26 Φεβ 2010

Ένα έλασσον(;) ζήτημα


Πολλά και σπουδαία συμβαίνουν στην όμορφη και παράξενη πατρίδα μας. Από πορείες εναντίον των νεοφιλελεύθερων μέτρων μέχρι κριτική πατριδογνωσίας σε ξενόφερτα και ξενοκίνητα περιοδικά για το ποιόν του τίμιου κι εργατικού λαού μας. Τίποτα απ'όλα αυτά δεν θα μας απασχολήσει στο παρόν ποστ. Ένα έλασσον θέμα, σε σχέση με τα προαναφερθέντα, απ'αυτά τα μικρά και καθημερινά που σου ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι όμως και κάνουν τη φλέβα στον αριστερό σου κρόταφο να πετάει (αυτό μου συμβαίνει στ'αλήθεια, δεν ξέρω αν προέρχεται από τα νεύρα ή από την χειμερία γρίπη που με κατατρύχει).

Για να μην μακρυγορώ, σήμερα διάβαζα, όπως και πολλοί συνάνθρωποί μου, αυτό. Πρόκειται για ένα κείμενο με θέμα την απόλυση Παλαιστίδη από τις εκδόσεις Άγρα και τη σταση των διανοουμένων. Δεν με απασχολεί η ουσία του κειμένου. Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί (εγώ τυχαίνει κιόλας να ανήκω στην πρώτη κατηγορία), αλλά έχω τρία κομβικά προβλήματα:

Το πρώτο έχει να κάνει με δικό μου κόλλημα με τα ράουντ-μαίηλς. Ο τύπος έστειλε σήμερα χιλιάδες μαίηλς με το κείμενό του. Άπειρα όμως. Ο κάθε πικραμένος που νομίζει ότι έχει γράψει το νέο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, θεωρεί υποχρέωση να σπαμάρει το άπαν σύμπαν με τις σοφίες του. Όλοι γράφουμε τον πόνο μας, αλλά δεν τον στέλνουμε σε όλες μας τις επαφές και σε όλες τις λίστες που ξέρουμε. Φροντίζουμε να γράψουμε κάπου τη γνώμη μας (στο βλογ, σε κάποια λίστα ή έντυπο) και θεωρούμε ότι οι πεφωτισμένοι ομόγλωσσοι θα σπεύσουν να μας διαβάσουν, να αναγνωρίσουν το πηγαίο ταλέντο μας και την το αναμφισβήτητο δίκιο μας. Δεν κοινωνούμε όμως το ψώνιο μας σε εκόντες άκοντες, για να αυξήσουμε την αναγνωσιμοτητά και την αναγνωρισιμότητά μας, χώρια το ντόρο που ελπίζουμε να επιφέρουμε.

Δεύτερον, το υστερόγραφο, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: Το κείμενο δόθηκε για δημοσίευση στα «Ενθέματα» της Αυγής -από όπου είχα στο παρελθόν ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας- στις 22-2-2010. Δύο ημέρες μετά με ενημέρωσαν ευγενικά ότι δεν μπορούν να το δημοσιεύσουν. Καλό είναι, στις αρχές του 21ου αιώνα, να θυμόμαστε όλοι ότι ο σταλινισμός είναι κυρίως νοοτροπία και λιγότερο ιδεολογία…

Tο γεγονός και μόνο ότι ένα άρθρο κόβεται από μια εφημερίδα, αρκεί για να επιφέρει χαρακτηρισμούς όπως σταλινικός/φασίστας/ρατσιστής για τους πάντες και τα πάντα. Δεν μπορεί να χαρακτηρίζουμε ελαφρά τη καρδία σταλινικό οτιδήποτε δεν μας αρέσει ή κάτι με το οποίο διαφωνούμε. Και εμείς γελοιοποιούμαστε και ο Στάλιν χάνει το νόημά του. Από πότε χαρακτηρίζουμε σταλινική την εφημερίδα που για οποιονδήποτε λόγο κόβει ένα άρθρο; Αν ο ίδιος άνθρωπος έστελνε το άρθρο του στην Ελευθεροτυπία ή στην Καθημερινή θα θεωρούσε σχεδόν βέβαιο και απολύτως σεβαστό ότι θα κοβόταν, αλλά η Αυγή αντιμετωπίζεται ως σκουπιδοτενεκές που όλα τα δημοσιεύει. Ο μόνος λόγος που κάτι κόβεται είναι, κατά τον Δεσποινιάδη, ο σταλινισμός. Το ότι έτσι κι αλλιώς κάποια άρθρα κόβονται δεν τον αφορά, γιατί το δικό του άρθρο είναι όπως είπαμε, το νέο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Τρίτον και εξοργιστικότερον, ο Δεσποινιάδης διατείνεται ότι το κείμενό του δεν δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής γιατί οι των Ενθεμάτων είναι σταλινικοί. Μάλιστα. Καμία αντίρρηση δεν θα είχα, αν ο συντάκτης του συμπαθούς (κατά τα λοιπά) άρθρου δεν αποσιωπούσε τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζω (ως μη όφειλα) εντελώς συμπτωματικά και έχουν περιληπτικά ως εξής: ο Δεσποινιάδης στέλνει το κείμενό του στα Ενθέματα. Του απαντάνε ότι δεν θα μπει γιατί ο υπεύθυνος των Ενθεμάτων γράφει γι'αυτή την Κυριακή άρθρο για το ίδιο θέμα (και υπέρ του Παλαιστίδη), αλλά ότι μπορεί να μπει συντομευμένο στην κύρια ύλη. Η απάντηση του Δεσποινιάδη ήταν να χαρακτηρίσει τα Ενθέματα σταλινικά. Το επίθετο σταλινικά είναι αυτό που τελικά μένει στ'αυτιά του καλοπροαίρετου αναγνώστη. Η άποψη του Δεσποινιάδη μετράει (αν η πραγματικότητα άλλωστε δε συμφωνεί μ'αυτήν, τόσο το χειρότετο για την πραγματικότητα) γιατί ποιος έχει τον χρόνο και τη διάθεση να ψάχνει τι στ'αλήθεια συνέβη. Αλλά όπως λέει και ο σοφός, κατά τα άλλα, λαός μας: ρίχνει ο τρελός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα τρέχουν για να τη βγάλουν. Συγχύστηκα πάλι βραδιάτικα...

