνηση, πλην όμως κανείς δε μπορούσε να βοηθήσει. Από προθυμία πάντως δεν είχαμε παράπονο, η μισή πόλη στα πόδια μας και σε εορταστική διάθεση. Απολογισμός: μία καμένη ασφάλεια, πολλές νέες γνωριμίες, κατακόρυφη βελτίωση των γερμανικών μου (τώρα με περηφάνια ξέρω να λέω κάβουρας και σταυροκατσάβιδο). Έτοιμη για βοηθός ηλεκτρολόγου...
• Αυτό βέβαια δε μας εμπόδισε σε τίποτα να αλωνίζουμε όλη τη βδομάδα κυρίως το Ανατολικό Βερολίνο, στο οποίο θα αφιερωθεί έτερο ποστ εν καιρώ τω δέοντι. Η λύση που βρήκαμε ήταν να λείπουμε όσο περισσότερο μπορούσαμε από το σπίτι των πνευμάτων και να κλείνουμε το Τέρας στο υπόγειο όσο έπρεπε να συνυπάρξουμε. Κι ενώ όλα έμοιαζαν ιδανικά, χιόνια στο καμπαναριό, σούπες στα Κνάιπε και καφέδες στα καφέ, το κ2, γνωστό και για το πνεύμα συμπαράστασης που το διακρίνει, τραβάει ένα γερό κρύωμα για να μη νιώθει μοναξιά ο Ημιθανής. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στην αδύνατη εξίσωση: Ημιθανής (=έξω) + κ2 (=μέσα) = συνύπαρξη σε κοινό χώρο. Το θέμα αντιμετωπίστηκε με υπομονή και σωφροσύνη, καθώς ανευρέθη η χρυσή τομή “περιφερόμαστε όλοι μαζί από καφέ σε καφέ”. Αυτή η γνωστή σπαρίλα σε οποιαδήποτε άλλη πόλη, στο Βερολίνο ισοδυναμεί με πολιτισμικό δρώμενο, καθότι τα καφέ, τα μπαρ και τα κνάιπε αφηγούνται ζωντανά την πολυμορφία της πόλης και μαζί της την ιστορία του 20ου αιώνα (όπως και οι εξωτερικοί χώροι άλλωστε), και απευθύνονται σε όλα τα γούστα και τα βαλάντια. Περιττό να προσθέσω ότι το όλο κρόουλινγκ είχε την πρωτότυπη πλην αναμενόμενη θεματική “Φάε την πιο πρωτότυπη Σούπα”.
• Και με τις ευχάριστες αυτές δραστηριότητες (και 2,5 μουσεία για ξεκάρφωμα παρακαλώ) φτάνει η αποφράδα παραμονή Πρωτοχρονιάς. Όπου ακολουθούμε το γνωστό πρόγραμμα, έξω για καφέ και βόλτες μέχρι το βράδυ, και μετά επιστροφή στο σπίτι για την ταρατατζούμ αλλαγή του χρόνου. Στο μεταξύ είχε ήδη μισό μέτρο χιόνι στους δρόμους, άρα με τους υποψήφιους τρόφιμους σανατορίου δεν ήμασταν για ολονυχτία στην πύλη του Βραδεμβούργου. Φτάνουμε κατά τις 10 στο σπίτι, με προμήθειες, σαμπάνιες, κρασιά και σερπαντίνες (ναι, η βόρεια Ευρώπη γιορτάζει ταυτόχρονα και το Τριώδειο), και βάζουμε μπρος την haute cuisine για να εντυπωσιάσουμε τους καλεσμένους μας. (Δε μας έφτανε η κακοδαιμονία μας, θέλαμε να καλέσουμε και κόσμο, τρομάρα μας). Και στο σημείο που χτυπάει το κουδούνι, όλοι φοράνε τα καλά τους, ο Άη-Βασίλης είναι έτοιμος να κατέβει από την καμινάδα και άλλα τέτοια πατροπαράδοτα, ο Ημιθανής αποφασίζει να κάνει τρελό come-back με ολοκληρωτικό αλλεργικό σοκ προκληθέν εκ του Τέρατος. Αλαφιάστηκε, χλώμιασε, βαριανάσαινε και γενικώς όδευε με πολλά ηχητικά εφέ στον επιθανάτιο ρόγχο. Αφήνουμε λοιπόν το κ2 με τους καλεσμένους στο σπίτι και 11 το βράδυ οδεύουμε προς το κοντινότερο νοσοκομείο 4 Πόντιοι: ένας για να οδηγεί, ένας για να συνεννοείται, ένας για να μοιρολογάει, και ο τελευταίος για να κάνει τον άρρωστο. Με μεγάλη επιτυχία βρήκαμε πράγματι ένα νοσοκομείο πολύ κοντά το οποίο ανήκε στους Αντβεντιστές της 7ης μέρας, μια χριστιανική αίρεση που αν δεν την έβλεπα με τα μάτια μου θα ορκιζόμουν ότι πρόκειται για άλλη μία επιτυχία του Ιντιάνα Τζόουνς. Θαύμα θαύμα! Αν δε μας γιάτρευαν, θα μας προσηλύτιζαν ή έστω θα μας έβρισκαν το Χαμένο Δισκοπότηρο. Η Γερμανίδα γιατρός αποδείχτηκε εξίσου κοινότοπη με τους συναδέλφους της απανταχού της γης. Απεφάνθη ότι ο Ημιθανής έχει αλλεργία στις γάτες (σώπα!), ότι καλό θα ήταν να τις αποφεύγει (μη μου πεις!), τον πλάκωσε στις κορτιζόνες και τα οξυγόνα, μας ευχήθηκε καλή χρονιά και μας έστειλε σπίτι μας. Στο οποίο σπίτι φτάσαμε ελάχιστα λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου, την οποία και κάναμε με όσο ταρατατζούμ είχαμε σχεδιάσει καθότι η οπισθοφυλακή είχε έτοιμες τις σαμπάνιες και τα πυροτεχνήματα στον κήπο. Και αφού φάγαμε, ήπιαμε και την Άρτα φοβερίσαμε, άρχισαν όλοι να αποσύρονται σιγά σιγά. Ο Ημιθανής έκανε την αρχή, ο οποίος μετά το κοκταίηλ των Αντβεντιστών, τη σαμπάνια καπάκι κι ένα σφηνάκι κορτιζόνης για χώνεψη, αναφώνησε το αριστουργηματικό “έχω έναν πονοκέφαλο σε όλο μου το σώμα” και κατέρρευσε για τις επόμενες 16 ώρες. Οι πιο γενναίοι καθήσαμε σχεδόν ως το ξημέρωμα.
• Τελευταίο και αποτελειωτικό σκηνικό αποτέλεσε το μακρύ ταξίδι της επιστροφής. Όλοι
• Τελικός απολογισμός: 2 καμένες ασφάλειες, ένας χαλασμένος καυστήρας, ένας Ημιθανής, μια φυματική, μια νευρωτική, ένας σπασμένος προφυλακτήρας, ένα χαμένο κινητό και μπόνους ένα ζευγάρι κλειδιά του καταλύματος που πήραμε μαζί πάνω στα νεύρα μας…Δεν το λες κι άσχημα για μια βδομάδα. Λίγο ακόμα να μέναμε δε νομίζω να έβγαινε κανείς μας ζωντανός.
Κατά τα άλλα όμως περάσαμε υπέροχα και το αυτό επιθυμούμε και δι' υμάς!