9 Φεβ 2010

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Της απεσταλμένης μας, Άννας Μιναρτζόγλου


Δύο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις έγιναν τις τελευταίες μέρες στην Αθήνα. Και στις δύο με τρόμο ανακάλυψα ότι στη χώρα μας, την οποία θέλουμε να θεωρούμε πολιτισμένη, ζουν και βασιλεύουν ακόμα τραμπουκικές μέθοδοι.


Το πρώτο περιστατικό προκλήθηκε από ανθρώπους που θα χαρακτήριζονταν μάλλον γραφικοί με μεθόδους τραμπούκων, και θα ήταν μόνο για γέλια, αν δεν ήταν και για κλάματα. Επρόκειτο για την παρουσίαση του βιβλίου του Μακάριου Δρουσιώτη με τίτλο «Δύο απόπειρες και μία δολοφονία». Επειδή μία από τις απόπειρες στις οποίες αναφέρεται ο Δρουσιώτης είναι η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον Αλέκο Παναγούλη, ορισμένοι θεώρησαν ότι έτσι ο Δρουσιώτης εξισώνει αυτή την αντιστασιακή πράξη με πράξεις φασιστικού χαρακτήρα που τελέστηκαν στην Κύπρο της ίδιας περιόδου. Επιπλέον, ο Δρουσιώτης, έχοντας κάνει εκτενή έρευνα, ανφέρεται και σε κάτι γνωστό ήδη από την εποχή εκείνη: τη βοήθεια που έλαβε – σε όπλα και εκρηκτικά, για να πραγματοποιήσει την εν λόγω απόπειρα – ο Παναγούλης από τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, άνθρωπο σκοτεινό μπλεγμένο με το παρακράτος της Κύπρου και έχοντα σχέσεις με τους Έλληνες χουντικούς. Ενώ δηλαδή δεν γίνεται καμία αρνητική αναφορά στον ίδιο τον Παναγούλη, κι ενώ από τα ίδια τα γεγονότα το μόνο που θα μπορούσε ενδεχομένως να του προσάψει κάποιος είναι η αφέλεια ή το ριψοκίνδυνο του να συνεργαστεί μ’έναν ιδεολογικό του αντίπαλο, ορισμένοι από τους παριστάμενους στην παρουσίαση, οι οποίοι άρχισαν να φωνάζουν και να προσβάλλουν, αρνήθηκαν στον συγγραφέα το δικαίωμα να μιλάει για «πρόσωπα ιερά», όπως είπαν.

Δυστυχώς νομίζω ότι πολλοί σ’αυτή τη χώρα δεν έχουν καταλάβει κάτι απλό που τόνισε η Σία Αναγνωστοπούλου στην ίδια εκδήλωση, ότι δηλαδή στην Ιστορία δεν υπάρχουν ιερά πρόσωπα. Αυτό σημαίνει, όπως το καταλαβαίνω εγώ, ότι δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να απαγορεύεται να μιλήσουμε, και κυρίως δεν υπάρχει ιερή Ιστορία. Η μόνη ιερή ιστορία είναι αυτή των ιερών κειμένων της θρησκείας, για όσους πιστεύουν σ’αυτά. Η ιστορία των ανθρώπων δεν είναι κάτι ιερό, είναι κάτι πραγματικό που υπόκειται σε μελέτη και ανάλυση. Τέλος πάντων, το επεισόδιο αυτό ήταν κυρίως γελοίο: ορισμένοι που επαναλάμβαναν γραφικότητες και άλλοι, που οργανωμένοι είχαν έρθει μαζί τους ως κλακαδόροι για να τους χειροκροτούν και να φωνάζουν. Δηλαδή, μέθοδοι καθαρά τραμπουκικές. Που δίνουν βέβαια και την επικίνδυνη διάσταση του επεισοδίου: κάποιοι φώναζαν στον Δρουσιώτη να αναιρέσει το βιβλίο του. Όπως παρατήρησε μια καθόλα σεβάσμια επιστήμονας που παρευρισκόταν, αν κάποιος φώναζε να καεί το βιβλίο, όλοι αυτοί θα συμφωνούσαν...


Και πάμε στο δεύτερο επεισόδιο, το οποίο είναι πιο σοβαρό και μάλλον θα το έχετε ακούσει ή διαβάσει. Τη Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε στην Παλιά Βουλή μια εκδήλωση σχετικά με το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια που κατέθεσε πρόσφατα η κυβέρνηση στη Βουλή. Την εκδήλωση οργάνωνε μια καθόλα σοβαρή οργάνωση, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, και μιλούσαν επιστήμονες και εκπρόσωποι φορέων και επαγγελματικών σωματείων και συνδέσμων. Το προς συζήτηση θέμα δε, ήταν ένα σχέδιο νόμου που έχει κατατεθεί στη Βουλή από τη νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας, προκειμένου να συζητηθεί και να ψηφιστεί από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού. Τα τονίζω όλα αυτά, όσο σχηματικά κι αν μπορεί να φαίνονται σε ορισμένους, γιατί δίνουν το στίγμα της νομιμοποίησης με την οποία πρέπει να περιβάλλεται μια τέτοια πρωτοβουλία σε μια χώρα δημοκρατική, με Σύνταγμα και νόμους.

Στην εν λόγω εκδήλωση λοιπόν, ορισμένοι ήρθαν οργανωμένοι και με σχέδιο να τραμπουκίσουν. Είχαν από την αρχή ακροβολιστεί σε διάφορα σημεία του αμφιθεάτρου (εκτός από την αριστερή του πλευρά – κάποιο πρόβλημα έχουν ως φαίνεται μ’αυτό τον χώρο της αίθουσας) και προσπαθούσαν να μην κάνουν ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους. Ωστόσο, ακόμα και στο δικό μου απαίδευτο μάτι φαινόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μία ύποπτη φυσιογνωμία περιφέροταν περιμετρικά της αίθουσας, από τη μια είσοδο στην άλλη, και φαινόταν να περιεργάζεται τον κόσμο και να κάνει συνεννοήσεις. Κι άλλοι μου είπαν μετά ότι ορισμένοι συνεχώς μιλούσαν στα τηλέφωνά τους δίνοντας πληροφορίες («τώρα μιλάει ο τάδε») και ενίοτε όταν στο τέλος μιας ομίλιας ακούγονταν χειροκροτήματα χτυπούσαν τα έδρανα.

Κάποια στιγμή, και με μια αφορμή τόσο ασήμαντη που δεν την κατάλαβα καν, ορισμένοι απ’αυτούς άρχισαν να φωνάζουν. Στη συνέχεια, κι ενώ ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος που συντόνιζε τη συζήτηση ψύχραιμα τους ζητούσε να σταματήσουν για να συνεχιστεί η συζήτηση, όλοι οι οργανωμένοι τραμπούκοι σηκώθηκαν από τα διάφορα σημεία στα οποία κάθονταν, πλησίασαν το πάνελ και υψώνοντας τις γροθιές τους άρχισαν να φωνάζουν τόσο δυνατά που αυτά που έλεγαν μου ήταν εντελώς ακατάληπτα. Κατάλαβα μόνο έναν, έναν τύπο με ξυρισμένο κεφάλι που έπιασε το μικρόφωνο και κάτι φώναζε ότι οι οργανωτές της εκδήλωσης δεν έδωσαν φωνή στην αντίθετη άποψη. Προφανώς το πρόβλημά του ήταν ότι δεν προσκλήθηκαν εκπρόσωποι της Χρυσής Αυγής για να τραμπουκίσουν και επισήμως, από το πάνελ. Η αστυνομία (ΜΑΤ πρέπει να ήταν), μπήκε στην αίθουσα, τους περικύκλωσε και τελικά τους απομάκρυνε από τον χώρο. Ακούσαμε τον επικεφαλής τους να ενημερώνει τους ανωτέρους του ότι αν χρειαζόταν θα έκανε συλλήψεις – υπήρχε και μια κλούβα έξω από το κτήριο. Το επεισόδιο έληξε εκεί και η εκδήλωση συνεχίστηκε – ευτυχώς που οι παρευρισκόμενοι διατήρησαν την ψυχραιμία τους, γιατί αν είχαμε αρχίσει όλοι μαζί να πλακωνόμαστε δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί η συζήτηση. Μόνο μερικοί – και καλά έκαναν – φώναζαν «έξω οι φασίστες» (και η φίλη μας η Δ. φώναζε «έξω τα αρχ....», αλλά δεν ακούστηκε).

Δεν είχα ξαναβρεθεί σε τέτοια κατάσταση και νόμιζα ότι θα τρόμαζα. Κατάλαβα όμως ότι δεν φοβάσαι σ’αυτές τις καταστάσεις, γιατί απλώς η οργή υπερτερεί. Με εξόργισε όλος ο φασισμός αυτής της συμπεριφοράς και με εξόργισε στο τέλος και το ότι όταν οι φασίστες είχαν κυκλωθεί από τα ΜΑΤ άρχισαν να ψάλλουν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, τον Ύμνο εις την Ελευθερία, με την οποία ελευθερία καμία σχέση δεν μπορούν να έχουν. Αναρωτιέμαι επίσης αν η αστυνομία θα μπορούσε να τους έχει απομακρύνει γρηγορότερα.


Κάτι λοιπόν πρέπει να κάνουμε, να αρχίσουμε να οργανώνουμε μια συντονισμένη απάντηση σε τέτοιου είδους φαινόμενα. Μόνο περήφανοι μπορούμε να είμαστε που θέλουμε να ενταχθούν ισότιμα στην κοινωνία μας όλοι όσοι το επιθυμούν. Και μόνο περήφανοι πρέπει να είμαστε αν ορισμένοι «ξένοι» (αν μπορούμε να ονομάσουμε «ξένους» ανθρώπους που χρόνια ολόκληρα ζουν στην Ελλάδα και συμμετέχουν σ’αυτή την κοινωνία) θέλουν να γίνουν Έλληνες πολίτες. Ο εθνικός μας ύμνος δεν ανήκει στους φασίστες, ούτε τους ανέθεσε κανείς να προστατεύσουν την υποτιθέμενη «καθαρότητά» μας.

5 Φεβ 2010

Live your myth in Greece


Αυτά και αυτά διάβαζα σήμερα και σηκώθηκαν οι τρίχες της κεφαλής μου, για να μην πω τίποτα χειρότερο. Αυτό δε λέγεται υπαναχώρηση απ'τα υπεσχημένα, άτακτη φυγή λέγεται, για να κυριολεκτούμε καμιά φορά σ'αυτήν τη χώρα που μας έλαχε. Ένα κουτσουρεμένο και φοβικό νομοσχέδιο στην αρχή, το οποίο όμως είπαμε να στηρίξουμε για να γίνει έστω κι έτσι η αρχή για μια ρύθμιση του μεταναστευτικού. Όχι, ούτε αρκετό ήταν, ούτε τολμηρό, απολύτως αυτονόητο ήταν για την τελευταία χώρα της Ευρώπης που είχε εμπιστευτεί τη μεταναστευτική της πολιτική στον χωροφύλακα της γειτονιάς και στους ΜΑΤατζήδες του Έθνους. Από το σημείο αυτό όμως, μέχρι το έκτρωμα που τελικά κατατέθηκε για να ικανοποιηθεί ο κάθε Καρατζαφύρερ, απέχουμε έτη φωτός.

Διαβάζω και δεν πιστεύω στα μάτια μου για τις νέες προτάσεις, τις γενναίες αυτές (κατά Ραγκούση) προτάσεις.

α) “Μετά τη δημόσια διαβούλευση θεσπίζεται ως υποχρεωτική η νόμιμη πενταετής παραμονή όχι μόνο του ενός αλλά και των δύο γονέων στην Ελλάδα για να μπορεί ένα παιδί που γεννιέται στη χώρα μας να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. [...] Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μεταναστευτικών φορέων και κινήσεων η αρχική πρόταση του υπουργείου έδινε δικαιώματα μόνο σε 80.000 από τα περίπου 250.000 παιδιά μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα ενώ με τη νέα ρύθμιση ο αριθμός αυτός δεν ξεπερνά τις 15.000”.

Τι θέλουν δλδ να μας πουν, ότι τα παιδιά με έναν μόνο γονιό με νόμιμη πενταετή παραμονή πρέπει να τιμωρούνται γι'αυτό, ή μήπως η “αγία ελληνική οικογένεια” πρέπει να θεωρείται εξαγώγιμο μοντέλο, παρέκλιση εκ του οποίου οδηγεί σε εθνικό και πολιτικό αποκλεισμό; Και όπως ρωτάει κι ο Ημιθανής (σε εκλάμψεις υγείας): Ο Καχιασβίλι (ο Ακάκιος για!) και οι σαν αυτόν είχε και τους δυο γονείς του νόμιμα στην Ελλάδα για 5, 7 ή 107 χρόνια; Ή εκεί μέτραγε μόνο το μετάλιο και δεν πειράζει ρε αδερφέ, ο καλός ο μύλος όλους τους εξελληνίζει...Αν αυτή η τροποποίηση δεν αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην δραστική μείωση των δικαιούχων της ιθαγένειας, τι ακριβώς εξυπηρετεί; Εν πρώτοις λοιπόν, εκδικητικό το ελληνικό κράτος. Ένας νόμιμος γονιός ίσον κανένας, όπως όλοι ξέρουμε.

Βου) Για παιδιά που δεν γεννήθηκαν στην Ελλάδα, απαιτείται εξαετής φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, από την τριετή που προτάθηκε αρχικά. Το παιδί δλδ που ήρθε σε μεγαλύτερη ηλικία και δεν πρόλαβε να φοιτήσει έξι συναπτά έτη σε ελληνικό σχολείο, να κόψει το λαιμό του και να μας αδειάζει τη γωνιά. Τι φταίμε εμείς οι γνήσιοι απόγονοι του Θεμιστοκλέους (βεβαίως, βεβαίως) αν δεν έκανε τα κουμάντα του στο Αφγανιστάν να έρθει πιο νωρις; Μα σε τρία χρόνια δεν προλαβαίνει να μάθει σωστά ελληνικά, ισχυρίζονται οι εθναμύντορες. Πιθανόν. Τις εξετάσεις γλωσσομάθειας τι τις βάζουν τότε ως προϋπόθεση; Ή δέχεσαι ότι η εξαετής φοίτηση αρκεί και καταργείς τις εξετάσεις, ή τις κρατάς και απαιτείς τριετή φοίτηση. Όλα μαζί μόνο στην κακόβουλη και χαιρέκακη (πάλι) μείωση του αριθμού των αιτούντων αποσκοπεί.

Γου) Γενικώς κι αορίστως απαιτείται ομαλή ένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Ένα από τα στοιχεία που συνεκτιμάται προς αυτή την κατεύθυνση είναι και ο συγγενικός δεσμός εξ αγχιστείας με Έλληνα πολίτη.

Κατ'αρχάς, ο μόνος εξ'αγχιστείας δεσμός που μπορώ να σκεφτώ για έναν μετανάστη είναι ο γάμος. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλους εξ'αγχιστείας συγγενείς, όπως γαμπρούς, νύφες, πεθερικά και μπατζανάκηδες αν δεν υπάρχει γάμος. Υποτίθεται όμως ότι ο ξένος συζυγος Έλληνα δικαιούται, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, ανανεώσιμη ετήσια άδεια παραμονής και υποβολή αίτησης για απόκτηση ιθαγένειας σε 8 χρόνια. Μετά την ψήφιση του τωρινού νομοσχεδίου, ο μετανάστης θα πρέπει να περιμένει 7 χρόνια συν 1 για τα διαδικαστικά, άρα 8 για την απάντηση, ενώ ο γάμος του θα θεωρείται απλώς επικουρικό στοιχείο που συνεκτιμάται στην αίτηση. Πρόοδος ακούει; Να προχωρήσουμε είπαμε, όχι να πάμε πίσω ολοταχώς.

Δου) Απαιιτείται επίσης η εξοικείωση με τους θεσμούς και την πολιτική ζωή της Ελλάδας και γνώση σε βασικά της σημεία την ελληνική πολιτική ιστορία, ιδίως τη σύγχρονη. Ό,τι δλδ γνωρίζει κι ο μέσος Έλληνας, σα να λέμε. Που φοιτητής αρχιτεκτονικής στο Λονδίνο, γόνος αστικής οικογενείας ΒΠ, μου έλεγε ότι “ολοκληρωτικό καθεστώς είναι η δημοκρατία γιατί ολοκληρωτικός σημαίνει ολοκληρωμένος”. Και επί πτυχίω φοιτήτρια φιλοσοφικής έγραψε σε εξέταση ότι στον Β' παγκόσμιο, η Γαλλία κι η Αγγλία συμμάχησε με τη Γερμανία. Τα παραδείγματα δεν προέρχονται από τον μέσο Έλληνα, αλλά από ανθρώπους επιστήμονες και μορφωμένους (ο Αλλάχ να τους κάνει). Και ερωτώ η αφελής πλην περήφανη Ελληνίδα: αφού ισότητα ευαγγελίζεται το νέο νομοσχέδιο (και καλά μεταναστών και τρισχιλιετών Ελλήνων), δεν θα πρεπε να υπάρχει πρόβλεψη αφαίρεσης της ιθαγένειας από αστοιχείωτους συμπολίτες μας; Δεν μπορεί το ελληνικό κράτος να απαιτεί από ξένους να γνωρίζουν ιστορία και πολιτικούς θεσμούς, αλλά για τους αδαείς Έλληνες να κωφεύει. Πώς πιστοποιείται η ελληνομάθεια των ήδη Ελλήνων; Κληρονομικώ τω χαρίσματι και μέσω DΝΑ; Πείτε μου κι εμένα γιατί κάτι χάνω.

Και ακομα: Σε ποια ιστορία ακριβώς θα εξετάζονται οι δόλιοι άνθρωπο/αθύρματα του Ραγκούση και του κάθε καιροσκόπου; Στον μύθο του κρυφού σχολειού και του αιμοσταγούς Τούρκου που εις μάτην παλεύουμε για να καταργηθούν; Στο τρισχιλιετές και δοξασμένο έθνος μας, με μοναδικό ανάγνωσμα την παπαρρηγοπούλεια ιστορία του 19ου; Αυτοί οι άνθρωποι που μένουν εδώ, θα πρέπει όχι μόνο να δώσουν διαπιστευτήρια εθνικοφροσύνης, να πείσουν την ανώτερη φυλή ότι αξίζει να γίνουν μέρος της, αλλά να αποδείξουν ότι είναι ελληνικότεροι των Ελλήνων, εθνικότεροι του Έθνους, νοικοκυραιότεροι των νοικοκυραίων.

Καλούνται να γλύψουν, να παρακαλάνε 3 Έλληνες να τους δώσουν συστατική επιστολή, πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης, να έχουν λευκό ποινικό μητρώο, να βρουν εγγυητές του χρηστού τους βίου (αλήθεια, τι προβλέπεται αν αυτοί οι άνθρωποι υποπέσουν σε παράπτωμα; Σέρνουν στα δικαστήρια τους εγγυητές τους, όπως κάνουν οι τράπεζες;), να εξευτελιστούν όσο δεν πάει για ν'αποδείξουν στην Ψωροκώσταινα ότι είναι κι αυτοί άξιοι να ουρλιάζουν υστερικά για την πατρίδα, ότι είναι μέρος του συρμού, ότι ανήκουν στη μεγάλη οικογένεια των ανεγκέφαλων.

Να σας πω κάτι; Εγώ τετοιους συμπολίτες δεν τους θέλω. Δεν θέλω κι άλλους χαμερπείς, με σκυμμένο κεφάλι σε μια εξουσία που κρατάει και το καρπούζι και το μαχαίρι, φοβισμένα ανθρωπάκια που θα έχουν μάθει να παπαγαλίζουν ό,τι τους λένε για να πάρουν ένα χαρτί. Είτε πιστοποιητικό, είτε πτυχίο, είτε προαγωγή, είτε ιθαγένεια. Ένα χαρτί είναι, που για να στο δώσουν πρέπει να πεις ότι είσαι ελέφαντας, ρακούν, κανελί με βούλες. Δε μας φτάνει που γίναμε έτσι, θέλουμε να κάνουμε και τους υπόλοιπους σαν τα μούτρα μας. Πώς να το στηρίξεις τέτοιο νομοσχέδιο, ε;


ΥΓ. Μια αναφορά μόνο, γιατί θέλει χωριστή ανάρτηση, για την ανακοίνωση που εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος για το θέμα. Η ανακοίνωση μια κοινότοπη γενικολογία είναι, αλλά ποιος τους ζήτησε τη γνώμη τους; Πότε επιτέλους θα μάθουμε να μη συνδιαλεγόμαστε με την Εκκλησία σε πολιτικά θέματα; Η ίδια δεν πρόκειται να αποσυρθεί. Πότε θα την αποσύρουμε απ'τον δημόσιο βίο μας;

12 Ιαν 2010

Yağmurlu günlerde hep seni andım

Η καταχνιά που λέγαμε... Το κτήριο με τη γαλλική σημαία είναι το Προξενείο της Γαλλίας. Πίσω φαίνεται ο Κεράτιος και το άνοιγμα του Βοσπόρου.

Τις μέρες με βροχή πάντα θυμόμουν εσένα.

Παράφραση είναι αυτός ο τίτλος. Υπάρχει ένα παλιό τουρκικό τραγούδι που λέγεται Mehtaplı gecelerde hep seni andım (τις νύχτες με πανσέληνο πάντα θυμόμουν εσένα).

Εγώ τις βροχερές μέρες θυμάμαι την Κωνσταντινούπολη. Έτσι κι αλλιώς γκρίζα τη θυμάμαι αυτή την πόλη, μουντή. Η βροχή σημαίνει επιπλέον λασπουριά στους δρόμους κι αν έχει κι αυτό τον καιρό που οι Τούρκοι ονομάζουν φουρτούνα (είναι αυτό που ο Σεφέρης λέει, στο «Πάνω σ’έναν ξένο στίχο», δρολάπι: πολλή βροχή και δυνατός αέρας) σημαίνει ότι είναι άθλος να περπατήσεις, καθώς ο αέρας σε παρασέρνει, νιώθεις να σε τρυπάει η βροχή και το κρύο και γίνεσαι μούσκεμα ό,τι κι αν φοράς. Ειδικά η ομπρέλα δεν βοηθάει καθόλου: αδύνατο να την κρατήσεις, μπορεί και να σπάσει. Η βροχή στην Κωνσταντινούπολη βέβαια είναι κι ο Βόσπορος φουρτουνιασμένος, μ’ένα δίχτυ ομίχλης και βροχής από πάνω. Κι ίσως νά’σαι στο βαποράκι για να περάσεις από την μιαν ακτή στην άλλη και να βλέπεις τη βροχή να πέφτει κατευθείαν στο νερό…

Την πρώτη φορά που πήγα χειμώνα στην Κωνσταντινούπολη, τη λάτρεψα. Αυτή η μουντάδα κι η συνεχής καταχνιά μού φαινόταν ότι έκανε την πόλη μαγική, νόμιζα ότι ήμουν σε μια άλλη διάσταση, σ’ένα παραμύθι. Αυτά πάνω-κάτω λέει ο περισσότερος κόσμος για την Κωνσταντινούπολη: ότι είναι μαγική, ότι νιώθεις πως είσαι σ’άλλη διάσταση ή σ’άλλο χρόνο, ότι έχει πολλά διαφορετικά πρόσωπα... Δεκτά όλα αυτά. Κυρίως όταν προέρχονται από τουρίστες, ή τέλος πάντων από ανθρώπους που δεν έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη πάνω από μήνα.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρώ την ανάδυση ενός νέου « μύθου της κόκκινης μηλιάς », που δεν έχει απαραίτητα να κάνει με τον μαρμαρωμένο βασιλιά και το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δική μας θά’ναι». Είναι ένας σύγχρονος μύθος, ο οποίος έχει αναπτυχθεί μαζί με μια γενικότερη μόδα οριενταλισμού και νοσταλγίας. Και μαζί και με μια άνευ ουσιαστικού περιεχομένου «προσέγγιση» με την Τουρκία. Και λέω ότι είναι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου γιατί δεν παρατηρώ νά’χει αλλάξει ιδιαιτέρως ο τρόπος που βλέπουν οι Έλληνες τους Τούρκους ούτε να καταλαβαίνουν έστω λιγάκι καλύτερα την τουρκική κοινωνία – που δεν είναι εύκολο να την καταλάβεις, αλλά δεν βλέπω καν να αποδέχονται ότι ναι, είναι κι αυτή μια περίπλοκη κοινωνία σε διαρκή αλλαγή, όπως όλες οι άλλες.

Έχω δει επίσης καλλιτέχνες να καταπιάνονται με την Τουρκία. Τα βιβλία δεν τα αναφέρω καν. Είναι πάρα πολλά τα τελευταία χρόνια τα βιβλία που έχουν σαν φόντο ή θέμα την Τουρκία. Υπάρχουν επίσης ταινίες («Το μόνο της ζωής του ταξείδιον» και, κυρίως, η «Πολίτικη κουζίνα»). Κι έχω συναντήσει ένα σωρό Έλληνες που τα τελευταία χρόνια πάνε να ζήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Κυρίως φοιτητές Τουρκικών Σπουδών ή και άλλων σχολών που πάνε να μάθουν τουρκικά. Κι απ’όλους αυτούς θα περίμενα μια λιγότερο επιφανειακή προσέγγιση. Αντ’αυτού, αναπαράγουν τα ίδια κλισέ των τουριστών: πόσο «πολύχρωμη» είναι η Πόλη, πόσο «πολυπολιτισμική» σε σχέση με την κατά τη γνώμη τους επαρχιώτικη Ελλάδα, πόσο τη λατρεύουν και νιώθουν αμέσως κομμάτι της...

Δεν έχουν καταλάβει τίποτα.


Αυτό δηλαδή είναι πολυχρωμία και κοσμοπολιτισμός;


Την Κωνσταντινούπολη τη νιώθω δική μου πόλη. Έζησα εκεί τρία χρόνια. Ένιωσα εντελώς μέρος της γιατί εκείνη την εποχή Έλληνες δεν υπήρχαν, οι ξένοι που έτυχε να γνωρίσω ζούσαν εντελώς αποκομμένοι από την τουρκική κοινωνία και δεν με αφορούσαν καθόλου κι έτσι συναναστρεφόμουν μόνο Τούρκους. Και τους σωστούς Τούρκους. Δηλαδή, απ’αυτούς τους ανθρώπους που σ’όποια χώρα και να πας είναι καλό να γνωρίζεις: ανθρώπους που ενδιαφέρονται βαθιά για την κοινωνία τους κι έχουν πράγματα να σου πουν. Και λόγω σπουδών, νιώθω αυτούς τους ανθρώπους εντελώς δικούς μου. Νιώθω ότι μ’αυτούς έχω να μοιραστώ ιδέες και προβληματισμούς. Για εμένα τα πράγματα συμβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη. Τη νιώθω δική μου, νιώθω δική μου τη γλώσσα της: είναι μια ξένη γλώσσα που έμαθα ενήλικη πια, αλλά τη νιώθω μέσα μου πολύ περισσότερο απ’οποιαδήποτε άλλη ξένη γλώσσα – είναι για μένα ακριβώς μετά τη μητρική μου γλώσσα. Από τις λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος, από τα επιφωνήματα και τον τρόπο που τονίζει και προφέρει τις λέξεις μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι εννοεί και πώς το εννοεί. Κι ο πλούτος αυτής της γλώσσας είναι τεράστιος. Έχει διαφορετική λογική απ’αυτή που έχουμε συνηθίσει, αλλά έχει και τόσο παραστατικές εκφράσεις!

Αλλά η Κωνσταντινούπολη μού είναι ανυπόφορη. Είναι γκρίζα, μουντή, βρώμικη, φασαριόζικη. Αφού μείνεις για λίγο καιρό συνειδητοποιείς ότι αυτή η μόνιμη ομίχλη που σου φαινόταν τόσο γοητευτική είναι στην πραγματικότητα κάπνα από το κακής ποιότητας κάρβουνο που καίνε σε πολλά σπίτια για να ζεσταθούν επειδή είναι φτηνό και δεν έχουν χρήματα για κάτι άλλο. Αυτή νομίζω είναι μια καλή αναλογία για όλα αυτά που φαίνονται γοητευτικά στην Κωνσταντινούπολη. Τα σκοτεινά σοκάκια γύρω από το Ταξίμ (αν κι έχουν αρχίσει ν’αλλάζουν κι αυτά) ή τα επαγγέλματα που έχουν εξαφανιστεί πια στην Ελλάδα και μας θυμίζουν δεκαετία του ’50: λουστράκια, δηλαδή παιδιά που αναγκάζονται να δουλέψουν. Ή πλανώδιοι πωλητές και μαγαζιά που πουλάνε οτιδήποτε μεταχειρισμένο, από κούκλες μέχρι παπούτσια: φτώχεια. Φοιτητές που νομίζεις ότι έχουν βγει από τη δεκαετία του ’50 ή του ’60 γιατί φοράνε μόνο τζην και πουλόβερ σε μουντά χρώματα και πάνε στα πια φτηνά καφέ που υπάρχουν για να πιουν μόνο τσάι και συζητάνε για πολιτική σαν τους γονείς μας επί δικτατορίας: φτώχεια και συντηρητισμός. Η νοσταλγία η δική μας λοιπόν... νοσταλγία για τι άλλωστε; Για την περιορισμένη ζωή περασμένων δεκαετιών; Η δική μας νοσταλγία είναι η φτώχεια των άλλων. Είναι τα προβλήματα κι οι περιορισμοί που βιώνουν.

Και κυρίως: όσες πολλές όψεις και νά’χει η Κωνσταντινούπολη, όταν μένεις εκεί βλέπεις μόνο μία – ή αν είσαι τυχερός δύο. Όχι παραπάνω. Και συνέχεια τους ίδιους ανθρώπους και τα ίδια μέρη. Γιατί υπάρχουν τόσα χάσματα: όχι μόνο οικονομικό χάσμα αλλά και χάσμα νοοτροπίας. Άρα δεν βγαίνεις εύκολα από το ένα περιβάλλον στο οποίο νιώθεις ότι κολλάς. Οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις είναι μεγαλουπόλεις ακριβώς επειδή νιώθεις ότι σε κάθε βήμα μπορεί να συμβούν τα πάντα: να γνωρίσεις εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, κυρίως. Η Κωνσταντινούπολη των τόσων (πόσων; 15;) εκατομμυρίων είναι επαρχία γιατί δεν καταφέρνει να φέρει κοντά ανθρώπους από διαφορετικά περιβάλλοντα.

Δεν θέλω να πω ότι η Τουρκία έχει μείνει πίσω κι έτσι θα παραμείνει. Όχι. Το κάθε άλλο. Η τουρκική κοινωνία έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία δέκα χρόνια (κι αναφέρομαι μόνο στα τελευταία δέκα χρόνια, γιατί τόσα περίπου είναι τα χρόνια που επισκέπτομαι εγώ την Τουρκία). Και στην πολιτική γίνονται ανοίγματα αδιανόητα ως χθες. Που μερικά μάλιστα τα ζηλεύω: ενώ στην Τουρκία αρχίζουν να συζητάνε πράγματα σημαντικά, την ίδια την ιστορία και την κοινωνία τους, το θέμα των Αρμενίων, το κουρδικό, στην Ελλάδα παρατηρώ μια οπισθοδρόμηση τα τελευταία χρόνια: αν κάποιος τολμήσει να πει κάτι έξω από τις άχρηστες ιστορικές γνώσεις του σχολείου, που τις έχουμε πια αναγάγει σε υπέρτατη αλήθεια, είναι αυτομάτως προδότης. Η Τουρκία λοιπόν αλλάζει, κι η αλλαγή φαίνεται και στην Κωνσταντινούπολη.

Αλλά εμένα εξακολουθεί να μου προκαλεί μελαγχολία και να μου δημιουργεί μια σχιζοφρένεια. Την αγαπάω, τη νιώθω δική μου, ξέρω ότι εκεί είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ, τα ζητήματα που μ’ενδιαφέρουν. Αλλά δεν την αντέχω. Είναι πολύ δύσκολη η ζωή στην Κωνσταντινούπολη, ό,τι κι αν λένε τα ελληνάκια που πάνε πια τσούρμο εκεί και φτιάχνουν μια ελληνική κοινότητα για χαβαλέδιασμα μεταξύ τους. Δεν έχουν καταλάβει τίποτα.

Γιατί ακόμα κι οι άνθρωποι που είναι από την Κωνσταντινούπολη νιώθουν αυτή τη δυσκολία και βιώνουν αυτή τη σχιζοφρένεια. Μίλησα σ’έναν απ’αυτούς γι’αυτή την αντίφαση της Κωνσταντινούπολης, που μου προκαλεί, το ότι τη νιώθω τόσο δική μου αλλά δεν την αντέχω. Και μου απάντησε: «καλωσήρθες».

10 Ιαν 2010

Το Βερολίνο εργαστήριο ιστοριογραφίας;



Ένα πράγμα που διαπιστώνει κανείς εύκολα στο Βερολίνο είναι πόσο πολύ πουλάει η Ιστορία σ’αυτή την πόλη. Λογικό βέβαια, γιατί όλη η ιστορία του 20ου αιώνα βρίσκεται αποτυπωμένη στη γερμανική πρωτεύουσα. Σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που είχα πάει στο Βερολίνο (η τελευταία πριν από δυόμισι χρόνια), τώρα μου φάνηκε ότι η Ιστορία έχει γίνει ακόμα περισσότερο τουριστική ατραξιόν. Υποθέτω ότι συμβάλλει σ’αυτό το γεγονός πως πριν από δυο μήνες γιορτάστηκαν τα 20 χρόνια από την πτώση του τείχους, αλλά και το ότι το Βερολίνο γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός (μα τόσοι τουρίστες!). Ο τρόπος όμως με τον οποίο προβάλλεται η Ιστορία στο Βερολίνο μου φάνηκε προβληματικός.

Ως τουριστική ατραξιόν χρησιμοποιείται κυρίως ό,τι έχει να κάνει με την πρώην Ανατολική Γερμανία – όπως πολύ σωστά παρατήρησε και ο Ημιθανής (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), κανείς δεν θα σκεφτόταν να πουλήσει σουβενίρ με τον αγκυλωτό σταυρό, κάτι που αποδεικνύει και πόσο κενή περιεχομένου είναι η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού που επιχειρείται κατά καιρούς. Ό,τι έχει να κάνει λοιπόν με το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού (γιατί αυτό ήταν κι όχι κομμουνισμός!) μετατρέπεται σ’ένα ατελείωτο φολκλόρ, να το βλέπουμε και να γελάμε. Λες κι ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν μια φάρσα της Ιστορίας, ένα πάρτυ μασκέ που κράτησε 70 χρόνια (στην ΕΣΣΔ 70). Αναπτήρες με το σήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μπλουζάκια, σήματα, κονκάρδες... Μπιχλιμπίδια για τουρίστες που δίνουν χρώμα στη σημερινή παγκόσμια καπιταλιστική ομοιομορφία.

Κι άντε, αυτά να δεχτούμε ότι είναι δημιουργήματα των τουριστικών επιχειρήσεων, εξίσου κιτς στην πραγματικότητα με τα τσολιαδάκια και τις γύψινες προτομές που πουλάνε στην Πλάκα. Η ίδια λογική όμως κυριαρχεί και στα μουσεία. Στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο (Deutsches Historisches Museum) δεν υπάρχει καμία προσπάθεια να κατανοηθεί από που προήλθε αυτό το καθεστώς, σε ποια ιστορική ανάγκη απαντούσε και τι σήμαινε. Αντ’αυτού, τα εκθέματα και οι επεξηγηματικές ταμπελίτσες τους ή αναπαράγουν το ίδιο φολκλόρ (ένα αυτοκίνητο τράμπαντ, ανατολικογερμανική μόδα, ηλεκτρικές συσκευές...) ή, ενίοτε με ειρωνικές διατυπώσεις, υποβάλλουν στον επισκέπτη ότι το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας ήταν a priori κακό παράλογο. Εδώ τονίζω και το a priori και το παράλογο.

Καταρχάς, αν θέλουμε να λέμε ότι η σκέψη μας βασίζεται στον ορθό λόγο, δεν μπορούμε να θεωρούμε τίποτα εκ των προτέρων παράλογο. Πρέπει πάντα και για τα πάντα να θέτουμε στο μυαλό μας την ερώτηση «γιατί;». Γιατί ήταν κακό και παράλογο το καθεστώς; Για πολύ συγκεκριμένους λόγους, κυρίως για την καταπίεση και την έλλειψη οποιασδήποτε ελευθερίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε ορισμένους, πολύ συγκεκριμένους τομείς δεν είχε πετύχει να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Είχε παιδεία, είχε περίθαλψη, είχε πετύχει την ισότητα των πολλών, αν και βέβαια όχι όλων (γιατί φυσικά η νομενκλατούρα του κόμματος και του κράτους ήταν «πιο ίση από τους υπολοίπους» κατά την οργουελική φράση). Αν τα παραβλέψουμε όλα αυτά, τότε δεν θα καταλάβουμε ποτέ τι ήταν αυτό το καθεστώς, και κυρίως δεν θα καταλάβουμε γιατί υπάρχουν σήμερα Γερμανοί που αναπολούν την Ανατολική Γερμανία. Θα μας φαίνονται παράλογοι, και κατά τη γνώμη μου αποτελεί αξίωμα των κοινωνικών επιστημών ότι μία ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που θέλει / δηλώνει / διεκδικεί / απορρίπτει κάτι δεν μπορεί να θεωρηθεί συλλήβδην παράλογη.


Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Το άλλο είναι ίσως ακόμα πιο ανησυχητικό. Στο Βερολίνο ξαναγράφεται η Ιστορία. Ή μάλλον διαγράφεται η Ιστορία. Όλη η Ιστορία. Οι Γερμανοί νιώθουν ενοχές για το παρελθόν τους, αυτό είναι γνωστό και ισχύει κυρίως και πρωτίστως για τον ναζισμό και το ολοκαύτωμα. Εξίσου αμήχανα όμως μου φάνηκε ότι αντιμετωπίζουν και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κάτι που είναι κατανοητό στον βαθμό που για τους Γερμανούς το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρξε ίσως πιο τραυματικό απ’ό,τι για οποιονδήποτε άλλο λαό της Ευρώπης, γιατί σήμαινε ταυτόχρονα και τον διχασμό τους σε ανατολικούς και δυτικούς. Ο ναζισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι για τους Γερμανούς τραύματα πολύ πραγματικά και βαθιά, φαινόμενα της ιστορίας τους τα οποία δυσκολεύονται να κατανοήσουν και που επηρεάζουν την ίδια την ταυτότητά τους.

Και πώς τα αντιμετωπίζουν; Με το να μην τα αντιμετωπίζουν. Από το επεξηγηματικό ταμπελάκι έργου σύγχρονου Γερμανού εικαστικού (από έκθεση αφιερωμένη στη γερμανικη τέχνη της εποχής του Ψυχρού Πολέμου που διοργανώνεται στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο - εδώ η ιστοσελίδα στα αγγλικά): “[…] [the artist] touched tabooed German symbols and thus provocatively inquired whether history can be transcended by repressing it from consciousness.” Μάλιστα. Επειδή δεν μας αρέσουν συγκεκριμένα ιστορικά φαινόμενα, αντί να προσπαθήσουμε να τα κατανοήσουμε, απορρίπτουμε όλη την Ιστορία. Πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα, βέβαια, κι ούτε καν σε βιβλίο ιστορίας. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση γιατί μου φάνηκε πολύ χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατούσε σ’όλο το μουσείο και της εντύπωσης που μου έδωσε το Βερολίνο γενικά. Ενώ λοιπόν δεν έχω καμία «πατριωτική» ανησυχία ότι κινδυνεύει ή υπονομεύεται η «εθνική μας ιστορία», η υπονόμευση της Ιστορίας γενικά με ανησυχεί. Ελπίζω να κάνω λάθος...


Κι ένα ακόμα παραλειπόμενο από το Βερολίνο...

Τα κουπέπκια με χαρά (μάλλον όχι και των υπολοίπων) ανακάλυψαν ακόμα μία δραστηριότητα που θα έπρεπε να αποφεύγουν να κάνουν μαζί (η πρώτη και βασική είναι το μαγείρεμα, όπου πετάνε τετζερέδες το ένα στο κεφάλι του άλλου ακόμα και για απλά ζητήματα όπως το σούρωμα των μακαρονιών): να δίνουν οδηγίες στον οδηγό. Το υποφαινόμενο κουπέπι, οπαδός του ορθού λόγου, επιμένει να χρησιμοποιεί χάρτη, ενώ το έτερο κουπέπι προτιμάει το ένστικτο τού «ε, η γενική κατεύθυνση είναι προς τα εκεί, στρίψε εδώ δεξιά και βλέπουμε». Παρόλα αυτά, κάθε βράδυ φτάναμε στο σπίτι (στο εξωτικό Zelhendorf) καρφί!